`
Απαγγελία: Κική Δημουλά/ Ερμηνεία: Σοφία Μιχαηλίδη
`
Tο σπάνιο δώρο
Kαινούργιες θεωρίες.
Tα μωρά δεν πρέπει να τ’ αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.
Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις– πως θά ‘ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν’ ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια
γύρω απ’ τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.
Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.
`
*
Σκόνη
Λυπάμαι τις νοικοκυρές
έτσι που αγωνίζονται
κάθε πρωί να διώχνουν απ’το σπίτι τους τη σκόνη,
σκόνη, ύστατη σάρκα του άσαρκου.
σκούπες σκουπάκια
ρουφήχτρα φτερά τιναχτήρια
ξεσκονόπανα κουρελόπανα κλόουν
θόρυβοι και τρόποι ακροβάτες,
μαστίγιο πέφτουν οι κινήσεις
πάνω στην κατοικίδια σκόνη.
Κάθε πρωί μπαλκόνια και παράθυρα
ακρωτηριάζουν μια δράση και μιαν έξαψη:
ασώματα κεφάλια χοροπηδάνε σαν γιογιό,
χέρια εξέχουν και σφαδάζουν
σαν κάτι να τα σφάζει από μέσα,
σπασμένα σώματα μισά
που τα πριόνισε το σκύψιμο.
Άλλο ένα σπάσιμο του Ολόκληρου.
Όλο σπάζει αυτό,
πριν καν υπάρξει σπάζει
και σαν να είναι γι ‘αυτόν ακριβώς το σκοπό,
για να μην είναι.
Ολόκληρη ζωή σου λέει ο άλλος.
Από πού ως πού ολόκληρη
μ’ένα σπασμένο μέτρο πάντα που κρατάτε
και μετράμε
Αξιολύπητη λέξη το ολόκληρο.
Σωματώδης αλλοπαρμένη περιφέρεται.
Γι’αυτό τη φωνάζουν τρελή τα μπατίρια μεγέθη.
Τινάγματα τινάγματα
να φύγει η σκόνη απ’τις ρηχές
να φύγει κι από τις βαθιές φωλιές του ύπνου,
σεντόνια και σκεπάσματα.
Κι εκείνες οι φορές
όπου πετάγεται το σώμα τρομαγμένο
νύχτα και ουρλιάζει. Θεέ μου μικραίνω
θα τιναχτούν κι αυτές σαν σκόνη,
σκόνη η ελάττωση κι ο τρόμος
και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.
Πρησμένα μαξιλάρια του ύπνου
φριχτά γρονθοκοπιούνται και φοβάμαι
τρέμω μη γίνουνε ζημιές:
ειν’ οι κρυστάλλινες διαθήκες των ονείρων εκεί μέσα.
Όλα τα όνειρα όνειρο τα κληρονομεί
και άνθρωπος κανένα.
Τρέμω τέτοια παγκόσμια αποκλήρωση
δεν το αντέχω να τινάζεται σαν σκόνη.
Χτυπήματα χαλιών
να βγει η σκόνη απ’ των σχεδίων τις φωλιές,
να γκρεμιστεί απ’τα γεφύρια των χρωμάτων.
Κι ο γρήγορος βηματισμός
ο τρελαμένος πέρα δώθε μες στο σπίτι
μες στη ρηχή εμπιστοσύνη των χαλιών
να μην ακούν οι αποκάτω τι βαδίζει
να μην ακούν τι δεν συμβαδίζει,
θα τιναχτεί κι αυτός σαν σκόνη
και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.
Λυπάμαι τις νοικοκυρές
τον άγονό τους κόπο.
Δεν φεύγει η σκόνη, δεν στερεύει.
Κάθε που πάει ο καιρός καιρό να συναντήσει
καινούρια συμφωνία σκόνης κλείνεται.
Οι προφυλάξεις απ’αυτήν-το Καθαρό
και η Σταθερότης-μέσα επιστροφής της.
Τη φέρνουν πρώτες και καλύτερες.
Δεν έχω δει πιο σκονισμένες επιφάνειες από δαύτες.
Ως και το Φως το πεντακάθαρο
χαρούμενη μεταφορά της σκόνης:
ειν’ ένα θαύμα να τη βλέπεις
πώς προχωρεί ακίνητη πάνω σε ακτίνα ήλιου,
σαν να πατάει σε σκάλα κυλιόμενη
απ’αυτές τις μοντέρνες, τις υπνωτισμένες,
με τα ευνουχισμένα σκαλοπάτια.
Μεταφέρεται
ορατή σαν αέρας χοντρά αλεσμένος
να ξαναμπεί απ’τ’ανοιχτά παράθυρα
τους ανοιχτούς της νόμους.
Η ύπαρξή μας σπίτι της και μέλλον της.
Ανοικοκύρευτη εγώ, την αφήνω να κάθεται.
Μελετηρή στη ράχη ενός βιβλίου
που μιλάει για το Γήρας.
στη φρόνιμη φωτογραφία των παιδιών μου
όταν αυτά με φόραγαν
λευκή κολλαριστή ολοστρόγγυλη Μητέρα
χαλαρά από μέσα ραμμένη
με κρυφές αραιές βελονιές
στη σχολική ποδιά τους.
Τώρα ντυθήκανε Μεγάλα τα παιδιά μου,
φοράει η σκόνη την ποδιά τους
τον στρογγυλό γιακά,
με φοράει Μητέρα η σκόνη
-έτσι πρέπει να ράβονται
οι σχέσεις και οι εξαρτήσεις,
με αραιές χαλαρές βελονιές,
για να μπορούν να ξηλώνονται εύκολα.
