
Επιβάτες φορτηγών, Μυθιστόρημα, Κώστας Λυμπουρής, Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός, 2017
«Αναζητώντας τον χαμένο παράδεισο»
«All wars are fought twice, the first time on the battlefield, the second time in memory».
«Η έκβαση όλων των πολέμων κρίνεται δυο φορές, την πρώτη φορά στο πεδίο της μάχης, τη δεύτερη φορά στο πεδίο της μνήμης» (Viet Thanh Nguyen).
Η κυπριακή λογοτεχνία, μετά την τουρκική εισβολή του 1974, παρουσιάζει μια σταθερή προσήλωση στη μνήμη και ανάκληση της βίαιης εισόδου των τούρκικων στρατευμάτων στο νησί και της, επίσης, βίαιης κατάληψης του βόρειου τμήματός του, έστω αν η εποχή της επιθυμητής δικοινοτικής λύσης δεν αντέχει την ιστορική πραγματικότητα της βίας και θέλει να καταστείλει την ανάμνησή της – δε νομίζω κανείς να μην αντιλαμβάνεται, πλέον, πως βίαιη συμπεριφορά εξεδήλωσαν και οι δύο κοινότητες. Η αλήθεια είναι πως η λογοτεχνική αυτή προσήλωση θεωρήθηκε, πολλάκις, έως στείρα και άγονη αναπαραγωγή μιας ιστορικής πραγματικότητας που πρέπει η λογοτεχνική συνείδηση να ξεπεράσει, να προσπεράσει, να καταστείλει, να καταπιέσει ή, ακόμη καλύτερα, να ξεχάσει.
Δε ξεκίνησα το κείμενό μου με ένα τυχαίο παράθεμα. Οι Επιβάτες Φορτηγών προϋποθέτουν τον πόλεμο του 1974, ο Κώστας Λυμπουρής τον έχει ζήσει, ο ομοδιηγητικός αφηγητής του μυθιστορήματος τον έχει, επίσης, ζήσει, η έκβαση της τουρκικής εισβολής είναι γνωστή σε όλους. Η έκβαση του οδυνηρού ταξιδιού της μνήμης είναι αυτή που ενδιαφέρει τον αναγνώστη του μυθιστορήματος του Κώστα Λυμπουρή.
Το μυθιστόρημα ξεκινάει με την ερώτηση του Στέφανου στη γυναίκα του: «Δήμητρα, πάμε στο Δίκωμο;». Το Δίκωμο είναι το χωριό του Στέφανου και βρίσκεται στα κατεχόμενα ή, αλλιώς, τουρκοκρατούμενα – ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και τις δύο ονομασίες – μέρη του νησιού. Την πρώτη φορά που επισκέφτηκε το πατρικό του, στο κατεχόμενο Δίκωμο,«στάθηκε μπροστά στο σπίτι του και σιώπησε εντελώς» (σ. 10).Το δίλημμα που τρώει τα σώψυχα όλων των προσφύγων τίθεται ρητά: σε ποιον ανήκει το σπίτι από το οποίο διώχθηκε ο Στέφανος και στο οποίο διαμένουν, δεκαετίες πια, άλλοι, ξένοι, οι οποίοι, όμως, θεωρούν, τώρα, δικό τους το σπίτι αυτό; Στην πρώτη επίσκεψη ο Στέφανος δεν τόλμησε να μπει, ή να ζητήσει να μπει, μέσα στο σπίτι: «αφού το σπίτι εξακολουθούσε να είναι δικό του, πώς γινόταν να μη μπορεί νʼ ανοίξει την πόρτα και να μπει; Έτσι απλά, όπως κάθε άνθρωπος μπαίνει στο σπίτι του» (σ.10). Στη δεύτερη επίσκεψή του, βρέθηκε ξανά μπροστά στο πατρικό του σπίτι. Ως άλλος σεφερικός ξενιτεμένος που επιστρέφει – ο συγγραφέας αναφέρει ρητά την πηγή της εικόνας – τα βλέπει όλα μικρότερα καθώς, ομολογεί ο ίδιος ήταν «συνηθισμένος τώρα πια με άλλα μεγέθη» (σ. 10). Έτσι, μπροστά στο πατρικό το σπίτι, σύμβολο της απώλειας της παιδικότητας και της αθωότητας, της ειρηνικής συμβίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, σύμβολο του χαμένου παραδείσου, εκεί μπροστά στο σπίτι, με επίγνωση του τέλματος στο οποίο βυθίστηκε το «κυπριακό πρόβλημα», αποτελματωμένος ο ίδιος τόσο όσο η πολιτική κατάσταση στο νησί, δε θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού, όπως, ακριβώς, δε θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα στο μέλλον. Παραμένει εκεί, εγκλωβισμένος σε ένα παρελθόν οριστικά χαμένο, δέσμιος της μνήμης που λειτουργεί οδυνηρά.
