[author]Του Γιώργου Χριστοδουλίδη[/author]
Πρέπει να σπάσεις πολλά εσωτερικά αποστήματα για να μπορέσεις να πεις αυτό που σε αναβλύζει, πόσο μάλλον να το γράψεις, ψυχική δαπάνη.
Αυτό που σου τριβελίζει την ύπαρξη και όχι αυτό που θέλουν να ακούσουν οι άλλοι. Οι οποίοι, μεθοδικά, επειδή δεν τολμάς να τα χαλάσεις μαζί τους, αρχίζουν να στρογγυλεύουν, μετατρεπόμενοι κι αυτοί σε μια σειρά από μαυριδερά αποστήματα, που όμως σπάζουν κι αυτά και διαλύονται, μόλις εκμυστηρευτείς πρώτα στον εαυτό σου, μετά στη γραφή σου, τις δικές σου αλήθειες.
Αλήθειες που δεν θα ήταν τόσο συμπαγείς, επίμονες και ανθεκτικές εκ γεννήσεως, αν δεν τις είχες αφήσεις τόσα χρόνια θαμμένες στη σιωπή.
Η σιωπή, στη σωστή θερμοκρασία, μαζί με τον αδίκως εγκαλούμενο, για σημαντικά θέματα, παρελαύνοντα χρόνο, μεστώνουν τις αλήθειες σου, σε μεταβάλλουν σε αεροστεγές κελάρι που παλιώνει αποτελεσματικά μια σπάνια ποικιλία κρασιού.
Σου τις παραδίδουν έτοιμες να πιωθούν, να ειπωθούν, ακόμη και να υποφέρουν- οι πληγές στο σώμα τους θα κλείσουν γρήγορα-, για να μην πω ότι χωρίς οδύνη, μια αλήθεια κινδυνεύει περισσότερο να εκτεθεί στην ανυποληψία και να βρωμίσει.
Ένα καλό και διαρκές βασανιστήριο από ατάλαντους βασανιστές, από εργολάβους κάθε τι καθεστηκυίου , είναι απαραίτητο, όπως τα βάσανα του Ιησού Χριστού ή η τραμπαλισμένη ζωή του αμαρτωλού Μπουκόβσκι.
Η διατύπωση μιας αλήθειας δεν είναι σκέψεις της στιγμής που συναρμόζονται σε νοήματα. Αλλά είναι τα υλικά και σου έχουν δοθεί από παλιά, από τότε που αποφάσισες, αφού πρώτα κυλίστηκες κι εσύ καιρό αρκετό μέσα στον βούρκο του εφήμερου τίποτα και αυτοματαιώθηκες με τις ψευδαισθήσεις σου, ότι θα προσπαθήσεις αν μη τι άλλο, να αποποιηθείς τον τίτλο του παντελώς «ενάρετου», του πόσιμου, του βρώσιμου, του εύπεπτου και του καλού αγωγού στη ασύμμετρη υποκρισία και ματαιοδοξία που μας πλημμυρίζει.
Από τότε που αποφάσισες ότι η μόνη συνωμοσία στην οποία θες να είσαι συνεργός είναι η συνωμοσία με το δύσκολο, το δυσεύρετο, το ωραίο, το αδάμαστο, το γαλαζοπούλι, τη θάλασσα, το φως, η συνωμοσία με το φεγγάρι και ένα μπουκάλι Lambrusco rose .
Είναι η συνωμοσία με εκείνον τον εκθλιπτικό μηχανισμό που εκθλίβει τη ψίχα αφού πρώτα διαλύσει το κέλυφος.
Πώς θα μπορούσες λοιπόν να διατείνεσαι ότι διεκδικείς μια υποψία αλήθειας , αν δεν έχεις προβάρει και δεν έχεις συντελέσει τελικά μια ολική ρήξη με το απόστημα που αποκαλείται ας πούμε οργανωμένος πνευματικός κόσμος; Με εκείνους που το εγωιστικά υπερφίαλο παρακράτος τους, προσομοιάζει περισσότερο με εξάπλωση μολυσματικής ασθενείας παρά με κάποιου είδους πολιτιστική συνδρομή. Που αντί να ακούνε και να ξανακούνε Μπετόβεν, Παπακωνσταντίνου, Τσιτσάνη, Scorpions, Led Zeppelin ή να διαβάζουν Υφ Μπονφούα, Larkin, Χριστιανόπουλο, Δάγλα, Ραψάνη, Aνεράδα, μέχρι να πεθάνουν, αναλώνονται σε λόγια του συρμού και σε σκατομαχίες.
Οχι, δεν έχεις πια καμιά σχέση με εκείνους που εκφαυλίζουν ό,τι αγγίξουν, και σαν μήλο που αρνείται να σαπίσει, αρνείται να κολλήσει φουζικλάδιο, πέφτεις μια μέρα από το δέντρο. Η φλούδα, τα κουκούτσια σου απλώνονται και βυθίζονται σε άλλο χώμα. Κάποιο ίσως πιάσει. Επιλέγεις να μην ανήκεις, επιλέγεις να ξαναγίνεις ώστε να είσαι.











