`

Άνθρωποι σκουπίδια

Τι μας κάνει και
Παίρνουμε τα λεωφορεία και τα τρένα της γραμμής και τα καράβια τα σαπισμένα και τα αεροπλάνα που τρίζουν και ταξιδεύουμε δεύτερη θέση και τρίτη και ας μας έβαζαν και στις αποσκευές αρκεί να φτάσουμε
Και γινόμαστε χιλιόμετρα και όχι άνθρωποι είμαστε δρόμοι πια
Και φορτωνόμαστε σακίδια σκισμένα ξεχειλωμένα όλη η ζωή κάτι ρολά ρούχα ασιδέρωτα και λέμε δεν έχουμε ανάγκη τα σιδερωμένα μοναχά να φτάσουμε και όλα τα άλλα θα είναι περιττά, νομίζουμε ο κόσμος στην άφιξη μας θα τελειώσει μʼ αυτός προχωράει κανονικά.
Και φτάνουμε Και γυρνάμε σε πόλεις που δεν ξέρουμε, σε πόλεις που δε θέλουμε να μάθουμε, εμείς για δύο μάτια είμαστε εδώ αφήστε μας να ξεκουραστούμε επιτέλους
Και κοιμόμαστε σε ξενοδοχεία φτηνά βρώμικα και περιμένουμε με τα μάτια ανοιχτά και την ανάσα κομμένη μέχρι η πόρτα να ανοίξει να μπει λίγο φως να γίνουμε και πάλι άνθρωποι
Σε κάτι δωμάτια της Φρανκφούρτης που βρωμάνε θλίψη κι όμως μπαίνουμε, σε κάτι δωμάτια στενά με σκάλες στριφογυριστές του Αλικάντε που μυρίζουνε παταταςμπράβαςαπ τις γειτονιές και περιμένουμε μια Ισπανία που δεν έρχεται και τη μισούμε τη μισούμε, ξέρεις, πατάτες δεν θα ξαναφας, και κάτι διαδρομές μέσα στα πεύκα, περνάει η Επίδαυρος και οι αρχαίο θεοί κουνάνε το κεφάλι μοναχά με κατανόηση και θλίψη για την ιστορία που επαναλαμβάνεται, και κάτι μονοήμερες στην Πράγα για να δούμε την Άνοιξη μες στο χειμώνα και κάτι κύματα που αφήνουμε να μας βρέξουν σε καταστρώματα πορτοκαλί και σκουριασμένα, Αιγαίο πέλαγος Αθήνα Πάτρα το ίδιο και το αυτό
Και επιστρέφουμε
Εξουθενωμένοι
Στο τίποτα Χυνόμαστε σε κρεβάτια άδεια διπλά,
Κι ούτε που ξέρουμε που είμαστε, Μόνο να κοιμηθούμε θέλουμε, τώρα αμέσως Μα ο ύπνος δεν έρχεται να μας λυτρώσει, Και σέρνουμε το χάρτινο μας σώμα στους βουβούς διαδρόμους, και επιστρέφουμε εξουθενωμένοι στο τίποτα καθώς απ το σακίδιο το σκισμένο ξερνάνε κομματάκια εισιτήρια από τα τρένα και τα λεωφορεία και τα αεροπλαναλοουκοστ,
και τώρα πια δεν είμαστε ούτε χιλιόμετρα, εισιτήρια γινόμαστε τώρα, όλη η ζωή μας ένα απόκομμα με ξεβαμμένους προορισμούς, εκατοντάδες από δαύτα
Και τα φυλάμε ευλαβικά
Μέσα σε κουτάκια ξύλινα, ντοσιέ πλαστικά βιβλία συρτάρια αρωματισμένα μολυβοθήκες τσίγκινες σε πίνακες από φελλό ανακοινώσεων τα καρφιτσώνουμε σε πορτοφόλια ξεφτισμένα άδεια.
Κάνουμε την καρδιά μας μια απόδειξη, κάνουμε την καρδιά μας κομματάκια
Που άλλοι πετάνε Σε κάδους πλαστικούς και κάποιες φορές, ίσως, πάνω στα ίδια τα χιλιόμετρα που εμείς για αυτούς πατήσαμε, αφήνουν να πατήσουν τα αποκόμματα μας ρόδες καυτές να γίνουν ένα με την άσφαλτο,
Ναι,
τα πετάνε,
Δεν τα φυλάνε δεν έχουνε αυτοί κουτάκια ξύλινα δεν έχουν άδεια πορτοφόλια δεν έχουν τσίγκινες μολυβοθήκες δεν έχουν δεν έχουν δεν έχουν καρδιά.

`

*

70 τις εκατό

Στα καράβια στοιβαγμένοι,
σε πλαστικές καρέκλες πάνω,
σε σωσίβιες λέμβους δίπλα,
όλοι σε καταστρώματα,
μπλε του σκουριασμένου,
κολλάμε αλμύρα και
κάπως καλύτερα σα να αναπνέουμε.

