Παραλογή
Παιδί κυνηγούσα πουλιά
Τ΄ άλλα παιδιά επεριπαίζαν με
Ρε ήρτεν ο ατζαμής
έτσι ελαλούσαν με τζι εχαχανίζασιν
Μιαν μέραν ενευρίασα
Ετέντωσα το λάστιχον
τζι έσυρα μιαν στον ουρανόν
με ούλλον μου το γαίμαν
Έππεσεν έναν άτυχον πουλλίν
τζι ενόμισα πως άνοιξεν η τύχη μου
Πρώτην φοράν είδα σελιόνιν
να με θωρεί μες στα μμάθκια
ολογαίματον
Έπια το μες τα σέρκα μου
τζι εβούρησα κλαμόντα έσσω
Ίντα ʼσεις πουλλίν μου τζαι κλαίεις
ρωτά με η μάνα μου
Οιδίποδας
Θα μείνω στο φως
Δεν έχω άλλο τρόπο να βλέπω
Έτσι με τη δροσιά στα μάτια
κερδίζω σε νόημα
Τρόπος του λέγειν δηλαδή
Ένα μικρό σχήμα λόγου
Καθʼ ότι
ξέρει ο χρόνος
όλα τα σχήματα
Eλπήνορας
Γράφω
κι ας μην έχω δει ποτέ
όλη τη θάλασσα
Χωρίς μια ρίζα θυμαριού
Τούτο εστί το σώμα
Οίη περ φύλλων γενεή
Ένα κουπί καλύπτει τον θόρυβο
που κάνει το αίμα
Ύπνε που παίρνεις τα μωρά
Γλώσσα σκοτάδι αγχέμαχο
Έλα πάρε κι εμένα
Η ποίηση
κυρίες και κύριοι
δεν έδεσε ποτέ τα μαλλιά της
Σεισάχθεια
Όπως έσκαβα
μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα
φιλόσοφο και ποιητή και
φραπεδιά στο χέρι
Κοίτα μου λέει νεαρέ… Πλήρης
σεισάχθεια χρεών
Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια
της λέξης
Κοίτα του λέω Σόλωνα… χλωμό…
Αν ήσουν μάγκας και σωστός
δεν θα ʼχαμε Πεισίστρατο
δεν θα ʼχαμε Κλεισθένη
Και για τις λέξεις… δυστυχώς…
πρώτα κουβαλώ
και μετά γράφω
Σήψη
Τι κι αν ξηλώνει ο θάνατος
Εμείς υφαίνουμε δεινά
Ακόμη και τ’ αλάτι συντηρήσαμε
Είναι και τούτη μια μορφή ταρίχευσης
πιο δίκαιη κοινωνικά
Στην εποχή της αποδόμησης
η γη εν μας χωνεύκει
Η αρπαγή της Αθηνάς
Δεν πρόλαβε να πηδήξει στη θάλασσα
Στη γλυπτοθήκη του Μονάχου
εκτίθεται σήμερα η Αφαία Θεά
μαζί με τʼ άλλα γλυπτά
από μάρμαρο
αγνώστου τεχνίτου
Αίγινα, Καλοκαίρι 2014











Καθόλου δεν πειράζει αν τα ποιήματα είναι μέτρια, κ. Ρεούση. Έχουμε τα δικά σας. Τα οποία είναι ασφαλώς (μα τι άλλο) αληθινά αριστουργήματα
Καλή συνέχεια σας εύχομαι, κ. Νικολαΐδη
Σε μια δύσβατη διαδρομή με ποιητικά όνειρα, απαιτητική γραφή, και στην τέταρτη συλλογή!!! Καλή συνέχεια!
