`
Είπε η φωνή…
(Όνειρο με τα μάτια ολάνοιχτα)
“Ταξίδεψε ξανά στις Μέσα Κάμαρες”, μελωδούσε γλυκά
ήλιος χρυσός κρεμασμένος στα σύννεφα.
Στις κόκκινες στέγες, πουλιά πετάριζαν τα βλέφαρα
στο μισοΰπνι τους.
Ωχρή βροχή ζωγράφιζε τα πρόσωπα με χίλια
φύλλα φθινοπωρινά.
Στάλαζε γύρω μου ζεστή κι ως ξεχυνότανε
ποτάμι βουερό στη γης, πήρα και ήπια
νίφτηκα και ευθύς τα μάτια άνοιξαν να δω
για να θαυμάσω απ`την αρχή τον κόσμο
τον απέραντο.
“Γράψε ό,τι δεις-είπε η φωνή- μη λησμονήσεις
ότι παρήλθε ο καιρός της πρώτης θλίψης σου.
Νερό δεν είναι, μα το δάκρυ το βαρύτιμο
ανέγγιχτος να βγεις ξανά μπροστά στον ήλιο.
Αν η καρδιά σπλαχνίστηκε βαθιά, αν ίσως πόνεσε,
αν έχει μάθει ν`αγαπά, ας τραγουδήσει”.
Ανίδεος παντοτινά με το`να χέρι μου
χάραξα τις γραμμές τις πρώτες μου στο χώμα
πριν να μπορέσω με το στόμα
να συλλαβίσω του χρησμού τα λόγια τα ανερμήνευτα.
`
*
Στοές
Κάποτε τα μικρά, τα τόσο ασήμαντα
όπως μια τοσοδά λεπτή κλωστή μπορεί να είναι
ο μίτος που σε φέρνει στη ζωή μες απ΄την άβυσσο
βήμα το βήμα προς το φως, έξω στον κόσμο.
Μα αν σου δοθεί η χάρη ξαφνικά και τόσο ανέλπιστα
βιάση δε θέλει στη χαρά σου τη μεγάλη.
Εύκολα μπλέκει το κουβάρι με μια κίνηση
εύκολα σπάει η κλωστή και τότε μόνος
κι ανήμπορος θα τριγυρνάς δίχως ελπίδα πια
χρόνια και χρόνια στις στοές που σε γνωρίζουν.
.
*
Επιστροφή
Σπατάλησα το έχει μου μακριά στην ξενιτιά
είκοσι χρόνους δούλεψα σ`άλλα χωράφια.
Τα πατρικά τα πήραν αξιότεροι κι εγώ
χοίρους βοσκούσα για το ξεροκόμματο.
Ίσως γιατί το ήξερα πως στην επιστροφή,
στους πρώτους λόφους πλησιάζοντας στο σπίτι,
θα`βλεπα τη γνωστή φιγούρα του πατέρα μου
να καρτερά ακουμπώντας στο ραβδί του
να ξεφωνίζει, να χοροπηδά,
τους υπηρέτες του να κράζει να προφτάσουν
αρχοντικό να στρώσουνε το δείπνο μου
και πως μονάχος του θα έπεφτε μπροστά μου
για να μου πλύνει με τα δάκρυα τα πόδια μου
λες κι ήταν απ`τους δυο, αυτός ο φταίχτης.
Είκοσι χρόνους δούλεψα μακριά.
Τώρα το βλέπω που τα νιάτα μου σπατάλησα.
Κυλήσανε νερό στις χούφτες μου και τα`χασα
και πιο φτωχός κι απ`τους φτωχούς γυρίζω πίσω.
Αν ήμουν Οδυσσέας, θα`λεγα χαλάλι τους
είχα πολλά να δω, πολλά να μάθω
σε τόσες θάλασσες παλεύοντας με τον Θεό
με τόσα τέρατα φρικτά που με στοιχειώναν.
Όμως δεν ήμουν και το ήξερα καλά
πως στη δική μου Τροία, δίχως σκέψη,
ρίχνουνε πάντα στη φωτιά τα ξύλινα άλογα
και ασφαλείς χασκογελούν από τα τείχη.
`
*
Προφητικό
“Οδόν απωλείας πορευθήσονται οι πεπλανημένοι
ότι πολύ εμίσησαν τους κατοικούντας την γην.
Ιδού, ως λύκοι, υιοί του Κάιν εσυνάχθησαν
και λόγος αληθείας ουκ ευρέθη
επι τα στόματα αυτών εις τον αιώνα”.