Στα καράβια ζαλισμένοι,
με καπέλα ψάθινα ξεφτισμένα,
σαγιονάρες με άμμο ασημένια των ονείρων η σκόνη,
φούστες που ο αέρας ανταλάσσει με αναστεναγμούς,
φιλιά της προσμονής,
όλο το βιός ενός καλοκαιριού,
τα κύματα μετράμε μαγεμένοι
κι οι γλάροι μας παραβγαίνου,
παίρνουν κι αυτοί ονόματα για λίγο,
Αχαιός, Ζέφυρος, Νεφέλη,
κι ύστερα ανοίγουν τα φτερά και στο Αιγαίο ξεχύνονται γελώντας.

Στις αμμουδιές παραδωμένοι,
απλώνουμε πετσέτες που μυρίζουν σπίτι και κάνουμε έρωτα στα απέραντα γαλάζια,
μεθάμε με ήλιο κι αλκοόλ και απο τα βράχια επάνω που σαν βασιλιάδες στεκόμαστε πηδάμε
για να κάνουμε μια τρύπα στο άπειρο μπλε,
μήπως και μείνει ο απόηχος στους χτύπους της καρδιάς μας.
Θάλασσα τρώμε, θάλασσα πίνουμε,
αλάτι μυρίζουμε γλύφουμε φτύνουμε,
γινόμαστε ότι είμαστε νερό νερόνερό.
Κι όταν το βράδυ πέσει
χορταίνουμε με γρύλους και αγάπη,
με ιδρώτα και αστέρια, ένα σεντόνι απο δαύτα.
και τους κρυβόμαστε στα σοκάκια,
και μας ξετρυπώνει το φεγγάρι,
και εμπρός του τις αμαρτίες μας απλώνουμε να τις ξεπλύνει με το φως του,
κι αποκοιμιόμαστε σε αγκαλιές ξασπρισμένες και ανάλαφρες.

Στα καράβια φουρτουνιασμένοι,
ούτε κι εμείς ξέρουμε
που πάμε
γιατί γυρνάμε,
καρφώνουμε υπνόσακους σε βρεγμένα πατώματα,
κι οργισμένοι υψώνουμε τις γροθιές μας στους γλάρους.

`

*

Μπραιγ

Κι όπως τα χέρια σου δειλά αγγίζω,
βεβαίως ένα τη φορά,
δεν ξέρω τι να περιμένω πια.
Ποιο περιστέρι θα φτερουγίσει κατα που,
ποιος μύθος στις φλέβες σου απάνω
θα ρθει να ξαποστάσει,
ποιο ρίγος θα αναστηθεί ετούτη τη φορά,
λες και κουμπιά πατάω,
λες και σε μπραιγ σου μιλάω,
να κοίτα,
εδώ σ’ αγαπώ, εδώ σε θέλω, εδώ δεν ξέρω.
Όταν τα χέρια σου κλειδώνουν στα δικά μου,
δεν ξέρω πια
ο άνθρωπος τι είναι,
γιατί ζει,
γιατί ξυπνάει,
αν όχι για να ανατριχιάζει.
Αν όχι για να περιμένει.


`

*

Τα φώτα της πόλης

Δέσμιοι
Δέσμιοι του κάθε μέρα και
δέσμιοι του επειδή.
Δέσμιοι της συνήθειας και του έτσι πρέπει και του έτσι είναι.
Κλειδωμένοι στα έγκατα της ψυχής μας,
μην ξεφύγει μιλιά,
μη σου πω σ αγαπώ και πεθάνω,
μη μου πεις και εγώ και χαθείς.
Πολιορκημένοιαπο τα σύννεφα που σιγά σιγά μαζεύονται
και πως θα μείνουμε στεγνοί.
Εξαντλημένοι από τους τοίχους που στενεύουν,
και κάθε βράδυ γυρνάμε σέρνοντας τα κορμιά μας βαριά και
ρυπαρά από τα καυσαέρια της ζωής που μας ακουμπάει ξυστά,
γυρνάμε και ανάβουμε το φως,
όχι,
τα φώτα,
φώτα πολλά για να μη νιώθουμε μόνοι,
το φως του μπάνιου ανοιχτό,
και της τηλεόρασης,
και το φως απο το στέρεο
και το φως του υπολογιστή,
φως στο σαλόνι και φως στην κουζίνα,
και τριγυρνάμε στα δωμάτια,
και ψάχνουμε,
μανιωδώς,
κάτι κάτι κάτι να κάνουμε,
ανάβουμε τα φώτα να βλέπουν οι απέναντι οτι ζούμε,
υπάρχει άνθρωπος εδώ,
ακόμα,
άνθρωπος μόνος στο άγριο της πόλης που βραδιάζει.
Κι εσύ ένας τέτοιος,
σαν αγρίμι σε φαντάζομαι,
να σέρνεις τα πόδια σου μιλώντας στο τηλέφωνο ενω δε θέλεις,
μα έτσι έχεις επιλέξει ν αναπνέεις,
ακούς μουσικές απο δύο πλευρές
και πάλι δε χορεύεις,
πίνεις μπύρες και πάλι δε μεθάς,
ένας τέτοιος άνθρωπος,
μες στα σκοτάδια,
κι αντί να συρθείς μέχρι την πόρτα μου,
κουρασμένοι κι οι δύο,
να μου πεις έλα να κάψουμε τα φώτα της πόλης γιατί σε θέλω,
αντί γι αυτό
κλειδώνεις την πόρτα και κοιμάσαι μόνος.