[author] του Γιώργου Χριστοδουλίδη [/author]
Σοβαρή κυρία που ασχολείται με την κριτική λογοτεχνίας έγραψε πρόσφατα στο διαδίκτυο:
“Νομίζω ότι υπάρχει μια σοβαρή αιτία του αυξανόμενου αλκοολισμού και της ροπής προς το πορνό: οι ποιητικές συλλογές που διαβάζω, κάθε φορά, με τρόμο. ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΚΑΚΗ ΠΟΙΗΣΗ.”
Οντως ο ποιητικός τρόμος είναι διάχυτος. Τον ενσπείρουν επίδοξοι ποιητές, αλλά νομίζω ότι δυστυχώς σιγοντάρουν μερικοί-ίσως περισσότεροι του αναμενόμενου στατιστικού μέσου όρου- “καθιερωμένοι” κριτικοί. Ετσι ο τρόμος ανακυκλώνεται σε νέο τρόμο. Νέα είδη τρόμου συνεχώς επινοούνται ώστε από ένα σημείο και μετά, δύσκολα μπορεί κάτι πραγματικά να σε τρομάξει. Και τότε το γυρίζεις στον αλκολισμό και στο πορνό όπως κανείς ψάχνει απεγνωσμένα ένα καταφύγιο, τρομαγμένος που μετά από τόσες ισχυρές δόσεις τρόμου, δεν μπορεί να τρομάξει άλλο.
Που οφείλεται η κακή ποίηση διερωτάται ο ανήξερος μου εαυτός. Μα στους κακούς ποιητές φυσικά. Μήπως όμως και στην εκπληκτική ευκολία με την οποία όχι απλώς φιλοξενείται αλλά και ενθαρρύνεται με τη μορφή ανεξέλεγκτου γρασαρίσματος η παραγωγή κακής ποίησης για να κυλάει παντού; Όποιος ποτίζει τσουκνίδες, θα γεμίσει τσουκνίδες.
Προσωπικά, έχω τρομάξει ουκ ολίγες φορές και τα έχω πιεί άλλες τόσες, με κριτικές που διάβασα για ανύπαρκτα ποιητικά κατορθώματα. Τα πίνω επίσης όποτε διαπιστώνω πως μικρά ή μεγαλύτερα ποιητικά επιτεύγματα περνούν απαρατήρητα ή σχεδόν απαρατήρητα. Από ποιητές που δεν έχουν τις απαιτούμενες άκρες, φιλίες και δικτυώσεις ή δεν νιάζονται να τις έχουν. Νιάζονται μόνο να γράφουν καλά αλλά αυτό φαίνεται δεν αρκεί. Χρειάζονται καλώδια, ενώ εκείνοι λαμβάνουν και στέλλουν κραδασμούς με σήματα κάπνου και νεύματα σε συχνότητες ακατανόητες. Τόσο πίσω έμειναν.
Και η άγνοια μου συνεχίζεται. Επιμένω ότι δεν ξέρω ειλικρινά τι φταίει περισσότερο, οι κακοί ποιητές, η κακή τους ποίηση που δυστυχώς εκδίδεται σωρηδών (ελαφριές δόσεις θα ήταν χρήσιμες για ενίσχυση της αισθητικής του αποφεύγειν) ή η κακή κριτική, δηλαδή η παραλυτική ανικανότητα ή και αδιαφορία να ανακαλύψεις και να παρουσιάσεις κάτι που πρέπει να διαβαστεί, -επειδή, αφενός μπορεί να ανανεώσει την πίστη σου στη σύγχρονη λογοτεχνία, αφετέρου, να μειώσει τη σημερινή απαξία που έχει επιβληθεί. Πόσο μάλλον να εξηγήσεις, με όρους κατανοητούς και τεκμηρίωση πειστική, γιατί κανείς πρέπει να “χάσει” το χρόνο του διαβάζοντας την τάδε ποιητική συλλογή. Ενα είδος πνευματικής δυσανεξίας.
Παρουσίασα κι εγώ κάποτε κάτι μέτριο ως κάτι που να άξιζε. Το παραδέχομαι, υπέκυψα στις παραινέσεις, έκανα εκπτώσεις. Βέβαια, δεν αποκόμισα τίποτα πέραν από ορισμένα ευθύβολα πλήγματα στην αυτοεκτίμηση μου. Ομως αυτό συνέβη δυο, το πολύ τρεις φορές. Στις υπόλοιπες πίστευα ότι το υλικό που αλίευσα ή ήρθε και με βρήκε, άξιζε τον κόπο. Δεν είχε σημασία αν όντως επρόκειτο για κάτι αξιόλογο, σημασία είχε ότι το πίστευα. Και αυτό είναι αρκετό για να νιώθεις καλά ώστε να τα πίνεις για τους σωστούς λόγους και να τρομάζεις με πιο σοβαρά πράγματα.











Ας ευχηθούμε το θείο φως των ημερών να φωτίσει το δρόμο όλων, ικανών και μη ποιητών, εύστοχων αλλά και ανεπαρκών κριτικών, και να καθίσταται διακριτό από όλους το τι δρόμος είναι.
Καλά Χριστούγεννα!