Η πρώτη ανάμνηση, γλυκιά στην υφή της, θα μπορούσε να είναι αθώα και μονόσημη αν στεκόμασταν μόνο στην εικόνα του μικροπωλητή που πουλάει αυγά και ζαχαρωτές ανθρώπινες φιγούρες:
«ʼΓοράζω αυγά», φώναζε, και μετά το αντέστρεφε: «Αυγά ʼγοράζω», λες και είχε διαφορά ή ίσως γιατί σκεφτόταν ότι έτσι το μήνυμά του θα έφτανε πιο σωστά στον προορισμό του.
Αγόραζε αυγά και τα πουλούσε την επομένη πρωί πρωί στη Λευκωσία. Έτσι τον είχαν μάθει χρόνια ολόκληρα, να περνά συνήθως μια ώρα πάνω κάτω πριν νυχτώσει. Μέχρι που, ένα απόγευμα, τους έκανε τη μεγάλη έκπληξη:
«Πουλώ ανθρώπους!» Και αντίστροφα πάλι: «Ανθρώπους πουλώ!»(σ. 10 – 11)
Θα μπορούσα να διαβάσω στην εικόνα αυτή πολλαπλά σημαινόμενα. Σημειώνω την έμφαση του συγγραφέα στη λεκτική μετάδοση του μηνύματος, στη συντακτική σειρά των όρων της πρότασης, και σε ένα, κατά τη γνώμη μου, λανθάνον λεκτικό παίγνιο ανθρωπολογικής φύσως: ο αγοραστής αυγών μεταμορφώνεται σε πωλητή ανθρώπων.
Μοναδικό σημείο αναφοράς στο παρόν της αφήγησης είναι η βεράντα του πατρικού σπιτιού. Ο Στέφανος είναι, ουσιαστικά, καθηλωμένος σε μια επώδυνη αδράνεια από την οποία δεν τολμά να εξέλθει. Η μόνη δράση, το εγχείρημα εισόδου στο πατρικό σπίτι, μοιάζει απαγορευτική έως και τρομακτική. Η όλη δράση του μυθιστορήματος εξελίσσεται στο μυαλό του ομοδιηγητικού αφηγητή. Το σπίτι, τα αντικείμενά του και ο περιβάλλων χώρος πυροδοτούν σειρά παιδικές μνήμες οι οποίες, όσο πλησιάζουν την ενήλικη αφηγηματική συνείδηση, γίνονται όλο και πιο οδυνηρές, γίνονται εικόνες πολεμικές.