ΥΓ. Μια προσπάθεια γνήσια δεν μπορεί παρά να δέχεται ΚΑΙ στοχευμένα αρνητικά σχόλια! “Θου, Κύριε, φυλακί εν τω στόματί μου”…
Συνέχισε τον αγώνα τον καλό Παναγιώτη Νικολαϊδη. Συνέχισε να γράφεις στίχους, μελέτες, δοκίμια, ό,τι μπορείς, με την καρδιά, την γνώση, την αλήθεια σου και προπαντός αυτήν τη δοτική διάθεση προς τους άλλους που παράγει και πολλαπλασιάζει το καλό δια μέσου του χρόνου και ανάμεσα στους ανθρώπους. Που δεν δίνει χώρο στο κακό και το σκυλιάζει. Εν τέλει, τι άλλο έχει μεγαλύτερη σημασία;
Η ποίηση μπορεί να είναι στίβος καθώς στίβος είναι η ίδια η ζωή ― μαζί κι ό,τι αυτή περιέχει. Μα, αλίμονο, δεν είναι αρένα. Και δυο φορές αλίμονο για εκείνον που επιζητεί να τη μετατρέψει σε αρένα. Στην ποίηση δεν έχουν καμιά απολύτως θέση οι κυνομαχίες. Συγχαρητήρια στον Μάριο και στον κ. Γιώργο Χριστοδουλίδη για το ήθος και την ψυχραιμία με τα οποίο περενέβησαν. Εν τέλει, το κάθε τι στη ζωή μας είναι ζήτημα πολιτισμού, ζήτημα αγάπης και ανθρωπιάς. Συγχαρητήρια ειδικά στον κ. Νικολαΐδη για την έκδοση του βιβλίου του
Είναι γνωστή η εμπάθεια του κ. Ρεούση για τους καταξιωμένους και βραβευμένους Κύπριους συναδέλφους του, ένας εκ των οποίων και ο Παναγιώτης Νικολαΐδης. Αλησμόνητη έμεινε, εξάλλου, η επίθεση που εξαπέλυσε εναντίον της ποιήτριας Νίκης Μαραγκού την ημέρα του αδόκητου θανάτου της, την οποία ορθώς δεν συμμερίστηκαν οι διαχειριστές του αξιολογότατου “ποιειν” και διέγραψαν τα σχόλιά του. Παραθέτω ένα αγαπημένο ποίημα του Π. Νικολαΐδη (τον οποίο δεν γνωρίζω προσωπικά) από τη συλλογή του “Σαν ίαμβος καθρέφτης”:
Τα χρόνια περνούν
Οι λέξεις ατσαλάκωτες
προσγειώνονται με αλεξίπτωτο
Κάποτε τραυματίζουν
κάποτε τραυματίζονται
και σχεδόν πάντα
πυροβολούν τον ποιητή
Απόψε δεν υπάρχουν αλεξίσφαιρα
Καλημερίζω την άσχημη μέρα,
Κακημερίζω την όμορφη μέρα,
Με συννεφιά με ηλιολουστιά,
Τα ποίηματα έχουν μία ασφάλεια που δεν υιοθετεί τις υπερβολές της μαγειρικής, κρατά την πεπατημένη. Οι όποιες οξείες επιτονισμένου νοήματος μόνο στιγμιαία το φέρνουν σε άριστο ποίημα ή στοχασμό. Δυστυχώς, ο ήπιος τόνος του ποιητή το κράτησε στο μέσο-πράγμα που δεν επιδίωξε ούτε ο ίδιος. Ούτε άνοιξε ομπρέλα στη βροχή, μα κι ούτε βγήκε να την περπατήσει. Αντιθέτως, πίστεψε και αγκάλιασε τους κίονες με όλη την ήρεμη δύναμή του.
Φυσικά ο ποιητής θα φέρει νέα ποίηματα με νέα πνοή και ζωή. Τον ευχαριστούμε πολύ. Θα ξέρει άλλωστε ότι δεν υπάρχουν καλά ή κακά ποίηματα. Ένα κακό ποίημα που διαβάστηκε και αγαπήθηκε από τον κόσμο, αυτό είναι ένα πραγματικά καλό και χρήσιμο ποίημα. Κριτής ποιημάτων είναι μόνο ο κόσμος, οι αναγνώστες.
Από την άλλη, ένα ποίημα ριγμένο στην αρένα πως μεταμορφώνεται πραγματικά; Θα μάζευε τον όγκο του. Θα ήταν αινιγματικό και δε θα κοίταζε τον αντίπαλο στα μάτια. Με ελιγμούς, ισοσταθμίσεις θα πάλευε να επιβάλλει τον πολιτισμό, την παιδεία και την αγάπη. Στην αρένα αυτό λέγεται επιβίωση αρχών. Αν έχεις επιβιώνεις. Ή πεθαίνεις με τιμή.
Όσο για αυτούς που καταράζονται το κακό κι επαινούν το καλό. Χρειάζονται και τα δυο και τα αντίπαλα ταίρια όλη την ώρα να χορεύουν αγκαζέ. Αν ονειρεύεστε τέτοιο κόσμο(που λείπουν τα αντίθετα) τότε μάλλον και η φυσική αυτού του κόσμου(σωμάτια και αντισωμάτια) που θέλει για το καθετί να έχει ένα αντίθετό του, μάλλον θα σας εγκαταλείψει. Αν δε βρείτε το αντίθετό σας σε αυτόν τον κόσμο, δε θα υπάρξετε ποτέ πραγματικά.
