*
Τραγούδησε με τη φωνή που χαρακώνει τον αέρα.
`
Μέσα σε μια στείρα αφθονία έψαξα για την ακρίβεια του λυγμού
με τις μυλόπετρες της συνείδησης να αλέθουν το έρεβος
σε φως.
Ακόνισα το λόγο με τα χέρια μου και τη ψυχή με ό,τι περισσέψε
απ’ τον τροχό της μέρας.
Κύριε, προσπάθησα για την αρχική σου γεωμετρία
εγώ, ένας ανίδεος των σχημάτων και της χειρωνακτικής.
`
Τραγούδησε προς τον κεραυνό που σηματοδοτεί τον κίνδυνο.
`
Δειλός, φοβισμένος και τρωτός γονάτισα μπροστά στις καταιγίδες
κι όμως γύμνασα τον κορυδαλλό με το αίμα
των θυσιασμένων.
Έκραξα το «Εάλω», το «Φάτιχα», το «Άτμαν»
σκίζοντας τα χείλη μου για το ακέφαλο σώμα σου.
Κύριε, προσπάθησα να κοινωνήσω το άρρητό σου
εγώ, ένας ταριχευτής των νοημάτων και του χάους.
`
Τραγούδησε για την ομορφιά που αναριγά την άνοιξη.
`
Φέρων μείγμα σμύρνης και αλόης εισήλθα στο τέμενος της αγάπης
ανιστόρητος και νομοταγής
με την τραχεία αρτηρία ολάνοικτη στις ροές του σύμπαντος.
Ψαλίδισα τις παραφυάδες του πάθους κρατώντας το πάθος
τις παρανυχίδες της ηδονής κρατώντας την ηδονή.
Κύριε, ποσπάθησα του αίματός σου το δρόμο ακολουθώντας
εγώ, ένας αμαρτωλός και εμπαθής του δέρματος.
`
* Α΄ Δημοσίευση: περ. Νέα Εποχή, τχ. 325, Φθινόπωρο 2015.










