`

[Εξώφυλλο: Μίλτος Μιχαηλίδης]

`
Εορτασμοί

Κάθε Χριστούγεννα
εστιάζεις στα αμίλητα ζευγάρια
σε φτηνό εστιατόριο κεντρικού δρόμου.
Πάνω από ένα πιάτο αρακά με πατάτες
νιώθεις σαν σαλιγκάρι που περιμένει να δυναμώσει η βροχή.
Σε σκουντά δύστροπος γέρος ζητώντας ένα εικοσάλεπτο.
Επιβραδύνεις για να σκεφτείς ξανά τους νεκρούς.
Έσω έτοιμος για τα χαϊκού της απόγνωσης
αντίβαρο
στα σενάρια φανατικών
που οραματίζονται αντάρτικα πόλεων.

`
*
Πυγολαμπίδες
Δεν είμαι η ξεχασμένη αρραβωνιαστικιά.
Είμαι βρεγμένο βότσαλο σε τόπο με βρύα και λειχήνες.
Ιδιορρυθμία χωρίς οπτικό ερέθισμα.
Διαβάζεις τάχα μου το εξώφυλλο της μονογραφίας μου.
Μπάρες, παύλες, μαύρες κατάρες.
Σαν πυγολαμπίδες με ελαστική διάθεση.
Μετά βρισκόμαστε στο χειρουργείο,
κάνοντας την τέχνη συνωμοσία.
Διαφεύγεις διαρκώς
αναβοσβήνοντας το φωτάκι σου.
Σε θέλω πίσω.
Μικρά ανθρωπάκια με χέρια καθαρά.
Αγγλίδες περιφρουρούν το Ηνωμένο Βασίλειο
ωσάν το μαυσωλείο του Λένιν.
Γύρνα.

`
*
Η εξέλιξη των ειδών

Σε τέτοιες άκομψες εποχές
τα ζώα γοργά εξανθρωπίζονται.
Προχτές ένα ελάφι χάζευε τη βιτρίνα
κεντρικού καταστήματος,
εκστασιασμένο με τα νέα χρώματα της άνοιξης.
Εξάλλου πριν λίγες μέρες ανακοινώθηκε επίσημα
ότι ένα κατσικάκι πήδησε με φόρα έξω από το φούρνο,
παρόλο που αυτόπτες μάρτυρες αναφέρουν
ότι βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο του ψησίματος.
Σήμερα μου φάνηκε ότι ένα κοράκι πήρε τη θέση του άντρα μου.
Η γάτα μιας φίλης μού ετοίμασε πρωινό στο κρεβάτι.
Είναι η επιτάχυνση μια ανησυχία
που ορμά καταπάνω σου
σαν δύστροπη ημικρανία.
Κι άντε να μάθεις στην ιγκουάνα σου
τη σημασία του ξανακερδισμένου χρόνου.
`
*
`
Μήδεια

Και τώρα πώς να μιλήσουμε για σένα Μήδεια;
Οι ιστορήσεις συρρικνώνονται επάνω σου
και μένει στο τέλος ένα καραβάκι με άσπρα πανιά,
μια έρημος με άγρια μανιτάρια.
Στο πέρασμα των αιώνων σε βρίσκω στην ίδια θέση
να ξηλώνεις φορέματα και εκδοχές,
να στέκεσαι όρθια στην αμμοθύελλα.
Φορές-φορές ήμουν σίγουρη ότι κρυβόσουν σε πυκνά δάση
μαζεύοντας βοτάνια και φτιάχνοντας το σούρουπο
ωδές για επερχόμενες καταστροφές.
Σε αναγνώρισα άλλες στιγμές στην ασπρόμαυρη φωτογραφία
ηλικιωμένης αντάρτισσας,
στη σχοινοβάτισσα χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Ικέτιδα στέκομαι στα πόδια σου.
Με άρμα ή χωρίς
να αναδυθώ μαζί σου στις μνήμες εναλλακτικών ταυτοτήτων.