Eάν θέλουμε να διακρίνουμε τα είδη των αναμνήσεων στους Επιβάτες του Λυμπουρή, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο αφηγητής ανακαλεί εικόνες και ιστορίες από την προσωπική και οικογενειακή του ζωή, ανασυνθέτει μνήμες από τη συλλογική ζωή του τόπου και εικόνες από την κυπριακή Ιστορία. Ο χαμένος παράδεισος εντοπίζεται στις δύο πρώτες κατηγορίες, εκείνες των εικόνων της προσωπικής και συλλογικής ζωής. Οι γυναίκες «οι οποίες τα καλοκαιρινά βράδια κάθονταν εκεί “να κόψουν φιδέ“», οι γυναίκες που «κάθονταν γύρω από μια τσέστα, το μεγάλο στρογγυλό πανέρι, κι έφτιαχναν στο χέρι φιδέ» (σ. 39) δε μπορούν παρά να ανακαλέσουν μορφές εικαστικές του κόσμου της Κύπρου, όπως αυτές της ναΐφ τέχνη του Μιχαήλ Κάσιαλου. Έστω αν ακούγεται φιλολογική υπερβολή και ειδολογική παραβίαση, το ύφος του μυθιστορήματος, στις αφηγηματικές ενότητες ανασύστασης εικόνων από τον προπολεμικό παράδεισο της παιδικότητας και της αθωότητα;ς, θυμίζει έντονα την τεχνοτροπία της ναΐφ τέχνης. Η αναπαράσταση της παιδικότητας και της ειδυλλιακής συλλογικότητας υπαγορεύει στον συγγραφέα μια τάση προς την υφολογική απλότητα. Ο παιδικός εαυτός και η λαϊκή απλότητα δε θα επέτρεπαν καμία υφολογική εκζήτηση, καμία λεκτική επίδειξη, καμία αμετροέπεια, όσο αν το επέτρεπε η φιλολογική ιδιότητα του μυθιστοριογράφου. Οι μορφές της συλλογικότητας μοιάζουν να ξεπηδούν από τη μνήμη διαχρονικές.
Η γνώριμη γεωγραφία του χώρου του σπιτιού και του περίγυρού του είναι αυτή που καθοδηγεί τη μνήμη του αφηγητή στα αναδρομικά της ταξίδια. Τα αντικείμενα του οικείου χώρου γίνονται πυξίδα προσανατολισμού της μνήμης. Το «αρμάρι» , «την αξία του οποίου μεγάλωσε αρκετά για να την εκτιμήσει» (σ. 51), γίνεται το σημείο εκείνο από το οποίο εκπορεύονται διαδοχικές μνήμες: μέσα στο «αρμάρι» βρισκόταν «το βιβλίο του Αλέξανδρου Δουμά Οι τρεις σωματοφύλακες, που το είχε πάρει ως βραβείο επίδοσης στην έκτη τάξη του δημοτικού» (σ. 52), «ακουμπημένα στο πλάι του αρμαριού ήταν κάποια κομμάτια από τον αργαλειό της μάνας του» (σ. 53), «στη δεξιά πλευρά του αρμαριού, κρεμασμένο στον τοίχο, ήταν ένα τεράστιο, πλατύγυρο γυναικείο καπέλο μʼ ένα διακοσμητικό κόκκινο τριαντάφυλλο στο πλάι» (σ. 57) το οποίο συνόδευαν πολλές ιστορίες. Το αρμάρι γίνεται, στους Επιβάτες, ο πυρήνας εκείνος γύρω από τον οποίο δομούνται αφηγηματικές μικροενότητες εν είδει συνειρμικών διαδακλαδώσεων. Με τον ίδιο τρόπο το πατρικό σπίτι, και η ξενάγηση της μνήμης σε αυτό, λειτουργεί ως ο δομικός πυρήνας όλου του μυθιστορήματος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται όχι μόνο το παρελθόν του ομοδιηγητικού αφηγητή αλλά το παρελθόν και η ιστορία του τόπου του ως τη στιγμή της τούρκικης εισβολής. Από το σαλόνι του σπιτιού η μνήμη εισέρχεται στον ηλιακό όπου, επίσης, ένα έπιπλο λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της μνήμης: «Στη μέση του ηλιακού βρισκόταν ένα μεγάλο τετράγωνο τραπέζι, που ήταν στο επίκεντρο πολλών από τις αναμνήσεις του σπιτιού» (σ. 58). Στο ανατολικό συρτάρι του τραπεζιού ο Στέφανος, στην έκτη δημοτικού, ανακαλύπτει μια προκήρυξη της ΕΟΚΑ (σ. 58) ενώ στο νότιο συρτάρι «ήταν τα σύνεργα της μάνας του, η οποία ασκούσε το πολύ σημαντικό καθήκον της “νοσοκόμας” του χωριού» (σ. 62). H κουζίνα του σπιτιού, ταυτισμένη με τη μάνα, την παιδικότητα, την αθωότητα και τις μυρωδιές (σ. 73) είναι και ο χώρος στον οποίο ο πατέρας τού αναγγέλλει πως ο αδελφός του πεθαίνει (σς. 74 – 75). Η περιδιάβαση στον τόπο και το χρόνο ολοκληρώνεται με τη μαζική εκκένωση του χωριού λόγω της τούρκικης εισβολής.
