ΚΑΤΩ ΑΠʼ ΤΟ ΝΕΡΟ

Σταγόνες υδρατμών παραδομένες
σε οροφές που αναμετρούν τη γύμνια μου
– ποτέ δεν θα ʼναι επαρκώς εκτεθειμένη –
μια υπόκρουση αγκαθωτού νερού
θα συνοδεύει τις σκηνές
κι έτσι η παραφορά
σαν ηχογράφηση παλιά
απλώς θα γράφει ιστορία.

Στο μεταξύ
γαντζάκια από πλεξιγκλάς
θα συγκρατούν το αθέατο
θα αποτυπώνουν την ντροπή
με φώσφορο λιωμένο
– μια αναγγελία διάλυσης
πριν την υποτροπή
κι η καταχνιά θρηνητική
να στάζει στα πλακάκια –

– Ποιος πριονίζει τη σκιά;

– Δεν είναι μια•
είνʼ η δική μου
κολλημένη στη δική σου.
Σφάγιο ιερό
που δεν ανήκει σε κανέναν.

Γλιστρά απʼ το σώμα μου
κρυστάλλινος ο τόπος
– Έξοδος και Θριαμβικό μαζί –
ραγισματιές απλώνονται
στην πρώτη όρασή μου
– ήμουν παιδί
κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν –

Τώρα
ας μείνουν αμετάφραστα
τα δύο ονόματά μου.
Μια εκδοχή θα ʼναι κι αυτή
άλλοτε εντός
κι άλλοτε εκτός τοπίου
μία οξύμωρη προοπτική
για αυτό το άλλο νόημα
το αιφνιδιαστικό
που αχνοφωτίζει το προφίλ
όσο καμία λάμπα.


ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ

Ο χώρος θύμιζε φουαγιέ
πολυτελούς ξενοδοχείου.
Πόρνες, ζητιάνοι και προαγωγοί
μαχαιροβγάλτες και κλεφτρόνια
εξορισμένοι από κει•
ή μάλλον κάπου εκεί κι αυτοί
όμως σε ρόλους άλλους, σοβαρούς
όπως, ας πούμε
αβρών εκτιμητών χρυσού
με τον πελάτη εμπρός τους μαγκωμένο
ακουμπισμένο στον γκισέ
ταριχευμένο έντομο πλαισιωμένο με κορνίζα.

Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις.
Εδώ προέλευση και καταγωγή
χέρι με χέρι ανταλλάσσονται.

(Χρυσή αλυσίδα με βαφτιστικό σταυρό
η βέρα και το δαχτυλίδι της μητέρας
ρολόγια αξίας με μπριγιάν
συλλεκτικά νομίσματα
σκεύη αργυρά
ακόμα κι έργα τέχνης)

Κι η εχεμύθεια φυσικά χρυσός…
Γυρεύει δόντια δυνατά
για το κλεισμένο στόμα
– κατά προτίμηση χρυσά –
την περηφάνια μας
αρχοντικά να ροκανίζουν.

Κι ακολουθεί το λιώσιμο
(Τήξη εν καμίνω ή χοάνη
καμίνευση, χωνεία)
μια ρευστοποίηση σκληρή
όρκων, γεννήσεων, επετείων.

Αποσυντίθενται τα σύμβολα
χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες
μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου
και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν
– γιατί αρρωσταίνουνε βαριά
όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε –
παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού
όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά
και βάζει πλώρη ολοταχώς
για νέες αμνησίες.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Αυλές καθαρίζω, υπόγεια καθαρίζω
αποθήκες και ακάλυπτους
σε δύο ώρες συγυρίζω.
Όλα τα παλιά σίδερα μαζεύω…
Εικονοστάσια αδειανά
κάγκελα σκουριασμένα
κλουβιά που απελευθέρωσαν πουλιά
ρόπτρα, σπασμένες πόρτες
σίδερα ατμού και γραφομηχανές
δάχτυλα παγωμένα…

Με μια επιβάρυνση μικρή
σηκώνω και πετάω στο λεπτό
ό,τι παλιό σάς ξέμεινε
στις «μουσικές καρέκλες»
κοκαλωμένο κι άφωνο
με ένδυμα επίσημο, εορταστικό
μα σκοροφαγωμένο
να βλέπει
προς την πλευρά του αφανισμού
και να μην το πιστεύει.

Σκεύη παλιά, ποδήλατα
φουγάρα, καλαπόδια
πούδρες περλέ, μαλλιά μπουκλέ
μονόκλ και περουκίνια
καλειδοσκόπια, παπιγιόν
μουστάκια, φαβορίτες.

Παλιά με φόβιζε πολύ
η εισβολή στα υπόγεια της υγρής ακινησίας
η επικείμενη έξωση διά των μεγαφώνων
η εκκαθάριση του αχρηστευμένου χρόνου.

Τώρα όλο και πιο σπάνια
κάποιος διαλαλεί
ένα παρόν ακέραιο, στιλπνό.
Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες.
Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν
απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν.
Αμφίβολη η ώρα τους.

Σαν την αμφίβολη ώρα
των εκτελέσεων.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απʼ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σʼ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απʼ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών
συχνά μʼ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είνʼ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.

Γιʼ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:
Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια…

Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
νʼ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα της πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει

μείνε.