Δεν ήθελα να είμαι οξιά. Δεν το ήθελα πάντα. Μικρή ήθελα να είμαι άνθρωπος. Να ανασαίνω διαφορετικά, να τρέχω, να αγκαλιάζω, να μυρίζω. Μικρό δεντράκι γοητευόμουν από τα ταλέντα των ανθρώπων, ήθελα να τους μοιάσω. Ήθελα να είχα χέρια, κεφάλι μα κυρίως πόδια. Με στοίχειωναν οι ρίζες μου. Ήθελα να μπορώ να φεύγω όταν πονούσα, όταν με πονούσαν ή όταν γενικά βαριόμουν. Ήθελα να μπορώ να αρνηθώ τις ρίζες μου. Όμως η μοίρα μου ήταν άλλων. Δεν ήμουν άνθρωπος, ούτε ποτέ θα γινόμουν. Ήμουν δεντράκι. Με δροσοσταλιές επάνω μου, φίλες ανεκτίμητες . Τις κουβέντιαζα, είχαμε πάντα τα δικά μας. Εκείνες στέγνωναν στα φύλλα μου κι εγώ τις ρουφούσα αδίστακτα.
Δεν ήμουν εύκολο δέντρο. Δεν έμοιαζα με τα άλλα. Στεκόμουν εκεί, άκρη άκρη στο ήρεμο δάσος. Ψήλωνα και σκίαζα τον τόπο γύρω μου. Μα η σκιά τούτη θαρρείς και βάραινε απάνω μου. Λύγιζαν τα κλωνάρια μου έτοιμα να σπάσουν στο πρώτο πρόσταγμα. Πουλιά έρχονταν και χτίζαν φωλιές, Σκίουροι σεργιάνιζαν στα κλαριά μου, ο ήλιος κρυβόταν στις φυλλωσιές μου. Κι εγώ καμάρωνα και ψήλωνα. Μα δε ριγούσα. Στεκόμουν εκεί στην άκρη του δάσους, ήρεμα Δεχόμουν τα χάδια των μανιταριών στις ρίζες μου, όμως τις έμπηγα στη γη, σαν νύχια ανθρώπινα … Κι ονειρευόμουν… Ήθελα να είμαι άνθρωπος. Μα όχι από κείνους που θα με κάνουν καρέκλες και τραπέζια. Δεν ήθελα να γίνω χάρισμα στους ατάλαντους. Αν ήταν να γίνω κάτι, τότε θα ήθελα να γίνω πόρτα.Από κείνες τις ψηλές, τις θεόρατες. Δίχως όρια, κεντημένες με ανάσες, λουστραρισμένες με αγάπες, φουσκωμένες με δάκρυα, Να μην κλείνουν ποτέ. Έτσι την ήθελα την πόρτα του κορμού μου. Χωρίς τσιγκουνιές κʼ ελλείψεις. Με σκάλισμα ζωγραφιστό που δε θα μου μοιάζε… όμως θα ήμουν εγώ Η Οξιά το μικρό δεντράκι που μεγάλωσε στην άκρη του δάσους, που έκανε φίλους, που χάρισε τις φλούδες του για ένα θρόισμα, που μάτωσε μα χάρηκε σαν τα ζευγάρια χάραξαν απάνω του τα αρχικά τους.
Είμαι εγώ η οξιά, που αν και ελεύθερη δεν μιλώ, που αν και ζωντανή δε με ακούς, που αν και πάλλομαι δε με βλέπεις, που αν και μικρή, ολοένα ψιλώνω και σκιάζω και γίνομαι δέντρο με ρίζες, κορμό και κλώνους. Και που φοβάμαι μα δε φαίνεται. Και που κανείς δε μʼ ακούει. Μόνο με βλέπουν κι εγώ ψηλώνω και ολοένα φοβάμαι. Και κείνοι χαίρονται κι εγώ ριγώ, και κείνοι καμαρώνουν ενώ εγώ τρέμω, κουνιέμαι ολόκληρη, η μικρή οξιά, σα σε σεισμό. Μα κείνοι αγαλλιάζουν και αναπνέουν. Αναπνέουν. Η δική μου αγωνία δική τους ανακούφιση, δική τους ανάσα. Το δικό μου θρόισμα, δική τους ζωντάνια. Κανείς δεν καταλαβαίνει. Εγώ είμαι Οξιά. Μα δεν ήθελα να είμαι οξιά. Μικρή ήθελα να είμαι άνθρωπος. Να νιώθω, να μυρίζω να γεύομαι.
Τώρα δε θέλω να είμαι άνθρωπος πια, γιατί μπερδεύομαι. Μπερδεύω τη ζήση, τις μυρωδιές, τις γεύσεις. Μα με ενοχλούν και οι φωλιές, τα πουλιά, τα μανιτάρια.
Τώρα πια με ενοχλεί και το ύψος μου. Δε βρίσκω κανένα λόγο σε τούτη την έκταση.Τώρα θα ήθελα να είμαι Τσουκνίδα. Να μη με αγγίζει κανείς. Να μη με ζυγώνει κανείς, χωρίς να με Ζυγίζει. Τσουκνίδα. Ταπεινή ʽΉσυχη και ακανθώδης. Με αγκάθια βάλσαμο και ζουμί γιατρικό. Να δίνομαι υπό όρους, Να φυτρώνω όπου θέλω, στις αυλές, στους κήπους στα ντουβάρια. Να με σέβονται, να με σκιάζονται. Να μη ψηλώνω, να μη χαρίζομαι, να μη φαγώνομαι αβίαστα.
Να είμαι εγώ η τσουκνίδα που κάποτε ήμουν οξιά.
Να είμαι εγώ η οξιά, που το θελε πολύ και έγινε τσουκνίδα.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Παναγιώτα Τσιανογιάννη είναι πρωτοετής μαθήτρια στο Εργαστήρι Βιωματικής Γραφής στο “Χορίαμβο” για το έτος 2015-16










