`

ΓΡΙΕΣ ΚΟΛΟΝΕΣ
Η ξύλινη κολόνα
με τη φαγωμένη σάρκα
σαν άρρωστο κορμί
από τα σημάδια
των πέδιλων αναρρίχησης
με τα γέρικα καλώδια
γεμάτα φωνές και ιστορίες
οι πορσελάνινες κούπες
με τα αφηγήματα των καιρών
νʼ αχνίζουν στο παγωμένο τοπίο
εκεί έστησα μικρός
τʼ αυτί μου
και άκουσα το μοιρολόι
των πουλιών
στις αποδημίες του φθινοπώρου
εκεί άκουσα
και τα πρώτα λόγια
των ερωτευμένων
και ένα σʼ αγαπώ
σαν κομμένο σύρμα
στον καρπό του χεριού
σύρματα και σήματα
και παλιά αισθήματα
που μετέφεραν ακόμη
οι γριές κολόνες
μαζί μʼ εκείνες τις παλιές σιωπές
των πεθαμένων.

`

**********

Δ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Βγήκε από το πορνείο
κρατώντας στα χέρια της
ένα μικρό κρινάκι
ήταν ντυμένη με άσπρο φουστάνι
και κόκκινο κραγιόν
περπάτησε με ίσιο το κορμί
στην οδό Πατησίων
ήταν θλιβό το σούρουπο
η Αθήνα τέτοιαν ώρα
είναι γλυκιά σαν λεχώνα
με σταθερό βήμα
μπήκε στην εκκλησία του Αγίου Λουκά
προσκύνησε και κάθισε εκεί
στο πρώτο στασίδι
με τις άλλες γυναίκες
στο τέλος των χαιρετισμών
πήγε δεξιά στην Ωραία Πύλη
έσκυψε και φίλησε στα χείλη
τον Αγιάννη τον Πρόδρομο.

`

***

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Κάθε πρωί
έξω από το παράθυρό μου
φυτρώνει ένα κόκκινο δέντρο
με μαύρα πουλιά
σαν την καρδιά μου
κάθε βράδυ
έξω στην αυλή μου
φυτρώνει ένα μαύρο δέντρο
με κόκκινα πουλιά
σαν τη λύπη μου
κάθε απόγιομα
έξω στην πόρτα μου
φυτρώνει ένα δέντρο
με πέτρινα φύλλα
σαν τη χαρά μου.

`

***
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Όταν άνοιγα την πόρτα
στο επίνειο δωμάτιο
με θάμπωνε πάντα
εκείνο το ολόλευκο σκοτάδι
με τα κίτρινα μάτια
και τις πράσινες βλεφαρίδες
σαν κλαδιά φοίνικα
πάντα φοβόμουνα
να μπω εκεί
κοιμάμαι πια στο μικρό χολ
με τις μαργαρίτες
και το μεγάλο κοντραμπάσο
με τις χορδές του
γεμάτες χελιδόνια
λίγο προτού
τη μεγάλη αποδημία.

`

***

ΜΙΑ ΜΕΡΑ
Μια μέρα θα σκοτωθώ
φώναξε
θα σκοτωθώ σαν ένα χάδι
πάνω στον μηρό
του ωραίου αγάλματος
στον κήπο με τις οξιές
και τους δρυοκολάπτες,
κανείς δεν θα το καταλάβει
εξόν από τους εαρινούς φύλακες
και τους συντηρητές των αγαλμάτων
που με γυαλόχαρτα και αμμοβολές
κάθε πρωί χρόνια τώρα
σβήνουν εκείνη τη μελανιά
από τον λαιμό της θεάς.