ΜΗΤΕΡΑ
Ολόκληρη η σελήνη βουτηγμένη
στο αίμα
την έλλειψη σπαράσσοντας με τα ουρλιαχτά της γέννας
[ Μακάρι να άκουγες μητέρα]
Λες και αιώνια
θα πρέπει να πληρώνεις για εκείνο
το απολεσθέν πλευρό
το δαγκωμένο μήλο
ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
Μες στη σκοτεινή πνοή των δέντρων στη ρητίνη των σκέψεων ισορροπώ καθώς λυγίζω μαζί με τα κλαδιά
αγγίζοντας σχεδόν της επιστροφής το χώμα
Άραγε φταίνε οι αλυσίδες μου ή μια αίσθηση ελευθερίας
που κάθισε επάνω μου σαν πεταλούδα και δεν μπορώ να ορίσω;
ΑΡΝΗΣΗ
Ένα παιδί με κρυφοκοιτάζει
πίσω από τις γρίλιες των ονείρων
θέλοντας κάτι να μου πει απλώνει τα κομμένα άκρατου
προσφέροντας μου το μικρό υάκινθο ύστερα πίσω στη θλίψη του γυρνά
Ξυπνώ σʼ ένα υγρό κρεβάτι είναι της μητέρας μου η μήτρα αρνούμαι από εκεί να βγω όταν από τη σχισμή διακρίνω κρεμασμένα μέλη παιδιών
σε τοίχους απομόνωσης απειλητικά να στέκουν εντός των πόλεων της δύσης
ΚΕΝΟ ΑΕΡΟΣ
Τα λόγια μου νʼ ακούω αυτό ζητούσες πάντα
το δωμάτιο – κενό αέρος ανόητα κουνώ τα χείλη
Λέξεις που έγιναν βλέμμα σκορπίζουν έξω απʼ το παράθυρο
-μόνο αυτό τους έμεινε να κάνουν-
στα πάρκα της μελαγχολικής Τασκένδης με τις νεκρές πευκοβελόνες
κατάφορτες σακούλες απορρίμματα στο κρύο ζέχνουν μυρωδιά ονείρων ματαιωμένων
[Να αδειάζουν οι χωματερές επίσημα δηλώσαν
μια κάποια θέση
στην ιστορία της σιωπής μας]
ΚΙΣΣΟΣ
Το αδύνατο
να κατοικήσω μόνιμα ζήτησα τον θάνατο στο φθαρμένο σώμα
Μόνο αυτός μου δόθηκε σύρμα που δέθηκε κισσός
γύρω απʼ το λαιμό μου