Μην τις ακούς τις προφητείες τις δυσοίωνες
τα λόγια της πικρής Κασσάνδρας που επιμένει
πως θα`ρθει φτώχεια μεγαλύτερη, πως τα παιδιά
θα φύγουνε ξυπόλυτα στα ξένα,
μ`ένα σακίδιο μοναχά πάνω στους ώμους τους,
πως θα ζητούν ψωμί οι μανάδες στα σκουπίδια,
πως τα κοπάδια των φτωχών μ`άγρια κραυγή,
με μάτια κόκκινα από τα δακρυγόνα και τη θλίψη,
θα συνωστίζονται μες στις πλατείες της πρωτεύουσας
και πως θα πέφτουνε στα γόνατα όλη νύχτα,
ξεμαλλιασμένες οι γριούλες στα εικονίσματα,
μήπως και φύγει το κακό να λυτρωθούμε.
Μην τους ακούς τους ειδικούς, δεν ξέρουν τίποτα.
Γιατί χειρότερα θα`ρθουν, μήπως κι αλλάξει
η άγρια φύση μας και μάθουμε τι πάει να πει
-έστω κι αργά, μετά από δυο χιλιάδες τόσα χρόνια-
“αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν”
και πως ανάσταση δεν έχει πριν πεθάνεις…
`
*
Μες στη σιωπή
Με ψίθυρους αχνούς, στο φως στο έρεβος
αθόρυβα περπάτησα στον κόσμο
μακριά απ`τις κραυγές που με πληγώνανε
μα τώρα δες, μες στη σιωπή πόσο μερώνω
σαν παίζει μουσική γλυκιά και νιώθω έτοιμος
να βγω στα γνώριμά μου μονοπάτια
σαν το παιδί που αλητεύει και ξεχάστηκε
ολημερίς στο γέλιο, στο παιχνίδι.
`
*
Στου δρόμου τα μισά
Πόσο βαρύναν πάνω μου οι φωνές
οι αναιδείς ματιές του κόσμου και τα έργα
κι όσα ποτέ δεν ήρθαν κι ας καρτέραγα
κι όσα αγάπησα πολύ μα λιγοστέψαν.
Πάλι στου δρόμου τα μισά με το τραγούδι μου
στα χείλη μου μισό λησμονημένο
στέκομαι να κοιτώ τα χρώματα που σκόρπισε
στα σύννεφα ο ήλιος πριν μισέψει.
`
*
Το σπίτι
Ι.
Ψίθυρος για το ποίημα που δε γινόταν να γραφτεί….
Απ`τη γωνιά του δρόμου κοίταζα το σπίτι μου
το πατρικό μου σπίτι ρημαγμένο
με κλειδωμένη πόρτα, σφαλιστά παράθυρα
χωρίς ζωή, βουβό και γερασμένο
και φανταζόμουν σκόνη του καιρού στους διαδρόμους του
στρώμα λευκό σαν χιόνι στα κρεβάτια
και το φτωχό χαρτί μου μούσκευε στα δάκρυα
κι η ποίηση μ`αρνιόταν πεισμωμένα.
Γιατί μια λέξη έψαχνα να βρω μα δεν ερχότανε
μέσα στο νου, στα πικραμένα χείλη,
μέχρι που βάδισα αποστρέφοντας το βλέμμα μου
μακριά σαν ξένος κι ήρθε μόνη της η λέξη
για να γραφτεί εκατό φορές στ`άδειο χαρτί
κι εγώ τη διάβασα σκυφτός, βαθιά θλιμμένος
τη λέξη “λεηλατημένος”, που ώρα γύρευα.
`
ΙΙ.
Πλύναμε με ιδρώτα τα ντουβάρια του
κλείσαμε στις σκιές του μυστικά
ποτίσαμε μ`αγάπη τα λουλούδια του
τόσο που ξεχειλίζοντας, κυλούσε στο δρομάκι.
Δε βλέπαμε αν ήταν φτωχικό.
Κομμάτι ήταν απ`το ίδιο το κορμί μας
ή μάλλον, το κορμί μας ήτανε κομμάτι του.
Ξέραμε πια τις αποστάσεις στα τυφλά.
Όλες τους μετρημένες με τα χέρια.
Όλες τους μετρημένες με τα γόνατα
απ`τα μικρά-μικρά μας χρόνια, τα αθώα.
Το`χαμε εικόνισμα ιερό μες στην καρδιά
το`χαμε στολισμένο δάκρυα και γέλια,
εκείνο το σπιτάκι μας που ρήμαξε.
