`
Κριτική/παρουσίαση του δίσκου μπορείτε να διαβάσετε : ΕΔΩ
`
Η μάνα μου το Πάσχα/ Στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
Παιδί
που μʼ αγγελόσκιαζε το φως
και νύχτωνε νωρίς κοντά στους κατηφέδες
η μάνα μου
σαν βύζαινε μια χούφτα σαλιγγάρια
ξύπναγε δίπλα στο κορμί της
κι έκλαιγε να πνάσει
Ποιος νʼ ακούσει…
Έξυνα επάνω της στεχνά νερά
παλιές εφημερίδες
Έσκυβα και μάζευα κομμάτια παρακάλια
μανικετόκουμπα χρυσά
τα σκουλαρίκια της δειλά
τα περιστατικά της ομορφιάς της
Κι όπως πανσέληνος μικρή
ανέτελε στον κόρφο της
πύρωνα φύλλα προσευχής
κι έβγαινε πάλι στην αυλή
ψηλή
φυτρωμένη
η μάνα μου το Πάσχα
* Από την (εκτός κυκλοφορίας) ποιητική συλλογή «Χρωμόλευκο»
`
*
Η μέρα που θα ‘ρθει
Έναν τον βρήκα ξαπλωμένο στις γρίλλιες του μετρό. Μόνο νερό μου ζήτησε
Ο άλλος χώθηκε στον κάδο, μην παγώσει. Τον πήρε σκουπιδιάρικο
Αυτά, στις μέρες τις καλές, που ζητιανεύεις να επιστρέψουν
Κι η κοπέλα στο παγκάκι πεθαίνει ή ανασταίνεται;
Κι εκεί ο σταυρός; Ποιον κοροϊδεύει;
Κι οι προύχοντες, τόσα τους δώσαμε, αντί να πάνε διακοπές
γερνούν μες στα γραφεία και στα παράθυρα
Και τα ποιήματα; Πεταμένα στα σχολεία
Και τα παιδιά, τα όνειρα ξοδεύονται στο μίσος
Κι εγώ; Λόγια σπουδαία και ιδέες θαυμαστές. Και θαυμάστριες…
Μόνο η νυχτερινή μου σιωπή
Κι εσύ, γυμνή ομορφιά του κόσμου
μέσα και δίπλα μου ξυπνάς και με ρωτάς
τι στο καλό με δέρνει και νυχτώνομαι
που ʽχω να σηκωθώ πρωί, λογαριασμοί και τράπεζες και τέτοια
κι είμαι παλαβός και τελοσπάντων έχει κουνούπια στα παιδιά
και δες μην κατουρήθηκαν
Χαμογελάς, σκεπάζεσαι και το χαμόγελο κρατά ενώ ξανακοιμάσαι
όπως στʼ αρχαία αγάλματα
Κι όνειρα βλέπεις, αναλήψεις των πτηνών και των ερώτων κι εγώ ξύπνιος
Μόνο η νυχτερινή μου σιωπή
Η μέρα θα ʽρθει
Κι αν έχω φύγει αυτή θα ʽρθεί, τεράστια κι ήσυχη
Τότε –τώρα θα ʽναι–
θα γονατίσει το θεριό
θα γύρει να λιαστεί ανάσκελο το σκότος
θʼ απαλλαγεί το μίσος απʼ το μίσος, η σφαίρα από τον στόχο
θα χαωθεί η τάξη της φρίκης
κι ο νόμος, ανάγκη της αποτυχίας μας, θα σβήσει
Θʼ ανοίξει το κελί, θʼ αλαφρύνει το πάτημα χωρίς την αλυσίδα
θα λιώσουν η σημαία και το σκήπτρο
θα γίνει το σπαθί νερό κι η δίψα παραμύθι
Κι αν είμαστε – κι αν είμαι λίγος κι υποτακτικός
μια μέρα, γιατί η μέρα θα ʽρθει
κάποιοι, εμείς θα είναι
θα σταθούν
συνείδηση μες στα αίματα
να πουν σε όλους και σʼ εμάς, για όλους εμάς
Συγνώμη
Κι όταν μεγάλα τραγουδήσουν
το ασήμαντο νυχτερινό τραγούδι της σιωπής μας
θα φέξει επιτέλους το ξημέρωμα
μιας νέας τραγωδίας
`
*
Χατζιδακιάς, Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας
του Χατζιδάκι βάσανα θα πω στʼ αρχοντικό σας.
Με του Μαγιού τις ευωδιές, του φθινοπώρου τʼ άνθη
γεννήθηκε μεγάλωσε και σπούδασε στην Ξάνθη.
