ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
Άγνωστες οι λέξεις στην περγαμηνή
Σάν το μουρόχρωμα που αντανακλάται πάνω
Στη στέγη της ροδακινιάς
Το ψάρι δάγκωσε το αγκίστρι
Και το αγκίστρι δάγκωσε τη γκραβούρα
Με τα θολωμένα μάτια
Της Στίλβης
Το σώμα της νιαούρισε στη συντριβή
Του συντριβανιού
Αυξάνοντας το πρόσχαρο σύμβολο της πεμπτουσίας
Εθεάθει στο κρεματόριο του παροξυσμού
Αγέλαστος πέτρα
Μυρίων τόσων γκρεμνών
Κι ακόμα πόσων σκοπών
Η σύναξις του πολεμάρχου
Το καμπαναριό που κοιμάται
Σιρόπι στο ασανσέρ που κλειδώνει το γέλιο
Της σφιγγός και το δάκρυ του κώνωπος
Φωνήεντα του αλατιού
Πορεία σκελετωμένων παραφωνιών
Σύμπληξη του απείρου με τη χρύση μέθη
Των νεανικών απόντων χρόνων
Στα μάτια των αλόγων που χλιμιντρίζουν
Πρίν βυθιστούν στις κόρες των δικών μας
Ματιών όπου ευθύς θ’ αναγεννηθούν
Ως οβίδες και περίστροφα
Κάπου ακούστηκε ένας κρότος κι εγώ
Αφαιρώ το γιατί
Προσθέτοντας το όχι
Διαιρώ το ναι
Πολλαπλασιάζω το κατόπιν
Αναθέρμανση των κυττάρων
Το κουκούτσι κατάπιε το επίκαιρο πρόγευμα
Των μισθοφόρων της παραχάραξης
Μιας υποθρώσκουσας τσουκνίδας
Καθώς εκείνη άρχισε να συναγελάζεται
Και να ερωτοτροπεί
Με το γαλάζιο σκαθάρι
Ένα παράτολμο θρόισμα
Ορθώνει ανάστημα χαμογελά
Και φεύγει
Το σκυλόψαρο αποκοιμήθηκε
Πάνω στου σκύλου την κόμη
Το κορίτσι άρπαξε το φανάρι του δρόμου
Και το κράτησε πάνω από το σύννεφο
Και η όμιχλη της έκλεισε πονηρά το μάτι
Πηγαίνοντας να θάψει στο πίσω μέρος της αυλής
Την ανεπάρκεια
Ανατίναξε την κατάθλιψη του πεύκου
Κι έφυγαν οι στόχοι του αύριο
Στου χθές τους διακόπτες
ΗΓΓΙΚΕΝ Η ΩΡΑ
Τώρα είναι η ώρα
Τώρα
Τώρα
Τώρα
Το δάκρυ της γάτας κλείνει μέσα του τον Ειρηνι-
κό Ωκεανό. Οι καρόδρομοι ζαλίζονται στις στροφές
τους. Τα περιστέρια τρώνε στο πάρκο τα παιδιά σας
και τ’ αφοδεύουν στα προσωπά σας. Ο κύριος
Μεταξένιος μεταμφιέζεται σε Πλαστικός και χορεύ-
ει ρεμπέτικο από ένα γραμμόφωνο χαλασμένο κι
όλοι τριγύρω ακούραστοι και κεφάτοι πάνω στον
πόλεμο των Κουμπιών (τραλα-λα τραλα-λο).
Τώρα είναι η ώρα
Τώρα
Τώρα
Τώρα
ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΑΟΡΤΗΣ ΤΟΥ Ν(ε)ΟΥ
Πάνω στο Φιδόχωμα
Η Σοφή Έχιδνα γεννά τα πρόσχαρα αυγά της
Τα κλωσσά τα γεύεται την υπαρξή της τους χαρίζει
Κι ευθύς Περήφανα Αετόπουλα τα τσόφλια εκ των έσω τους τα
σπάνε
Κι απ’ το κουκούτσι του αβγού
Πρωτοαντικρύζουν τον Ήλιο
Πάνω στον Αρχαίο Κίονα
Μαύρη Αράχνη υφαίνει τον Ιστό της
Δίχτυ εξάγωνο με παραληλόγραμμη την καρδιά του
Κηδεία προστατευμένη από νυχτοφύλακες τυφλούς
Ερημίτες να θωρούν τον Κεραυνό που απ’ την Αιώνια Θάλασσα
γεννάται
Ηλιοστάλαχτη δροσοσταλίδα φλόγες σπέρνει στα μπούτια του
Σεμπτέμβρη
Κουβέρτα που αιωρείται πάνω από την Σελήνη
Σκόρπια Ιερογλυφικά στου Έκτoρα τον Τάφο
Ξέρω την ζωή σου δίχως να σε γνωρίζω
Εσύ όμως δεν ξέρεις την ζωή μου κι ας με γνωρίζεις
Bγαίνει σε πλειστηριασμό το Πολύτιμο Ανθρώπινο Είδος
Εξαφανισμένη η Μεγαλοθυμία ο Οίκτος την έχει πνίξει
Η γύμνια απογυμνώνεται και διαρυγνίει τις τρίχες της
αορτής της
Περικεφαλαίες που στέκουνε και χασκογελάνε
Μεσημέρι απομεσήμερο στης Ευδαιμονίας την πόλη
Παίζουν τα παιδιά ολόχαρα φτιάχνουν τη Νέα Χώρα
Χορεύουν οι καρέκλες τανγκό με τα τραπέζια αγκαλιασμένες
Φεύγουν τα πλοία απ’ τ’ αεροδρόμιο και τ’ αεροπλάνα πέ-
