`
KΑΛΛΟΣ
Κάλλος αμηχανον η πέτρα της Μονεμβασιάς
φίδι που κατεβαίνει για νερό δίχως φαρμάκι.
Σχόλιο
Προτού να πούνε πως λαός σημαίνει λίθος
τα λύτρα μας, Μονεμβασιά, στη φύρα της μορφής σου.
`
*
ΥΠΝΟΣ ΠΛΑΣΤΟΣ
Ύπνος πλαστός μηλαδελφός του άλλου
πλακόστρωνε το δρόμο του με φολιμάδες.
Τόσο τόν πλάνεψε το φρου και φρα
της πορφύρας χλαίνης τόσο τον μάγευε
που την ολκάδα της ψυχής του πόντισε
στ’ ανάβαθρα και ντύθηκε σφανταχτερά
χιτώνια πηλίκια σιρίτια, τέτοια.
Το δειλινό στην αγορά των Αθηναίων
εξαργυρώνει στο σαράφη δαρεικούς.
Ο ύπνος του χαλκού τον πήρε στην Αράχωβα.
`
*
ΣΥΝΑΞΑΡΙ
Αιγύπτιος γραφιάς στοχάζεται στο Λούβρο
με μιαν παλίμψηστη φυλλάδα στην ποδιά του.
Ιερεμίας ο προφήτης ωσάν περιστερά στον όνειρο
φάνηκε στον Αλέξαντρο στις όχτες του Ευφράτη
«βάστα το λιθαρόπουλο της Ιερουσαλήμ στην κεφαλή
επικαλέσου Σαβαώθ στη Βαβυλώνα, τράγε μονόκερε.
Στον Καύκασο τα σίδερα τους Γωγ δε θα κρατήσουν
και τους Μαγώγ ήλιος με δόντια οδηγεί
πάρδοι ζαγάρια λέοντες άνεμος επιτήδειος».
Μια Κυριακή πρωί ένα Σαββάτο βράδι
με πήρε το παράπονο και το βαρύ το κλάμα.
«Είπεν αββάς Σισώης στο Σινά:«Οράτιε,
κοίτα του Ισκεντέρ το καύκαλλο μες στον κιβούριν
πουλούσε μέρα, τύφλα του, κι αγοραζε τη νύχτα.
Διάβαζε τώρα περσικά τον ποιητή Νιζάμη:
ο βασιλιάς με τα μεγάλα αυτιά πολέμησε
τις φτερωτές γυναίκες στα καλάμια.
Κάποιος Αλέξαντρος στην Τροία…»
Να γύριζεν ο ποταμός στ’ αυλάκια, γιε μου,
να δώσις αμνηνόνευτο το θάνατό σου.
`
*
Από την ΠΑΡΑΒΑΣΗ
(κομμάτιον)
Κάθε πορδή και μια κλαγγή
στης νεας εποχής τα γεννητούρια.
Ω, χαίρε, Πυγοκλέωνα
που πύργωσες με τους πρωκτούς τείχος
με μύριες τρύπες.
Ελάτε τώρα· να γδυθούμε
κι αφήνοντας κατάχαμα
τα κοκκινόκωλα μασκαραλίκια
άντρες ξανά, με το φαλλό στο χέρι,
να πούμε στο κοινό τους αναπαίστους.
*
(ωδή)
Ω Μούσα, που ξαγρύπναγες
στων ποιητών το προσκεφάλι
ταίζοντας το πνεύμα τους
με ρόγες σταφυλιού·
που τους μεθούσες με χορούς
μικρών παρθένων.
Έλα πάλι τις άγριες νύχτες,
μπες σα σίφουνας
στα ρημαγμένα σκέλη μας,
μπας και πάρει φωτιά
το σβησμένο δαυλί μας.










