ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ
ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ
Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας
μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός
με σορτσάκι
και ο περιβολάρης.
Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα
και του χαλούσαμε τον ύπνο
έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε
να μας σπάσει στο ξύλο.
Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα
ένα αγρίμι
νόμιζε ότι θα μας τσακώσει
την ώρα που του κόβαμε τα μέσπιλα απʼ τα δέντρα.
Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.
Και πιο σβέλτοι.
Μου πήρε πάντως χρόνια
να υποψιαστώ
ότι ίσως πιο πολύ από μας
μισούσανε το γέλιο μας
κι ότι
η εξουσία και η ιδιοκτησία
δεν αγαπάνε τα παιδιά.
ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
Συναντιόμαστε τυχαία μια-δυο φορές τον χρόνο
χθες με είδε στην υπεραγορά την ώρα που διάλεγα
ντομάτες.
Με ρώτησε πάλι πώς πάει η μεγάλη μου κόρη
– Είναι γιος, και τώρα σπουδάζει, Ανδρέα.
– Α, ναι.
Παύση.
– Είναι καλά;
– Καλά.
Κάθε φορά η ίδια κουβέντα
πάνω από φθαρτά που σάπισαν
στην πόρτα του κουρείου ονομάτων
στο συνεργείο αλλαγής ποδιών
στις ουρές των στεγνών ανέργων
στους πεζοδρόμους των ζαρωμένων
στα χαρακώματα της πόλης
– Σκύψε Ανδρέα, όχι, όχι υπόκλιση
απλώς σκύψε.
Είναι παράξενο πώς ένας άνθρωπος
μπορεί να θυμάται λάθος πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Πρόσεξα κι ένα τρέμουλο στα χέρια του
που επιδέξια έκρυβε κρατώντας σφικτά το καροτσάκι.
Κάνω ό,τι μπορώ να τον αποφύγω
όμως η επιμονή του να κοινοποιήσει την αμηχανία του
είναι ανίκητη.
Μια μέρα του έπεσε το κεφάλι
τρέχαμε να το προλάβουμε
στον κατήφορο.
Όταν πλήρωσα τον επόμενο εκδότη
και κυκλοφόρησα το έκτο μου βιβλίο
του το ταχυδρόμησα σε άγνωστη διεύθυνση
βέβαιος ότι με κάποιο τρόπο θα το παραλάμβανε.
Βρεθήκαμε πάλι μετά από χρόνια
στις δημόσιες τουαλέτες
για ένα κατούρημα επί πληρωμή.
«Πώς πάει η κόρη σου;
Σπουδαίο το ποίημα σου για εκείνον τον τύπο.
Απίθανος εκείνος ο τύπος,
ποιος είναι;»
Η ΗΛΕΚΤΡΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ
Ο ερχομός της στην πόλη
έφερε δονήσεις
που προκάλεσαν διακοπές
στην ηλεκτροδότηση της λήθης
της λήθης του έρωτα
και αρρυθμίες στην καθημερινή διεκπεραίωση
πολυκαιρισμένων συνηθειών
ενώ οι λάμψεις
που προείκαζε σε προπορευόμενους ορίζοντες
στην αντανάκλαση μελλοντικών αιώνων
πολιορκούσαν απροσδόκητα
το εικονικό φρούριο του.
Εκείνες τις μέρες λοιπόν
που ήξερε ότι δεν θα είναι πολλές
όπως ένα πιάτο τριαντάφυλλα
που ρευστοποιούνται σε συναισθήματα
απέφευγε να πλησιάζει
τα ψηλά παράθυρα των πάνω ορόφων
τους φωταγωγούς που μέσα τους
η παιδική περιέργειά μας
σκοτώθηκε πολλές φορές
τις ταράτσες του ουρανοξύστη αδύνατου
με την ουρανομήκη σιωπή των ευρισκόμενων
σε απρόσιτες κορυφές
όλα εκείνα τα αρχιτεκτονικά κολαστήρια των πόλεων
που τα επινόησαν
όσοι λίγο αγάπησαν ή αγαπήθηκαν
και που χωρίς να καταλάβεις
έχεις ήδη ενσωματωθεί
στην κυριαρχία του βάθους τους
όταν με πετρόχτιστη αδιαφορία
συχνά ενθαρρύνουν
μια διαδοχική σειρά
σχεδόν πραγματικών σου πτώσεων.
ΠΗΓΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ
Υπάρχει μια εκκρεμότητα
που αν δεν την πω δεν θα ησυχάσω.
Κάποιος με παρακολουθεί την ώρα που γράφω.