`
*
Ο Τρόμος
(Τη νύχτα που τα φώτα έσβησαν στην “Πόλη του Φωτός”…)
Αόρατος, ασώματος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ`εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
στο κάθε βήμα του στης πόλης τα στενά
στα πεζοδρόμια τ`αδειανά και στις πλατείες.
Σίμωνε τους περαστικούς μ`άγρια χαρά
κάγχαζε που σκυφτοί με τον γιακά τους σηκωμένο,
μήτε που έστρεφαν ποτέ ψηλά τα μάτια τους
όταν τους άγγιζε με χέρια παγωμένα.
Χωνότανε μετά μέσα στα σπίτια τους
σε κάθε σκοτεινή γωνιά, σε κάθε ήχο
μόλυνε το ψωμί τους, να μην τρώγεται
κι έπειτα στο κρεβάτι τους, κρυφά, μες στο σκοτάδι,
όνειρα έφερνε βαριά γεμάτα αίματα
γεμάτα πόνο δάκρυα και θλίψη.
Ασώματος, σαν άνεμος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ`εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
δεν είχε φίλους ή γονείς, δεν είχε πρόσωπο,
αισθήματα δεν είχε και γελούσε.
`
*
Κεντρικό δελτίο
Την ώρα που γλυκιά, κύματα-κύματα
μεθυστική μια ρέμβη σου ποτίζει το κορμί
νωχελικά, κι αφήνεσαι αργά να σε βυθίσει
και πια δε νιώθεις ούτε την ανάσα σου
και με μισόκλειστα τα μάτια ταξιδεύεις,
μες στη μικρή οθόνη χαμηλόφωνα
μετά τα σπορ τα κοσμικά τις διαφημίσεις
για τα καινούρια απορρυπαντικά, ξανά η θάλασσα
άσπρη μαβιά γεμάτη από κραυγές,
γεμάτη χέρια ανοιχτά, γεμάτη μάτια
και τα παιδάκια μπρούμυτα κι ασάλευτα
που πάνε κι έρχονται στα κύματα σαν τόπια,
λες και τα νοιάστηκε ο θάνατος και τ`άφησε,
ανέμελα να παίξουν πριν τα πάρει.
`
*
Στην έρημη πλατεία
Σαν πέσει η νύχτα και το σύνθημα δοθεί
πολύχρωμο πολύβουο ποτάμι
σκορπά στις στάσεις του μετρό με τα πανό,
με τις σημαίες και τα λάβαρα στα χέρια.
Και πίσω στην πλατεία που ερήμωσε,
δυο-τρία απορριμματοφόρα
σωροί μπουκάλια πλαστικά, σκυλιά αδέσποτα
και σκόρπιες λασπωμένες προκηρύξεις.
Μα σκύβοντας κανείς πιο χαμηλά,
αν γονατίσει μια στιγμή στα πεζοδρόμια
θα δει να λάμπει ακόμα ο ιδρώτας τους
στο λίγο φως, κι ίσως κρατώντας την ανάσα,
ν`ακούσει το στερνό τραγούδι σα βροντή
σαν καταιγίδα μακρινή, κι ίσως να νιώσει,
μέσα από τους πυκνούς καπνούς, τα χημικά,
μιαν ανεξήγητη οσμή που σε μεθάει,
γιατί η άνοιξη θα`ρθεί, όσο κι αν άργησε,
να λιώσουνε οι πάγοι και τα χιόνια.`
*
Ο χρόνος
(Έξι ψίθυροι στο σκοτάδι)
Ι.
“Ο χρόνος είναι αληθινός”, είπε και σιώπασε
μ`αυτό το τελευταίο σίγμα μες στα δόντια
μ`αυτή την έγνοια στα σμιγμένα φρύδια του
μ`αυτά τα μάτια τα σκοτεινιασμένα.
Κι ήτανε τόσο αλλόκοτο κι απίστευτο
κι ήτανε τραγικά φαιδρό, μα την αλήθεια,
πως μου`φερνε λιγάκι στη μορφή
και πως μιλούσε με την ίδια τη φωνή μου
ο λυπημένος ξένος στον καθρέφτη μου.
`
ΙΙ.
Με παγωμένη τη φωνή, με μάτια διάπλατα
βρήκα ξανά τα γνώριμα σημάδια
αυλάκια να κυλά ο καιρός να σιγοσώνεται
κι άλλα που κέρδισα μικρούλης στο παιχνίδι
στον πετροπόλεμο σα νύχτωνε κι η μάνα μου
έβγαινε σαν τρελή να με γυρέψει
κι όλο με ψευτομάλωνε χαϊδεύοντας,
κι όλο με σκούπιζε απαλά με την ποδιά της.