φτουν για τη μεσημεριανή τους σιέστα
Το ποίημα θέλει να τελειώσει –
Ο ποιητής θέλει να τελειώσει
το ποίημα
Το ποίημα δεν θα τελειώσει –
Ο ποιητής δεν θα τελειώσει
το ποίημα
Θαλασσοπόροι της Ουράνιας Επιληψίας διαμελίζονται
Λάβαρα της πεντάστερης κατσαρόλας ακροβατούν και διο-
γκώνονται
Μέσα στη βροχή ανασκαφές στην επιφάνεια φέρνουν την Κα-
τάσαρκη Τουλίπα
Με το πόδι της Μονρόε κολλημένο στο κλωνάρι της
Και το χέρι του Μπόγκαρτ ποσαρτημένο στα πέταλά της
Τα βλέφαρα του σαλονιού κλειστά με τον νου του να κάνει
ταξίδια
Να φεύγει απ’ το χωλ να κλαίει ενώ καθαρίζει κρεμμύδια
Μέσα στη σιωπή ακούς τις λέξεις να βαριανασαίνουν
Όνειρο είναι η Ζωή – Όνειρα που μας περιμένουν
Κι αν η Ζωή Όνειρο δεν είναι είναι Γιορτή Σύμπληξης με την
Αιωνιότητα της Δημιουργίας
Σκαραβαίοι ανοίγουν τα στόματά τους κι αφήνεται από ‘κει
ελεύθερη η Έχιδνα να τρέξει και τρέχει και τρέχει
Φτιάξαμε την Κόλαση μας στην Άβυσσο και στην Αρχέγονη
Ξέρα μας της Εδέμ καλλιεργήσαμε τον Κήπο
Καιρός να φύγεις να φύγουμε να φύγω
Το ποίημα δεν θα τελειώσει –
Γιατί αν τελειώσει
Ο ποιητής οφείλει τη στερνή ανάσα του –
Στο Χάος να προσδώσει
ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ
Χέρια που σε κοιτούν
Πάνω απ’ την πόλη που αχνοφέγγει λήθης εγκυκλοπαίδεια
Μπάτσοι της σαφήνειας
Κουρέλια ψιχάλας μιας βροχής από ασετόν
Οι μαστοί του φάρου που γαβγίζουν στο ακέραιο σιωπητήριο
μιας αλληλουχίας χρωμάτων
Πύργων κεκλεισμένων-περιστρεφομένων
Κλώθουν τα σταυροδρόμια της ακηλίδωτης προσμονής
Υπερεξούσια αγέννητη κορασίς
Ανέμων σχοινιά
Σε βατράχων πέδιλα λύνουν άλυτα σταυρόλεξα
Απαράμιλλη διακονία διαφημιστικής εκπόρνευσης του ιδε-
ατού ιδεολογήματος
Προκαλεί αρρυθμίες και ζαλάδες στο ημερολόγιο που καπνίζει
Ήλιος τον ήλιο στο ηλιοτρόπιο ηλιοφωτίζει
Μεγαλώνει την ηλιοφάνεια που λιάζεται
Πάνω στις ταράτσες της αδηφάγας σαρανταποδαρούσας
Και πάνω στα φυτά μπονσάι
Κλαδεύουν τη χαρά μας παλαιολιθικοί κηπευτές
Μα πάντα αόρατοι θα στέκουμε μπροστά στους εχθρούς μας
Κι όμορφα θα καιγόμαστε στο ξύπνημα της κάθε νέας μας
ημέρας
ΠΥΛΗ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΗΡΙΟΥ
Έρχομαι κοντά σου σαν λύκος να κατασπαράξω την καρδιά σου
Στους αστραγάλους σου σωριάζομαι σαν νεκρό περιστέρι
Καμηλιέρης στην όαση Σίβα διπλώνω το σαρίκι μου ευχή στην αμμο-
θύελλα του κοσμικού αφορισμού
Τρέχοντας ανακαλύπτεις την αξία του να βαδίζεις
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:
Ο Θ.Δ.Τυπάλδος δεν είναι παρά μία βάρκα… μία βάρκα που
βοηθά τον Θωμά Πετρόπουλο να διασχίσει τα κύματα της
φαντασίας και είναι μαζί το λυχνάρι του στους δρόμους του
άγνωστου. Έχουν φιλοξενηθεί ποιήματά του και αποδόσεις
σε ποιήματα του Τριστάν Τζαρά στα διαδυκτιακά μέσα
‘www.poiein.gr’ και ‘fteraxinasmag.wordpress.com’. Η σελί-
‘easywriter.gr’ έχει εκδώσει σε μορφή e-book τρία αφηγή-
ματά του. Εντύπως έχουν δημοσιευτεί ποιήματά του στην
περιοδική έκδοση της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών,
Κλήδονας (τχ.6, Μάιος 2015), στην ανθολογία μοντέρνου
υπερρεαλισμού του αγγλικού εκδοτικού οίκου Salo Ρress
(Αγγλικά και Ελληνικά) και στο Ρeculiar Mormyrid, issue 3
spring 2016, (Aγγλικά). Αυτή είναι η πρώτη του ποιητική
συλλογή.