Ποτέ δεν σκονίζω
τον ορειχάλκινο αθλητή
που διακοσμεί μεγάλο ορειχάλκινο ρολόι.
Τόσο μυώδη τα μέλη του
που μοιάζουν θυμωμένα.
Ίσως γιατί τον αναγκάζουν να γυμνάζει
κάτι πολύ αόρατο,
μπορεί το χρόνο να γυμνάζει,
μπορεί να θέλει ο χρόνος να μπορεί
πιο γρήγορα να τρέχει απ’όσο τρέχει.
Επίδοση που χαροποιεί τη σκόνη.
Κάθεται στον καθρέφτη μου,
δικός της, της τον χάρισα.
χέρσο πράμα, τι να το ΄κανα?
Έπαψα να καλλιεργώ τα πρόσωπά μου εκεί μέσα,
δεν έχω όρεξη να οργώνω αλλαγές
και να διπλασιάζομαι αλλιώτικη.
Την αφήνω να κάθεται
την αφήνω να έρχεται
με το τσουβάλι να έρχεται
την αφήνω να χύνεται απάνω μου
σαν αλεσμένη διήγηση μεγάλης ιστορίας,
την αφήνω να έρχεται γρήγορη γρήγορη
σαν χρόνος που γυμνάστηκε
πιο γρήγορα να τρέχει απ’όσο τρέχει
και κάθεται βαριά μπατάλα σκόνη,
την αφήνω να κάθεται, χρονίζει,
μπατάλα με σκεπάζει, την αφήνω
να με σκεπάζει την αφήνω
με σκεπάζει
να με ξεχνάς την αφήνω
να με ξεχνάς αφήνω
με ξεχνάς
να με ξεχνάς
σε αφήνω
γιατι δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.
`
*************************************************************
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
2. ΣΑΝ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΣ
3. ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ
4. ΣΚΟΝΗ
5. ΕΡΕΒΟΣ
6. ΤΟ ΣΠΑΝΙΟ ΔΩΡΟ
7. ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ
8. ΣΑΣ ΑΦΗΣΑ ΜΗΝΥΜΑ
9. ΧΟΡΟΣ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΩΝ
10. ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
11. ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ
12. ΕΧΟΥΝ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ
13. ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ
14. ΠΕΡΑΣΑ
15. ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ
16. ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ
17. 1Η ΑΠΡΙΛΙΟΥ
18. ΕΚΤΡΟΠΗ
19. ΣΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ [FINALE]
20. Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
`
********************************************************
`
Ο Νίκος Ξανθούλης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1962. Σπούδασε τρομπέτα στο Ωδείο Αθηνών, με τον Τάσο Κυπραίο, από όπου πήρε δίπλωμα με Α’ Βραβείο το 1983. Με καθηγητές τους Μενέλαο Παλλάντιο, Διαμαντή Διαμαντόπουλο και Περικλή Κούκο, πήρε τα πτυχία αρμονίας, αντίστιξης, φούγκας και δίπλωμα σύνθεσης, επίσης με Α΄ Βραβείο. Παράλληλα σπούδασε τσέμπαλο με τη Μαργαρίτα Δαλμάτη (Δίπλωμα και Βραβείο Feruccio Vignanelli) και πολιτικές επιστήμες (πτυχίο Παντείου Πανεπιστημίου). Το 1994, ανακηρύχτηκε διδάκτορας της Μουσικής Ακαδημίας της Σόφιας με τη διατριβή του πάνω στη φούγκα. Είναι καθηγητής του Ωδείου Αθηνών στην τρομπέτα και στα ανώτερα θεωρητικά από το 1983, καθώς και κορυφαίος Α΄ τρομπετίστας της ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής από το 1984. Συμμετείχε στην Ορχήστρα Νέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 1984, με διευθυντές τους Κλαούντιο Αμπάντο και Γιούρι Σιμόνοφ. Έχει συμμετάσχει ως σολίστ σε πολλές ορχήστρες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Ferenc Liszt της Βουδαπέστης, Φιλαρμονική της Σόφιας, Συμφωνική της Τασκένδης, Καμεράτα, κ.ά.). Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και η Εθνική Λυρική Σκηνή τού έχουν παραγγείλει έργα (κοντσέρτο για τρομπέτα και ορχήστρα, το 1995, και παιδική όπερα “Το δάκρυ του φεγγαριού”, το 1999). Έχει γράψει μουσική για το θέατρο (“Ισμήνη” με την Ασπασία Παπαθανασίου, το 2002, και “Ευμενίδες” με την Άννα Συνοδινού, το 2004). Έργα του παίζονται συχνά από τις ραδιοφωνίες πολλών χωρών, ενώ συχνά περιοδεύει κάνοντας διαλέξεις, ρεσιτάλ, επιστημονικές ανακοινώσεις και σεμινάρια στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Κίνα. Έχει εκδώσει τρεις προσωπικούς δίσκους (“Works by Greek composers”, το 1993, “Ο πληθυντικός αριθμός” με την Κική Δημουλά, το 2003, και το “Ανθολόγιο δεκαετίας”, το 2004). Υπήρξε διευθυντής του Δημοτικού Ωδείου Καλαμάτας από το 1996 ως το 2003, ενώ από το 2004 διδάσκει στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Από το 2006 είναι επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Αθηνών. Από το 2009 είναι υπεύθυνος των Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.








