[author] της Κατερίνας Μήλιου [/author]
Είναι, κατʼ αρχήν, υπόθεση προσωπική. Η ανάγκη για το αποτύπωμα αυτών που μέσα μου υπάρχουν. Και μέσω των εργαλείων της γλώσσας και του λόγου, στο βαθμό με τον οποίο τα κατέχω, μου ξεφεύγουν, τα αναζητώ και τα βρίσκω, «παίζω» μʼ αυτά, το επιχειρώ. Που σημαίνει ότι αυτό το αποτύπωμα μπορώ να το διατηρήσω στο χρόνο που υπάρχω, να το ανασύρω όποτε το χρειάζομαι, να σκεφτώ ξανά και ξανά γύρω από αυτό, να συνδέσω μʼ αυτό το παρόν μου, με το παρελθόν και το μέλλον μου.
Κατά δεύτερον, είναι υπόθεση επικοινωνίας. Έλξη από τον άλλον άνθρωπο, την ιδέα ότι μπορεί κάποιος, σε κάποιο άλλο χώρο, σε κάποιο άλλο χρόνο διαβάζοντας αυτό που έχω γράψει, να νιώσει κάτι, να ανασύρει, από το βάθος της μνήμης, των αισθήσεων και των σκέψεών του, ακόμη και κάτι εντελώς διαφορετικό, απʼ αυτό που κάποτε δημιουργήθηκε μέσα μου και κατάφερα με κάποιο, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένο, τρόπο νʼ αποτυπώσω.
Η ποίηση (για μένα), ακόμη κι αν την εκλάβουμε ως μία, έχει τα άπειρα πρόσωπα όλων των ποιητών ανά τους αιώνες, αυτών που γνωρίζουμε κι αυτών που δεν γνωρίζουμε.
Δεν μπορεί να δημιουργηθεί παρά μόνο από την ανάγκη γι αυτό το αποτύπωμα σε κάθε λευκή επιφάνεια. Σαν την ανάγκη του μικρού παιδιού που ανακαλύπτει, με χαρά και θαμασμό, ότι μπορεί να δει το αποτύπωμα που αφήνει το χέρι του στην άμμο και την άλλη στιγμή να ανακαλύψει ότι αυτό χάνεται με το πρώτο κύμα που θα το φτάσει, μα μπορεί πάλι και πάλι, «παίζοντας»* να το δημιουργήσει….
Είθε και σε μένα (μας), αυτή η επιθυμία, χαρά, θαμασμός, αλλά και ταπεινότητα από την αναγνώριση της γνώσης ότι ακόμη και το βαθύτερο αποτύπωμα, το κύμα στο βάθος τού, πέραν του ανθρώπινου, άχρονου, χρόνου, αργά μα σταθερά το σβήνει.
Η ποίηση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους ποιητές. Αυτοί εμπνέονται από τη δική τους εσώτερη ανάγκη, την ποίηση άλλων ποιητών, μα πρωτίστως από τα αντικείμενα της ίδιας της ζωής. Κανείς τους όμως δεν μπορεί να υπάρξει ή να υπήρξε, κανένα αποτύπωμά τους, η ποίηση, δεν μπορεί να διατηρηθεί, χωρίς τη διατήρηση και τη συνέχεια της ζωής που τη δημιουργεί ο έρωτας, σε κύκλο και χορό με το θάνατο.
* «Δεν θα ήταν εύλογο να αναζητήσουμε τα πρώτα ίχνη ποιητικής δραστηριότητας ήδη στο παιδί; Η πλέον προσφιλής και εντατική απασχόληση του παιδιού είναι το παιχνίδι. Ίσως μπορούμε να πούμε ότι κάθε παιδί, όταν παίζει, συμπεριφέρεται σαν ποιητής, καθώς φτιάχνει τον δικό του κόσμο ή, ορθότερα διευθετεί τα αντικείμενα του κόσμου που το περιβάλλει με την τάξη που του αρέσει. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι το παιδί δεν παίρνει αυτόν τον κόσμο στα σοβαρά. Αντιθέτως, αντιμετωπίζει το παιχνίδι του με απόλυτη σοβαρότητα και αναλώνει σʼ αυτό μεγάλα ποσά συναισθήματος……Ο ποιητής κάνει λοιπόν το ίδιο ακριβώς πράγμα με το παιδί, κατασκευάζει έναν φανταστικό κόσμο, τον οποίο αντιμετωπίζει με μεγάλη σοβαρότητα…..» S. Freud, 1907. Ο ποιητής και η φαντασίωση. Για την Ελληνική γλώσσα, εκδ. Πλέθρον 2011.











ΑΤΤΙΚΗ 23-7-18
Αδέρφια μου,
ταχύτερη απʼ τον φτεροσάνταλον Ερμή
το νέο μάς ήρθε του ξολοθρεμού σας.
Ένα όνειρο πικρό τα φρένα εξέσχισε των Ολυμπίων
τον γαληνό ταράζοντάς τους ύπνο.
Οι Συμπληγάδες της ψυχής μας
ακίνητες μιας κι άνοιξαν εμείναν
ακέριο αφήνοντάς το να περάσει το καράβι
της Θλίψης, της Οργής και των Συγκλονισμών.
Στην πλώρη του επάνω
πελιδνός
χωρίς φωνή και πρόσωπο
της Τραγωδίας ο άγγελος να διασαλπίζει:
“ΔΕΚΑΔΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΕΚΡΟΙ!”
Ο απρόσμενος χαμός σας
στις πιο ψηλές κορφές του Πόνου μάς ανέβασε.
Εκεί που κόβεται η ανάσα,
εκεί που άλαλα τα χείλη μένουν,
εκεί που δεν μπορεί το δάκρυ νʼ αναβλύσει-
εκεί στερρό που υψώνεται το κάστρο της Οδύνης
με τα τριακόσα εξηνταπέντε δίκοπα της Φτώχειας
ασήμαντα να κείνται τώρα κάτου-ευτελισμένα.
Οι ώρες μας
στην Άβυσσο της Λύπης βυθισμένες
δεν αλλάζουν πια.
Η υπομονή αδέρφια μου
έφτασε ξάφνω
στο ακρόχειλο του πιο βαθιού γκρεμού της
βλέποντας κάτω
αθέλητη υποψήφια αυτόχειρ.
Στο πανηγύρι ετούτο του Χαμού,
στο χώμα της πατρίδας μας επάνω
η Φρίκη την πιο πλούσια της πραμμάτια εξεδίπλωσε
κι απλόχερα τη σκόρπισε εναγύρω.
Μέσα στων δέντρων τους κριγμούς
μες στον ορυμαγδό
μες στο φρικώδες ξάφνιασμα
φωνές ακούονταν ικετευτικές
από το κάθε στόμα:
«Αδέρφια μας μη φεύγετε! Σταθείτε!”
Όμως η Μοίρα εσάς σας είχε κιόλας ξεχωρίσει.
Και σας πήρε.
Και το άρωμα έμεινε χωρίς αγέρα
το στόλισμα χωρίς γυναίκα
η αγάπη δίχως αγκαλιά.
Αδέρφια μας
τώρα κοιμόσαστε ήρεμα
γλυκά και αλαφρά.
Τώρα στο χώμα ανθούν τα όνειρά σας.
Κι οι αναμνήσεις σας-όσες προλάβατε να φτιάξετε-
στα φύλλα των τριαντάφυλλων ακούμπησαν θλιμμένες.