Όσο για την Κύπρο και του ποιητές της. Μία νήσος προδομένη, θα πρέπει να είναι ετοιμοπόλεμη. Με το ένα μάτι ανοιχτό με το άλλο να λαγοκοιμιέται. Αν κανείς εφησυχαστεί, είναι σα να προδίδει τους αγνοούμενους της που ακόμα γυρνάνε άτάφοι της Αλτόνας. Σα να αγνοεί και να λοιδορεί ήσυχες υποσχέσεις, είναι ένας τέτοιος ποιητής. Ας εμπιστευτούμε τους τολμηρούς κι εριστικούς. Τους μονομάχους της νήσου. Κι από αυτή την αρένα μόνο μεγάλη τέχνη θα βγει. Κι ας το λέτε απολίτιστο τον τρόπο.
Στα ταυροκαθάψεια περνάγαν βελόνες στα απόκρυφα μέρη του ζώου. Μία βαναυση μέθοδος βασανισμού του όμορφου ταύρου. Πάνω στην πλάτη του όμως τότε τα γυμνάσματα γίνονταν γόνιμο έδαφος για να ανθίσει κάθε έμπνευση. Αυτή η βία έγινε σήμα κατατεθέν ενός παλιού πολιτισμού. Ή θυμηθείτε τους πυγμάχους στα fresco που κοσμούσαν τον νότιο τοίχο του δωματίου Β1 του Κτιρίου Β του προϊστορικού οικισμού του Ακρωτηρίου. Ήταν του εξπρεσσιονισμού τα πρώτα βήματα. Ήταν ο αντιφατικός τρόπος της βίας.
Φιλικά
Κασσάνδρα
η βιοπραγίδα
Συνήθως κάνω πως δεν ακούω την φλύαρη ομήγυρη.
Στην πραγματικότητα βρίσκομαι κάπου ανάμεσα και καρφώνω
ένα προς ένα τα πταίσματα στον τοίχο της συνείδησης.
Καιρό μαζεύω πρόκες.
Κάποτε κάνω πως μιλώ, όμως για προσέξτε καλύτερα,
σχήματα μόνο άλλαξα, έβαψα και λίγο τα χείλη,
αλλά φωνή καμία.
Ποιός ήχος σας τάραξε;
Είναι και εκείνος ο τύπος στο απέναντι μπαλκόνι.
Κάθε τόσο μου γνέφει να βγω.
Δεν με παρατάς κι εσύ, μουρμουρίζω ανάμεσα στα δόντια
και τραβάω τις κουρτίνες.
Στο προαύλιο της πολυκατοικίας είναι καιρός που
εγκαταστάθηκαν δυο ζητιάνοι.
Κάθε πρωί μετρώ τις γραμμές στα πρόσωπά τους.
Το καλοκαίρι τις βγάζω περισσότερες.
Όπου να ‘ναι πάλι θα χειμωνιάσει.
Στα παγωμένα σώματά τους οι ρυτίδες θα λεπτύνουν.
Τα μάγουλα θα φαίνονται πιο σφριγηλά, τα μάτια πιο φωτεινά,
τα χέρια και τα πόδια πιο δυναμωμένα.
Εμείς φοβισμένοι θα κρυφτούμε στα σπιρτόκουτά μας
ενώ εκείνοι θ’ αρχίσουν τις λαίμαργες βόλτες για να ζεσταθούν.
Κανείς δεν θα τους πάρει μέσα.
Ξαφνικά θα γίνουν αόρατοι.
Έτσι δεν θα έχουμε τύψεις που
θα τους αφήνουμε να ζουν πίσω από τα κρύα τζάμια.
Τα βράδια συνήθως ανοίγω το παράθυρο του δωματίου μου.
Τότε ακούω τον ένα να σφυρίζει και τον άλλο να κλαίει.
Όσο πιο αδύναμα σφυρίζει ο ένας τόσο πιο γοερά κλαίει ο άλλος.
Σταματούν πάντα με το ξημέρωμα.
Φορούν από ένα διάφανο χαμόγελο κι ένα σακατεμένο δάκρυ,
εναλλάξ,
καθώς οι ένοικοι πηγαινοέρχονται αδιάφοροι.
Έτσι περνούν τα χρόνια.
Όταν καμιά φορά αναπολώ τη ζωή μου,
θυμάμαι το προηγούμενο σπίτι μου.
Κάποιο ξημέρωμα ήρθε ένα λευκό
και λίγο αργότερα
ένα μαύρο όχημα
και μας πήρε όλους.
Σαν μολυβενια μπαλα αργα κυλαω
μ’ αδρανεια εκπληκτικη!!!
Πολυ παλιο μου διστιχο
Δεν περιμενα να ισχυσει.
Μια χαρά τα ποιήματα! Σας ευχαριστώ που τα μοιραστήκατε.
Το δε κυπριακό το καταλάτρεψα!