Μ’ ΕΝΑΝ ΑΠΟΗΧΟ ΒΡΟΧΗΣ
Μ’ ἕναν ἀπόηχο βροχῆς
πλέουν στεγνά
καὶ ἀφυδατωμένα
στὸν γαλανὸ αἰγιαλό
κατάκοπα καὶ διψασμένα
τὰ μολυβένια σύννεφα
ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΛΗΚΤΡΟΦΟΡΑ
Σύννεφα πληκτροφόρα
βρέχουν μὲ μαεστρία
τὴν ὑετία μελῳδία
τοῦ μουσικοῦ οὐρανοῦ
ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΑΡΕΣΤΙΓΜΕΝΑ
Σύννεφα παρεστιγμένα
μέλπουν συγκινημένα
δακρύζοντα ἀντιστικτικῶς
ἁρμονικῶς καὶ ῥυθμικῶς
στάλα πρὸς στάλα
φθόγγο πρὸς φθόγγο
τὴν νόστιμον ἐπιστροφήν των
στὴν ἀρχικὴν μορφήν των
ΤΑ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
Τὰ σιδερένια σύννεφα
βρέχουν ἀπόψε τὴν σκουριά των
πρὸς ἀνανέωσιν κυττάρων
καὶ διαθέσεως
ΠΑΣΑ ΒΡΟΧΗ
Πᾶσα βροχή
τοῦ οὐρανοῦ ἐπιστροφή
τῶν ἄνευ τόκων δανεικῶν
στὴν θάλασσα
ΔΙΨΑΣ’ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ
Δίψασ’ ὁ οὐρανός
γέμισ’ ὁ κόλπος του
νεφέλες
ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ
Μικρὸς θεός
κυττάζων οὐρανόθεν
σύννεφα καρφιτσώνει ὑδροφόρα
στὸν πίνακαν τὸν γαλανόν
καὶ ξεκαρδίζεται γελῶν
μὲ τῶν μυρίων τὸν χορόν
καὶ πολυχρώμων ἀνοιχτῶν
ἀλεξιβρόχων
ΝΕΦΕΛΑΙ ΑΡΩΜΑΤΙΚΑΙ
Νεφέλαι ἀρωματικαί
πλέουσι ὕπερθέν μου
ἀναδιδοῦσαι εὐάρεστην
καὶ ἡδυτάτη ὀσμήν
μαρτυροῦσαι τῆς ἑστίας τὴν ἁφήν
τῆς τοῦ θεοῦ οὐρανίας καπνοσύριγγος
ΝΕΦΕΛΟΤΥΠΙΑΙ
(ἐκ τῆς φερωνύμου ἀνέκδοτης ποιητικῆς συλλογῆς)
Νᾶμα ἐφελκυσθὲν ἐκ τῆς ἁλός
καὶ τυπωθὲν στὸ θολωτὸν γαλάζιον
καρδίαν εὐφραίνει καὶ ψυχήν
ποιοῦν πάσης λογῆς ζωγραφικήν
ἐκ πάσης φαντασίας
μετὰ παντὸς συνδυασμοῦ
σχημάτων καὶ εἰκόνων
τοῦ ἡλίου ἐκμεταλλευόμενον τὸ φῶς
καὶ τὴν πνοὴν τοῦ ἀέρος
καὶ προπαντὸς τὰ ὑλικά
τοῦ δαψιλοῦς αἰθέρος
ΣΥΝΟΜΒΡΙΑ ΣΕ ΜΗ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΚΑΙΡΟ
Νεφέλαι κλειδοκύμβαλα
καὶ σύννεφα πνευστά
ἔγχορδα ὑετόφωνα
καὶ κεραυνοὶ κρουστά
συνθέτουν τρόπῳ φυσικῷ
μιὰ μουσικὴ μελαγχολία
κ’ οἱ βρόχινοι οἱ φθόγγοι των
πίπτοντες μὲ ὁρμή
κ’ ἠχοῦσαι εἰς τὰ βάραθρα
αἱ βροντεραί των κρούσεις
ῥαίνουν καὶ πάλλουν σύσσωμο
τὸν κῆπο ἀπὸ γυαλί
ποὺ εὔθραυστος ἐντός μας ἐφεδρεύει
Νεφελοκλειδοκύμβαλα
καὶ συννεφοπνευστά
ἐγχορδοϋετόφωνα
καὶ κεραυνοκρουστά
μ’ ἕναν μαέστρο οὐρανό
νὰ διευθύνῃ μαγικά
σφάλλουν τὴν μέλαινα χολή
πάνω στὴν γυάλινη ψυχή
Ο ΝΕΦΕΛΟΚΗΠΟΣ
Κάπου τὸν ἔχω ξαναδεῖ αὐτὸν τὸν οὐρανό
Μ’ αὐτὲς τὶς γνώριμες τὶς μελῳδίες
στὸ χρῶμα τοῦ γλαυκοῦ καὶ τοῦ γαλάζιου
τὶς ἁρμονίες τοῦ βυσσοῦ
στὴν σύμπλεξι τοῦ ζόφου καὶ τῆς εἵλης
καὶ τοὺς ῥυθμοὺς τοὺς ξύλινους
τρεχούμενων ἁγνῆς πηγῆς νερῶν
Κάπου τὸν ἔχω ξαναδεῖ αὐτὸν τὸν οὐρανό
Μ’ αὐτὲς τὶς γνώριμες τὶς ζωγραφίες
σὲ τρόπους μείζονες καὶ δωρικούς
σ’ ἐλάσσονες κ’ ἰωνικούς
σὲ δρόμους φρύγιους καὶ πεντατονικούς
μὲ μία διάθεσι ἀντιστικτική
καὶ τάσεις κάποιας τακτικῆς
καὶ ἄκρως ἔντεχνης φυγῆς
Νά κ’ ἡ νεφελόδρυς ἡ μεγαλοπρεπής
Μὰ πῶς νὰ τὴν ξεχάσω
τὴν δέσποινα τοῦ νεφελόκηπου
Τόσα καὶ τόσα ὄνειρα ζωγράφισα
ὑπὸ τὴν σκέπην της τὴν ἀργυρή
Τόσα καὶ τόσα ὄνειρα συνέθεσα
εἰς τὸ λευκὸ καὶ τὸ ὑπόλευκο
εἰς τὸ φαιὸ καὶ τὸ ὑπόφαιο
εἰς τ’ ἀμαυρὸ καὶ μελανό
νεφελοφύλλωμά της
Κάπου τὸν ἔχω ξαναδεῖ αὐτὸν τὸν οὐρανό
Μὰ ναί
Σ’ αὐτὸν τὸν νεφελόκηπο
μέσ’ στ’ ἀνθισμένα του κλαδιά
τὰ εἰκελόνεφα καὶ τὰ σταχτιά
κάτω ἀπ’ τὰ σπλάγχνα του τὰ γαλανά
τὴν βαμβακένια του τὴν φυλλωσιά
ἔχω ἀπὸ καιρὸ κρυμμένα
τὰ παιδικά μου μυστικά
τ’ ἀῤῥήτως φυλαγμένα