Η μάνα του πολίτισσα ο κύρης του απ’ την Κρήτη
τον Καζαμία διάβαζε και τον Ονειροκρίτη.
Από μικρός τα γράμματα του φέρναν αηδία
τη μουσική αγάπησε μα όχι τα ωδεία.
Κι αντί να φύγει σʼ άλλη γη να πάει σʼ άλλα κράτη
την Αττική προτίμησε και τʼ όμορφο Παγκράτι.
Κι αντί σαν όλα τα παιδιά να βγει κι αυτός στο πάρκο
τους οικοδόμους άκουγε που τραγουδούσαν Μάρκο.
Καλήν εσπέραν άρχοντες κι ακούστε παρακάτω
πώς άλλοι βγαίνουν στον αφρό κι άλλοι κολλάν στον πάτο.
Με τα χειρόγραφα σωρό τις μελωδίες μάτσο
βρήκε έναν τύπο βλοσυρό που τονε λέγαν Γκάτσο.
Καθήσαν κάτω και μαζί πολλά τραγούδια γράψαν
που τα πουλιά σωπάσανε κι όλα τʼ αηδόνια πάψαν.
* Ανολοκλήρωτο «παιχνίδι».
`
*
Πάντα θα ξημερώνει
Αν έχεις δόντι του φονιά και γούστα ματωμένα
αν μαύρισες τον ουρανό και θες να φας κι εμένα
μέσα στην καταιγίδα
θα γίνω αγκάθι στο λαιμό σου, σκόνη μες στο μάτι
μέσα στʼ αυτί σου ψίθυρος και σύγκρυο στην πλάτη
στη σιγουριά σου αγκίδα
Πάντα θα ξημερώνει
Σκοτάδι αν είσαι αφέγγαρο, λεπίδι δίχως πόνο
δύναμη δίχως όνειρο, ταξίδι δίχως δρόμο
οργή χωρίς καθρέφτη
θα γίνω μέρα που θα ʽρθει κι άνοιξη στο λουλούδι
μες στον γκρεμό σου αντίλαλος και πιο βαθύ τραγούδι
στη μαχαιριά που πέφτει
Πάντα θα ξημερώνει
Τʼ είναι ζωή; τι μη ζωή; και τι τʼ ανάμεσό τους;
Ένα φωσάκι αγέννητο μες στην καρδιά του σκότους
πάντα θα ξημερώνει
`
*
Ο χορτάτος
Κανενός δεν σκίζεται η καρδιά
Μόνο η δικιά μου
κλαίει τα παιδιά που βρήκαν μνήμα της αρμύρας
και της άμμου
Κανενός δεν τραγουδάει η φωνή
Μόνο η φωνή μου
γίνεται ο άστεγος κι η πόλη σε μια χώρα
της ερήμου
Κανενός δεν σκίζεται η καρδιά
μόνο η δικιά μου
βλέπει το δίκιο του ληστή και του φυγά
Μόνο η καρδιά μου
Κανενός δεν ξεσηκώνεται η ψυχή
μα το σκυλί μου
το λέω Τσε
κι Άρη φωνάζω το υπέρβαρο γατί μου
“Και ουδείς γογγύζει: κανενός δεν σκίζεται η καρδιά. Μόνο η
νυχτερινή μας σιωπή, όταν κατευθυνόμαστε στα τέσσερα προς
τις πυρές που κάποιος, σε ώρα μυστηριώδη και με στόχο
ακατανόητο, έχει ανάψει για μας.” *
Κι όταν χορτάτος κουκουλώνομαι ζεστά
μες στη χλιδή μου
κανενός δεν σκίζεται η καρδιά
ούτε η δική μου
*Ρομπέρτο Μπολάνιο, “Οι άγριοι ντετέκτιβ”
Μετάφραση: Κώστας Αθανασίου
`
*
Τι περιμένεις πια
Σαν είνʼ τα όνειρα μικρά
μικραίνουνε μαζί και τα τραγούδια
μικραίνει ο τόπος κι η καρδιά
Τι περιμένεις πια
τι περιμένεις πια
τι περιμένεις για να πεις το ναι
τι περιμένεις για να πεις το όχι
Μια αλυσίδα σε κρατά
και τη γυαλίζεις και την ομορφαίνεις
δένεις γραβάτα τη θηλειά
Τι περιμένεις πια
τι περιμένεις πια
τι περιμένεις για να πεις το ναι
τι περιμένεις για να πεις το όχι
Σιγανά και ταπεινά
μα όχι σκυμμένα και ταπεινωμένα
γίνε η ζωή σου που περνά
Τι περιμένεις πια
τι περιμένεις πια
τι περιμένεις για να γίνεις ναι
τι περιμένεις για να γίνεις όχι