*
`
Επιτροπή διαφάνειας

Στα έγκατα εφταμελούς επιτροπής λησμονημένης,
επικαλούμαι για άλλη μια φορά τη βίβλο του ζωικού βασιλείου.
Είναι καλύτερα, κυρία μου, εμείς να διατυπώνουμε τις ερωτήσεις.
Να απαντάτε παρακαλούμε σύντομα, περιεκτικά και με συνέπεια,
όπως αρμόζει σε δέηση επιμνημόσυνη.
Σας είδαμε να σκύβετε και να μυρίζετε
το καύκαλο ενός σαλιγκαριού,
να αναστενάζετε παρατηρώντας τα κύματα της λίμνης
και λίγο αργότερα να σκίζετε επιδεικτικά
τον τουριστικό οδηγό της πόλης.
Σας έχουμε χρόνια στο κατόπι.
Γνωρίζουμε ότι μποϊκοτάρετε
το πρωινό ξεδίπλωμα
της καθημερινής λογοδοσίας.
Αφήνετε κασέτες με αλυχτίσματα σκυλιών
στις αυλές ανυποψίαστων γειτόνων σας
και γράφετε στους τοίχους
διθυραμβικά αποσυντονισμού συνθήματα:
«Ζήτω η έλευση του φθινοπώρου».
«Τα κοράκια θα επιστρέψουν στον τόπο τους».
Επιθυμούμε μια δήλωση μετάνοιας
ή έστω έναν περιεκτικό απολογισμό του βιογραφικού σας.
Μπορεί μετά να επιστρέψετε στους τεθνεώτες
ή να κρυφτείτε κάτω απʼ το κρεβάτι σας.
Μπορώ να τους κοιτώ στα μάτια.
Αργά και σταθερά εκθέτω τον συλλογισμό μου,
με ψίθυρους ντανταϊστών να με καθησυχάζουν.
«Κύριοι την είδατε τη μέδουσα τηγανητό αυγό;»
«Δύτες την εντόπισαν να κολυμπά μες στα νερά της μεσογείου».
«Και εκείνο το σαλάχι το μελαγχολικό;»
«Που άναβε το λυχνάρι του Διογένη;»
«Έμαθε πλέον να περιφρουρεί τα ύδατα τα χωρικά
και να πορεύεται μονάχο του στις εσχατιές του λόγου».
`
*
Γάτες

Οι γάτες αντιστέκονται στην απομάγευση του κόσμου.
Με θραύση της σιωπής
και ουρλιαχτά θυμού
στα κεραμίδια και στους κάδους
απλώνεται ευθύς
μια άγρια επιθυμία
λίγο πριν το ξημέρωμα,
ενώ εμείς
ασάλευτοι στα κρεβάτια μας
αρθρώνουμε στα όνειρα τις ματαιώσεις
φτιάχνοντας ξόρκια –
κοφτά θρηνητικά αποσπάσματα.
Γάτες,
παραμυθένια αιλουροειδή.
Τάχα μας πείθουν πως είναι με το μέρος μας
καθώς απομακρύνονται
γνέφοντας κοροϊδευτικά
η μια στην άλλη
και μειδιώντας
που τόσο επίμονα
ανόητα σχεδόν
μυθοποιούμε τη διάρκεια.
Γδαρσίματα και απειλές.
Γρατσούνισμα σε πόρτες.
Σʼ το λέω:
Γάτες, αν ήμασταν
πιο εύκολα θα ήταν δυνατό το σμίξιμο.
Θεριό κακό η επιθυμία.
Γάτα κι αυτή με φουντωτή ουρά
και μάτια που λαμπυρίζουν στο σκοτάδι.

`
*
`

Εργόχειρο

Ίσως η ποίηση να ʼναι σαν το εργόχειρο.
Να γράφεται πάνω από κούπες αχνιστού καφέ,
σε σκονισμένα γραφεία,
κάτω από δέντρα.
Πάντα με τόνο συνωμοτικό,
με ένα ήπιο μειδίαμα,
με το βλέμμα στραμμένο στις παιδικές χαρές.
Να ρίξουμε υπομονετικά
και μια καρό κουβέρτα στα πόδια μας
–εις μνήμην των Άγγλων ποιητών–
περιμένοντας τις λέξεις
και χαϊδεύοντας αδιάφορα τη γάτα.
Είναι εξάλλου αυτή που αποτυπώνει τη μονιμότητα των αντικειμένων
στο χωροχρόνο.
Είναι ώρα να κλείσουμε τα ποιήματα στα μαυσωλεία.
Μπορεί εκεί να αποδοθεί τελικά η εορταστική τους ατμόσφαιρα.
Με χαρτοπόλεμο και σερπαντίνες
θα φτιάξουμε το έπος των μεταπτώσεων.
Περπατώντας ξανά πάνω στους βράχους
θα επανεφεύρουμε
τη μυστικοπάθεια των χιονοπτώσεων.

`

**************************************************************
Η Κωστούλα Μάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Γιάννενα. Είναι ψυχολόγος και εργάζεται στο Κέντρο Πρόληψης «Οδυσσέας» στο Αγρίνιο. Τελείωσε το Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών της Πάτρας και σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ. Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακό στην Κριτική Θεωρία στο Μητροπολιτικό Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στην Ανάλυση Λόγου στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με υποτροφία. Δούλεψε ως ψυχολόγος στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, στην PRAKSIS και στο Κέντρο «Ψυχολογία-Τέχνη» στη Θεσσαλονίκη. Συνεργάστηκε με τα ηλεκτρονικά περιοδικά «Ποιείν» και Last Tapes.