Ένας αγροίκος
τον ακούω να κόβει τα νύχια του
να ξύνεται να χασμουριέται
μετά να σηκώνεται να σπάει αβγά
να κάνει ομελέτα
ύστερα να ανάβει την τηλεόραση
να ρουφά την ημερήσια φρικαλεότητα
μετά να παθιάζεται μʼ ένα ντέρμπι
να στυλώνει το τεράστιο πούρο του
να στέλλει δαχτυλίδια καπνού
στο γκρίζο ταβάνι του
που καταρρέει αδιάκοπα.
Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η ποίηση
μου λέει, σκίζοντας όλα τα πρωτόκολλα
κατʼ ακρίβειαν την έχω εντελώς γραμμένη
και χασκογελά.
Νομίζει ότι έτσι θα με τσαντίσει
ή θα με κάνει να ασχοληθώ
με κάτι πιο προσοδοφόρο.
Ας πιούμε ένα ποτήρι κρασί, του απαντώ
κερασμένο από μένα
πάλι μου έδωσες
το καλύτερο ποίημα.











Συγχαρητήρια στον κ. Χριστοδουλίδη για την Ομορφιά του, για την αγάπη και τον σεβασμό με τον οποίον αγγίζει τα πράγματα. Τη χαμηλή, σίγουρη φωνή, που δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτε, που απλώς ξέρει να λάμπει. Ποιός ξέρει, ίσως διδαχτεί κάτι, κάποτε, από όλα τούτα και ο κ. Ρεούσης. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία, τι να πω. Αν και σε τούτο το ζήτημα έχουμε σηκώσει από καιρό όλοι τα χέρια ψηλά. Καλοτάξιδο, κ. Χριστοδουλίδη
Kλοτάξιδο, κύριε Χριστοδουλίδη!
Εδώ υπάρχει μια εκπληκτική μετατώπιση σε ό, τι αφορά την θεματολογία και τα εκφραστικά μέσα σε σχέση με όλες τις προηγούμενές σας συλλόγές. Μοιάζει να πλησιάζετε ή να επιδιώκετε την αναζήτηση μιας αλήθειας, που δεν σας είναι πάντα βολική. Αυτό είναι και το πιο αξιόλο νέο στοιχείο που εγώ διακρίνω σε αυτά τα ποιήματα – πιο ειδικά στο ‘Ένας Ανδρέας”.
Αυτή η πρωτο – έκφραση του εσωτερικά εμποδισμένου δικαιολογεί ίσως ακόμα και την κατά τόπους ασάφεια ή πληθωρικότητα στίχων, που λειτουργεί ανασταλτικά – και πάλι ειδικά στο ίδιο ποίημα που προανέφερα, το οποίο αν και ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικό, μπερδεύεται σαν ένα ποίημα μέσα σε άλλο. Νομίζω όμως ότι είναι το καλύτερο αυτής της ανάρτησης, καθώς κι εκείνο που καταδεικνύει την αλλαγή πλεύσης.
Υπό τον κίνδυνο της παρερμηνείας – πράγμα που το απεύχομαι – θα ήθελα να πω, ότι διαβάζοντας με επιμέλεια την ανάρτηση, απορώ για την εργασία των επιμελητών – διορθωτών στους εκδοτικούς οίκους: η ορθή στίξη δεν είναι δευτερεύον γεγονός.
Mπράβο! Ωραία κεντήματα, εργόχειρα-ποιήματα από έναν όμορφο άνθρωπο που έχει πολλά να δώσει.
Mάριε, ευχαριστώ για καλά σου λόγια.Λούκα, έχεις δίκαιο, υπάρχει μια μετατόπιση, όχι τοσο στη θεματολογία, όσο στην πρόσληψη.Επιχειρώ, όχι σκόπιμα, έτσι βγαίνει πλέον,να διαβώ το πέρασμα που οδηγεί προς την καθαρά βιωματική ποίηση.Οσο για το ποίημα που σχολιάζεις, καλοδεχούμενα τα σχόλια σου, με τη διευκρίνιση ότι πρόκειται για απόλυτα ένα ποίημα και για απόλυτα έναν υπαρκτό αθώο άνθρωπο.
Ευχαριστώ και για τίς ευχές σας και βέβαια, ευχαριστώ το πάντα φιλόξενο ΠΟΙΕΙΝ ανκαι πια, δεν αισθάνομαι τόσο ξένος εδώ μέσα…
Α, και επιστρέφοντας στην ημιάγριά μου κατάσταση απ΄όπου αποτόλμησα να βγω και να πω ένα “καλό” λόγο, οι φιλοφρονήσεις μεταξύ ποιητών προξενούν γέλιο ανέκαθεν, διότι η ποίησις δεν είναι σεμνόν ερχόχειρον και ποσώς μας ενδιαφέρει η καλοσύνη των κατασκευαστών.
Πλέξε κε Χριστοδουλίδη, επικίνδυνα. Μπορείς;