Ο χρόνος είναι αληθινός, είπα και σιώπασα.
`
ΙΙΙ.
Κι αν βρήκα τα σημάδια μου κι αν άγγιξα
τον τύπο των ήλων με τα δάχτυλά μου,
γελώ και φεύγω και ξεχνώ και αποστρέφομαι
την κάθε θλίψη σιγοτραγουδώντας
και πια δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι
μην πεις ξανά πως τάχα με γνωρίζεις.
Άναψε μέσα μου εξαίσια φωτιά
που μου ζεσταίνει την καρδιά και με φωτίζει
και διόλου δε μ`αγγίζει ο καιρός.
Δεν είναι αληθινός, είπα χλευάζοντας.
`
IV.
Σαν λα μινόρε στη σιωπή,
σκόνη παιχνίδισε θαμπή στο πέρασμά της
απ`τις κουρτίνες πρώτα κι έπειτα ξεχάστηκε
στον άδειο τοίχο σα φωτιά ξετρελαμένη,
η πρώτη-πρώτη ακτίδα στο σκοτάδι μου.
Κι ήταν μετά απ`την αρχή λόφοι, βουνά,
άσπρα σπιτάκια χαμηλά, στενά δρομάκια
λουσμένα φως και κλείνοντας τα βλέφαρα,
απόμεινα να βλέπω μαγεμένος.
(Ανέγγιχτα στο χρόνο όσα αγάπησα!)
`
V.
Σ`άκουγα πίσω μου με βήματα βαριά
να`ρχεσαι κι έλεγα θα κάνουμε το δρόμο
μαζί μέχρι το τέλος, μα πού χάθηκες,
στα σταυροδρόμια όταν λάθεψες, αχ να μη νιώσω,
κι απελπισμένος τώρα κοντοστέκομαι
ν`ακούω τη σιωπή και την ανάσα μου
ν`ακούω την καρδιά μου που ραγίζει.
Μα το θεό, θα`ρχόμουν να σε βρω, όμως δε γίνεται
κανείς να στρέψει στην αρχή, μα είναι ανάγκη
πάντα το δρόμο να τραβά μπροστά κι ασθμαίνοντας,
με τι καρδιά, με τι καρδιά να προχωρήσω;
Μα τόσο βιάστηκες κι εσύ, μπορούσες άραγε
λίγο καιρό να κρατηθείς, λίγα χρονάκια
κάμποσους μήνες, έστω, να`βρισκες τη δύναμη
μα βιάστηκες πολύ να ξεμακρύνεις
βιάστηκες, μάνα, στο σκοτάδι να χαθείς
προτού να μάθω μοναχός να περπατάω,
πριν να προλάβω καληνύχτα να σου πω
πριν να προλάβω να σου πω πως σ`αγαπάω.
(Ο χρόνος στέρεψε μεμιάς, είπα και δάκρυσα).
`
VI.
Το κάθε κύτταρο κρατάει τις μνήμες του νερού
της άγριας πέτρας την οσμή, τη γεύση
κάτι από την αφή φωτιάς βαθιά στα έγκατα
απ`την ανάσα του Θεού που με τα χέρια
πήρε να πλάσει κάμπους και βουνά
γονατιστός σαν το παιδάκι στο παιχνίδι.
“Είμαστε φύτρα θεϊκή, σαν τη φωτιά
αρχαίοι όσο το νερό, όσο το χώμα
έξω απ`του χρόνου τη φθορά”, είπα και σήκωσα
ψηλά τα μάτια μου, βαθιά γαληνεμένος.
`
*************************************************************
Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα, όμως ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μ.Ε. Έχει εκδώσει τα βιβλία:
1. “Μικρή Περιήγηση”, ποίηση, εκδόσεις “ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ”, Θεσσαλονίκη 1996.
2. “Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος”, ποίηση, εκδόσεις “ΠΗΓΗ”, Θεσσαλονίκη 2016.
3. “Νυχτοπερπατήματα”, νουβέλα σε ψηφιακή μορφή (e-book) εκδόσεις “24γράμματα”, (www.24grammata.com) Κοζάνη 2016.
O Δημήτρης Παπακωνσταντίνου έγραψε και δημοσίευσε βιβλιοκριτικές πάνω στα έργα άλλων δημιουργών. Οι εργασίες αυτές φιλοξενούνται στους ιστότοπους www.bookpress.gr και www.fractalart.gr Ποιήματά του φιλοξενούνται σε διάφορα περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Από το 2016 είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.










