ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Με κίτρινες φυλλάδες διπλωμένες για το κρύο
στα ρούχα μου και κόκκινες γραμμές,
με γκρίζες ζώνες στην ψυχή μου
μια νύχτα σαν τον Εμπειρίκο θʼ αποδράσω·
αχάραγα
διαβαίνοντας από τα κούφια οράματα των ξένων
των πολλών,
όπως σκουλήκι που από κούφιο κόκαλο διαβαίνει.

Το λάβαρο ανεμίζοντας της ηδονής εξαίσια,
γαλάζια, πράσινα, ερυθρά φλάμπουρα
θα αντιχαιρετίσω
ζωηρά, καθώς να είναι ο οίστρος του θανάτου.

Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να ελκύω το Ωραίο.

 

ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ ΦΑΣΜΑ

Μπαίνω στα λεωφορεία πριν αναχωρήσουν
και ενημερώνω τους συνανθρώπους:
Με λένε Ulas και είμαι από Τουρκία,
πάσχω από το “σύνδρομο ΟύνερΤαν”.
Κυκλοφορούσα σαν ποίημα στο Hatai.
Τώρα με βλέπετε όρθιο γιατί έχω πια πεθάνει.

Τα χρήματά σας άχρηστα.

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Το όνειρο χρησμός βγαλμένος
από της κάθε νύχτας
τα σκοτεινά εντόσθια:
Εγώ ασπρόρουχο στης μάνας μου τα χέρια
μια στον πάτο της χλωρίνης
μια στο τοίχωμα της σκάφης
και μια να τρίβομαι στην ίδια μου τη σάρκα.

Κι έπειτα διάπλατα απλωμένος
μπαλωμένος
στο φως
στα τέσσερα στοιχεία
στα τέσσερα στοιχεία
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα

νʼ ασπρίζω σαν τα κόκαλα της μάνας μου.

 

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Τις νύχτες οι πολυκατοικίες γίνονται κτήνη
Κύκλωπες με ανθρώπους στην κοιλιά τους
Λιθοβολούνε τις μικρές εκκλησίες

Εκείνες πακτωμένες στη γη
Χορτάτες κιονόκρανα κι αρχαίες παρακλήσεις
Προσμένουνε
Το πρώτο φως

Μέσα τους ηρεμία
Άγια γαλήνη
Χωρίς τους αγίους
Χωρίς τους ανθρώπους

Ένα κερί φωτίζει μια γυναίκα
Η πόλη αφουγκράζεται τα βήματά της
Έχει ταΐσει το μωρό της σούπα

 

ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ

Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου·
ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου.
Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος,
καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου,
ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου.

Ψαλμός ΡΜΒ´ (142)

Δειπνώ σκιές, τοπία, κυπαρίσσια
Με ξύλα απʼ το καράβι μου ταΐζω τη φωτιά

Ψαλμός αντιπερισπασμός, παρηγοριά στο ρίγος
Καστέλο βενετσιάνικο είναι η συνείδησή μου
Των κρεμασμένων μυστικά αρχειοθετώντας
Θρύψαλα τζάμια φλυαρούν στα παραθύρια της

Τους ώμους μου σηκώνοντας
Πετάω από κει τα όνειρά μου
Τσαλακωμένες πλαστικές συσκευασίες

ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος…
ἐξέλιπε τὸ πνεῦμα μου…
καὶ ὁμοιωθήσομαι
τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον…
και πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου…

Από την υπό έκδοση συλλογή “Ελαβον” που θα κυκλοφορήσει από το Σαιξπηρικόν μέσα στο 2017

Βιογραφικό

Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου γεννήθηκε το 1968 στη Βέροια όπου ζει και εργάζεται. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές:
«Η τράπουλα του καλοκαιριού» (εκδ. Ars Poetica, 2012),
«Furor Scribendi» (εκδ. Ars Poetica, 2013),
και
«Ο άστεγος της οδού Χαμογέλων» (εκδ. Σαιξπηρικόν, 2015),
ενώ συμμετέχει στα συλλογικά έργα:
«Ποιητικός Πυρήνας – Ανθολογία» (εκδ. Ενδυμίων, 2012) και
«Ποιητικός και Πεζός Λόγος των Μελών της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (1980 – 2015)», (εκδ. Ρώμη, 2016).