`

[author]Του Νίκου Βουτυρόπουλου [/author]

`

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα η κουβέντα είχε ανάψει για τα καλά. Πες το ζεστό κόκκινο κρασί, πες η καυτερή σούπα, το μέλλον της ανθρωπότητας φαινόταν προαποφασισμένο, κάπου ανάμεσα σε τρανταχτά γέλια και γεωπολιτικές αναλύσεις, σε μπαχαρικά και σχόλια φιλοσοφικού περιεχομένου. Η παρέα έμοιαζε ασταμάτητη, θα έλεγε κανείς πως μόνο μια πυρηνική καταστροφή θα μπορούσε να αποτρέψει τη συνέχεια της συζήτησης, μέχρι που ξάφνου ο τόνος άλλαξε, έγινε πιο εχέμυθος, διακριτικά προσωπικός.
«Βρε σεις, ξέρετε τι μου τι σπάει περισσότερο;» ρωτά ο κουζινάρχης την ομήγυρη, την ώρα που ετοιμαζόταν να σερβίρει τη σούπα, και δίχως να περιμένει απάντηση συνεχίζει: «Να σας πω… να ψάχνεις ένα κουκούτσι από λεμόνι μες στη σούπα και να μην το βρίσκεις με τίποτα. Σκέτη ταλαιπωρία. Να το βλέπεις τη στιγμή που γλιστράει από τη στυμμένη λεμονόκουπα και να μην προλαβαίνεις την πτώση του στο χυλό. Πώς να μη νιώσεις εντελώς άχρηστος μετά από δυο ώρες μαγείρεμα; Φρίκη! Να προσπαθείς μετά να το ψαρέψεις, μάταια όμως, λες και το καταραμένο είναι κρυμμένο στα βάθη του ωκεανού. Τι μένει στο τέλος να κάνεις; Παραδίνεσαι απλά στο νόμο της βαρύτητας κι εύχεσαι να μην το μασήσεις. Αλλά ποιός μπορεί νʼ αρνηθεί τις συναρτήσεις; Μόνο αυτός που δεν έχει ιδέα από μαθηματικά. Και να που έρχεται η στιγμή, ενώ ρουφάς τη σούπα σου, έχοντας ξοδέψει τόση ώρα να την φτιάξεις, με την πεποίθηση πως κουκούτσι δεν υπάρχει, πως το όλο επεισόδιο ήταν μια στρεβλή εικόνα του νου, καθώς απολαμβάνεις τη συντροφιά και τις αισθαντικές αναθυμιάσεις που κατακλύζουν τον περιβάλλοντα χώρο, ε τότε ακριβώς συνειδητοποιείς πόσο άσχετος είσαι με τη θεωρία των αριθμών. Μόλις μάσησες μια μικροσκοπική γλοιώδη μάζα που έσκασε σαν στρακαστρούκα ανάμεσα στα δόντια σου. Είναι να μη νιώσεις γελοίος, ηττημένος από μια ασήμαντη λεπτομέρεια, από κάτι το απειροελάχιστο, το μηδαμινό, που δεν κατάφερες να ελέγξεις; Ηττημένος λοιπόν από ένα άτιμο τόσο δα κουκουτσάκι που ταξιδεύει πλέον μες στο σκοτάδι του πεπτικού σου συστήματος… Γιʼ αυτό υπάρχουν και οι στίφτες, θα ʽλεγε κάποιος, όμως οποιοσδήποτε μπορεί να πει ο,τιδήποτε… Αλλά σα να μου φαίνεται πως είπα πολλά. Καλή όρεξη λοιπόν, και καλή χρονιά να έχουμε, ανεκτή μάλλον, ναι, ανεκτή».
Έξω ο βοριάς έδερνε τη πόλη. Άρχισε να χιονίζει. Οι άστεγοι κούρνιαζαν σαν τα σπουργίτια στους πεζόδρομους. Γιορτινά λαμπιόνια αναβόσβηναν, θαρρείς κι ήταν οι μαντατοφόροι ενός άλλου αιώνα. Παντού ευχές και απραξία. Χιόνιζε ως το πρωί.