Ο Μπετόβεν με τους Scorpions, ο Μπονφουά με τον Χριστιανόπουλο, είναι η μέρα με τα βαθιά μεσάνυχτα. Αυτή είναι η επιλογή σας, κ. Χριστοδουλίδη;
1. Είναι εφιαλτικό να κινείσαι σε κύκλους που δεν γουστάρεις για επαγγελματικους λόγους, για λόγους επιβίωσης.
[…]
99. Άργησα λίγο αλλά τους τα είπα.
100. Και σαν τον κ. Μιχο δεν έχω -πλέον- πολλούς “φίλους” να χάσω….
ΥΓ Οσο για μουσική και για λογοτεχνία ακούμε/διαβαζουμε τα παντα για να κατανοήσουμε και τους συνανθρωπους μας.
ΥΓ2 Επιλογες απο κλασσικη μουσικη
Rachmaninoff’s “Rhapsody on a Theme of Paganini”
Mussorgsky –
Night On Bald Mountain
Pictures at an Exhibition (και απο τους Emerson Lke & Plamer)
George Gershwin – Rhapsody in Blue
Ειλικρινές και εύστοχο βρήκα το κείμενό σας κ.Χριστουδουλίδη, επιτρέψτε μου μόνο δυο σύντομες τοποθετήσεις επ’ αυτού.
Η λέξη συνομωσία, κατά την κρίση μου, παραπέμπει σε αρνητικές καταστάσεις, οπότε το βρίσκω μάλλον αδόκιμο να μιλάμε για συνομωσία με το ωραίο ή το ηθικό. Συμμαχία ίσως. Οι λέξεις έχουν σπόρους μέσα μας αλλά και μέσα τους και ενδέχεται να γονιμοποιήσουν καταστάσεις.
Όσο για τα παραδείγματα των δημιουργών, περισσότερο από εκείνους και άλλους, ας μείνουμε στις δημιουργίες τους, ας διαβάζουμε και ας ακούμε δημιουργίες όχι δημιουργούς. Δεν είναι τυχαίο που μεγάλοι δημιουργοί αποκήρυξαν, έκρυψαν ή ακόμα και κατέστρεψαν κάποιες, κυρίως ημιτελής δημιουργίες τους, αναγνωρίζοντας (με το οξύτατο πνεύμα τους) πως ό,τι δημιουργεί ένας σπουδαίος δημιουργός δεν είναι «Ευαγγέλιο».
Επιλέγω, αυτή είναι μια σπουδαία λέξη, και όπως λέτε: «επιλέγω να μην ανήκω», ώστε να μπορέσω να γίνω.
Κατ’ αρχάς ευπρόσεκτες όλες οι απόψεις ακόμα και οι αρνητικές ως προς το κείμενο ή σημεία του κειμένου. Οταν κανείς εκθέτει δημοσίως μύχιες σκέψεις, πρέπει να είναι έτοιμος να δεχτεί ακόμη διασυρμό. Είναι υγιές για τον ίδιο τον συγγραφέα πρωτά απ’ όλα. Θα ήθελα μόνο να εξηγήσω ότι οι προτιμήσεις σε συγγραφείς, μουσικούς, μουσικές, βιβλία, είναι πολύ υποκειμενικές.
Σε ένα άλλο κείμενο θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί εντελώς διαφορετικά ονόματα. Το ίδιο όμως αντιφατικά. Πιστεύω στην άντληση ψυχίων από κάθε είδους τέχνη, κατεύθυνση, ρεύμα, τρόπο. Πιστεύω στο καλό ροκ αλλά και στο καλό λαϊκό. Στο κλασσικό αλλά και στο μοντέρνο. Το κάθε τι άμα έχει κάτι να πει, δεν έχει τόση σημασία η μορφή με την οποία εκφράζεται. Εχουν γραφτεί κακά ποιήματα με προσεκτικό τρόπο και σπουδαία με έναν εντελώς αυθάδη. Πιστεύω στον πλούτο των διφορούμενων, των αντικρουόμενων, των αλληλοαναιρούμενων, των ασύμβατων. Και πιστεύω στους συγγραφείς που έκαναν τέτοια πράγματα τα οποία τους έφερναν δήθεν αντιμέτωπους με την ιδιότητα τους (π.χ. Χέμινγουει). Στην πραγματικότητα, έτσι έγραφαν το επόμενο εμπλουτίζοντας την τέχνη τους.
Δεν πείθετε, κε Χριστοδουλίδη, καθόλου δεν πείθετε. Μιλάτε για τα γούστα σας, και μάλιστα τα εξιδανικεύετε. Είστε αδιόρθωτα υποκειμενικός, αλλιώς δεν θα βάζατε στην ίδια αράδα Μπετόβεν και ροκ. Γούστο σας, θα πείτε… Όμως δεν πρόκειται για σοβαρή αντιμετώπιση της τέχνης, ούτε είναι σοβαρά αυτά που γράφετε, αλλά κι αυτά των άλλων σχολιαστών. Αλήθεια, τους γνωρίζετε;