Η “Φάτνη” είναι ένα λαϊκό ορατόριο του Σωκράτη Βενάρδου για σόλο φωνές, αφηγητή, χορωδία και ορχήστρα. Βασίζεται σε κείμενο του άσημου Καταλανού ποιητή Juan Alavedra (1896-1981) μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Νίκο Γκάτσο. Μάλιστα το ίδιο κείμενο έχει μελοποιηθεί στην πρωτότυπη γλώσσα και από τον μεγάλο Ισπανό τσελίστα και συνθέτη Pablo Casals.
Το θέμα του έργου αναφέρεται στη γέννηση του Χριστού και στο προσκύνημα των βοσκών και των Μάγων δοσμένο με μια λαϊκή απλοϊκότητα. Το ίδιο απλή είναι και η μουσική προσέγγιση του Σωκράτη Βενάρδου, η οποία κινείται από τα καθαρά λαϊκά μονοπάτια μέχρι τις παρυφές της δυτικότροπης λόγιας μουσικής με αρκετές καλές στιγμές μελωδικού λυρισμού, αλλά και στομφώδεις εξάρσεις χορωδιακής μεγαλοπρέπειας.
Αφηγητής είναι ο Ιορδάνης Μαρίνος. Τα σολιστικά μέρη αποδίδουν μέλη της χορωδίας και μεταξύ αυτών ο βαρύτονος Θόδωρος Δημήτριεφ. Συμμετέχουν επίσης δυο καινούργιοι τότε λαϊκοί ερμηνευτές, ο Μανώλης Μητσιάς και η Δήμητρα Γαλάνη, στην πρώτη τους δισκογραφική εμφάνιση ως καλλιτεχνικό δίδυμο, πριν παγιωθεί η κοινή τους παρουσία τα κατοπινά χρόνια σε δίσκους του Μάνου Χατζιδάκι, του Λουκιανού Κηλαηδόνη, του Γιώργου Χατζηνάσιου ή του Λίνου Κόκοτου.
Τέλος, στο δίσκο συμμετέχουν πολυμελείς χορωδίες ανδρών και γυναικών υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.
ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΕΔΩ
`
*******************************************************************
Στο αποκορύφωμα της βρισκόταν μια σύγκρουση που από πολύ παλιά με συγκλονίζει, όταν μου εμπιστεύθηκε το κείμενο του Ορατορίου ο Νίκος Γκάτσος. Δύο λάτρεις μέσα μου, χρόνια δε λένε να μονοιάσουν: Η μελωδία της Βυζαντινής Μουσικής, που από παιδί της έδωσα την ψυχή μου και η Αρμονία της Ευρωπαϊκής, που αργότερα με κατέκτησε. Με τη «Φάτνη» διστακτικά δώσανε τα χέρια οι δύο τους και μια ελπίδα χάραξε πως κάτι καινούριο ξεπροβάλλει. Οι αναζητήσεις δεν τελείωσαν, μα πολλά βγήκαν συμπεράσματα: Μέχρι πόσο μπορεί κανείς να προχωρήσει στην εναρμόνιση των ήχων τις Βυζαντινής μουσικής χωρίς να χάσουν τον χαρακτήρα και το ήθος τους, και μέχρι πόσο μπορεί η Αντίστιξη και η Αρμονία να προσφέρονται χωρίς να προβάλλονται; H «Φάτνη» έχει μια βαριά κληρονομιά Τη μελοποίηση την άρχισα το καλοκαίρι του 1969 στους δρόμους της Πεντέλης. Μια αφηρημάδα μου έμεινα από τότε για κάθε τι που ήταν άσχετο με το έργο. Μου μιλούσαν για άλλα, σοβαρά θέματα κι εγώ τραγούδαγα τους σκοπούς και ξεδιάλεγα νέες ιδέες. Οι πρώτες μου εμπνεύσεις, γράφτηκαν στην Βυζαντινή μουσική φυσικά πάνω σε περιθώρια εφημερίδων, σε πακέτα που κράταγα, σε μικρά πρόχειρα χαρτάκια. Μα η μεγάλη δυσκολία και το αίσθημα της ευθύνης ορθώθηκαν μπροστά μου αργότερα, στην ενορχήστρωση. Γύρευα σώνει και καλά να πάρω ότι γινόταν απʼτη δυτική τέχνη σαν υλικό μόνο, για να κτίσω οικοδόμημα καθαρά Ελληνικό, Βυζαντινό. Τώρα, όλο τον μόχθο μου τον προσφέρω. Δεν ξέρω πόσους θα συγκινήσει. Θα ήθελα πολλούς! Δεν με ενδιαφέρει καθόλου το αν “πιάσει” το έργο. Ο Τσαρούχης μου φωνάζει απʼ το Παρίσι: – Δεν είναι κέρδος να βγει στην πιάτσα της Αθήνας ένας ακόμη μουσικός που να προσφέρει είδη ευρείας καταναλώσεως. Δύο δόξες υπάρχουν: Η Δόξα της «Κόκα-Κόλα», να φτιάχνεις δηλαδή και να πουλάς ότι ζητάει η κατανάλωση, και η Δόξα του Δημιουργού, που βγάζει ανόθευτα και ανυστερόβουλα μέσα απʼτην ψυχή του αυτή την ασίγαστη δύναμη για να την προσφέρει στον Άνθρωπο.”
Σωκράτης Βενάρδος.