Στο δεύτερο μισό μυθιστόρημα ο Στέφανος περιγράφει τα όσα έζησε ως στρατιώτης και η διήγηση αυτή ξεκινά με τον Στέφανο και τους άλλους άνδρες να ανεβαίνουν στα φορτηγά. «Στα φορτηγά, ανεβείτε στα φορτηγά» (σ. 102), είναι η διαταγή που δίνεται στους συγκεντρωμένους εφέδρους στο χωριό Δίκωμο. Επιβάτης των φορτηγών και ο Στέφανος. Οι έφεδροι αποστέλλονταν εκεί που γινότανε η εισβολή χωρίς κανένα στρατιωτικό σχεδιασμό, σαν ζώα που τα έστελναν για σφαγή (σ. 103). Οι βομβαρδισμοί των τούρκικων αεροπλάνων αναγκάζουν τους «επιβάτες» να εγκαταλείψουν τα φορτηγά και να τραπούν σε άτακτη φυγή (σ. 112). Ο Στέφανος και μια ομάδα άλλων εφέδρων κατευθύνεται προς το Μπέλλα – Πάις. Η στάση στην Κυθρέα, τον ολόδροσο επίγειο παράδεισο (σ. 159), επαναφέρει το θέμα του χαμένου παραδείσου. Η περιγραφική αυτή παύση, επιβραδυντική της αφήγησης, όπως όλες στο μυθιστόρημα, εμμένει στο στοιχείο του νερού ως βασικό συστατικό του παραδεισιακού τοπίου και το συνδέει με την παρουσία του θείου: «Ο Θεός ήταν εκεί, χάμω» (σ. 158).
Διαβάζοντας το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, εκείνο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το πολεμικό μέρος, δεν έρχομαι αντιμέτωπη με μάχες και στρατιωτική δράση. Έρχομαι αντιμέτωπη με την καταγραφή μιας άλλης αδράνειας, μιας στρατιωτικής αδράνειας η οποία, ουσιαστικά, στοιχίζει ανθρώπινες ζωές. Εξαρχής του δευτέρου μέρους γίνεται σαφές πως η ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν ανέτοιμη για μια απόκρουση εισβολής. Ότι την αιτία της ανετοιμότητας αυτής ο συγγραφέας την εντοπίζει στο προηγηθέν πραξικόπημα είναι σαφές. Ότι καταλογίζει ευθύνες είναι, επίσης, σαφές. Πιο σαφές, όμως, είναι πως τον ενδιαφέρει το τίμημα για την ανθρώπινη ζωή. Ο θάνατος, η απώλεια, η αιχμαλωσία, οι αγνοούμενοι είναι το τίμημα που πλήρωσε ο κόσμος της Κύπρου ως το αντίτιμο της προδοσίας. Το μυθιστόρημα κλείνει με την εικόνα του κοιμητηρίου στο Δίκωμο. Ο Στέφανος το επισκέπτεται ψάχνοντας τους τάφους του αδελφού του και φίλων του. Η εναπόθεση του ματσικόριδου στους τάφους του Σάββα και του Πάνου, φίλου και συναγωνιστή του Στέφανου, θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια εικόνα κυπριακή και κλισέ, αν δεν είχε προηγηθεί η ταύτιση της κατεχόμενης πατρίδας με τον χαμένο παράδεισο. Εκείνος ο χαμένος παράδεισος, σύμβολο του οποίου είναι τα μυριστικά ματσικόριδα, δεν έπαψε να υπάρχει, είναι ακόμη ζωντανός στο Δίκωμο, φυτρώνει και ανθίζει, μοσκοβολά ακόμη, μόνο που είναι κατεχόμενος και τουρκοκρατούμενος. Ελπίδα επιστροφής στην πατρική γη; Προσωπικά, δεν την αισθάνθηκα.
Μαριάννα Παφίτη
Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας









