`
Φοβόσουν τη θνητή μου σάρκα
Φοβόσουν τη θνητή μου σάρκα και μέσα της έψαχνες
την αθάνατη ψυχή. Για να τη βρεις, μου άνοιγες
πληγές μεγάλες με λέξεις σκληρές.
Τότε έγερνες πάνω τους εισπνέοντας,
φριχτέ, την οσμή του αίματος μου.
`
*
Η ικεσία
Κύριε, Κύριε, πάει καιρός, μια μέρα
ονειρεύτηκαν μιαν αγάπη όπως ποτέ
δεν θα μπορούσα να ονειρευτώ κανέναν,
κάποια αγάπη που θα ήταν όλη η ζωή, η ποίηση.
Και περνούσε ο χειμώνας και δεν ερχόταν,
και η Άνοιξη περνούσε επίσης,
και το καλοκαίρι πάλι ακολουθούσε
και το φθινόπωρο με έβρισκε περιμένοντας
Κύριε, κύριε: γυμνή η πλάτη μου είναι
Κάνε να ξεσπάσει εκεί, με βίαιο χέρι
το μαστίγιο που ματώνει τους διεφθαρμένους !
Γιατί ήρθε το σούρουπο , επάνω στη ζωή μου
κι αυτό το δίχως μέτρο, φλεγόμενο πάθος
το έχω χάσει Κύριε, κάνοντας στίχους!
`
*
ΕΤΟΥΤΟ Τʼ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
Κάτι μακρινό ποθώ νʼ αγαπήσω τώρα
κάποιον θείο, ουράνιο άνδρα
σαν πουλί που η γλυκύτητα το θέλγει,
που να ΄χε αμέτρητες ερωμένες,
να χει γνωρίσει ξένα μέρη και να ανθεί
στα χείλη του ο λόγος, ευωδιαστός;
τύχη της παρθένας βλάστησης κάτω απʼ τον αέρα.
Αμέσως να τον αγαπήσω θέλω. Είναι το απόγευμα
εύπλαστο και ήσυχο σαν μούσκλο συμπαγές,
τρέμει το στόμα και τα λεπτά μου δάχτυλα
αργά χαλάνε τις πλεξούδες μου.
Ένα ακαθόριστο ψιθύρισμα αισθάνομαι…
Γλυκά τραγουδάει όλη η γη… Μακριά
τα δάση γεμίζουν ανθοπέταλα,
τα ρυάκια πλημμυρίζουν τις παρειές τους
και τα νερά ξεχύνονται στο χώμα
όπως τα μάτια μου στο βλέμμα
που μαγεμένη ονειρεύομαι.
Όμως…
κιόλας ο ήλιος κατεβαίνει πίσω απ΄ τα όρη,
κουρνιάζουν στις φωλιές τους τα πουλιά,
το σούρουπο θα πρέπει να πεθάνει
κι εκείνος είναι μακριά
όπως ο ήλιος ετούτος που για πάντα
με παρατά και φεύγει,
με τα χέρια βυθισμένα τις πλεξούδες,
το στόμα τρεμάμενο και υγρό,
με τη ψυχή αδύναμη,
φλεγόμενη μες την αναμονή
αυτού του έρωτα δίχως τέλος
που με γλυκαίνει, με ομορφαίνει.
`
*
ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ
Τη νύχτα ετούτη δυο λέξεις συνηθισμένες
μου ψιθύρισες στ΄ αυτί.. Δυο λέξεις, κουρασμένες
επειδή ειπώθηκαν. Λέξεις που γίνηκαν
στην παλαιότητα τους ολοκαίνουργιες.
Δυο τόσο γλυκές λέξεις που καθώς η σελήνη
γλιστρούσε μέσα απʼ τα κλαδιά
στο στόμα μου σταμάτησε. Τόσο γλυκές λέξεις
που πασχίζω να μείνω ακίνητη, μη γκρεμιστεί
ένα μυρμήγκι που κάνει βόλτες στον λαιμό μου.
Δυο τόσες γλυκές λέξεις- που χωρίς να θέλω λέω:
ω, τι όμορφη η ζωή!
Τόσο γλυκές και τόσο καθησυχαστικές
που αρωματικά έλαια στο κορμί μου απλώνονται.
Τόσο γλυκές και τόσο όμορφες
που νευρικά, τα δάχτυλα μου
πάνε προς τα ουράνια όμοια με ψαλίδια.
Αχ, τα δάχτυλα μου θα ήθελαν
να κόψουνε αστέρια!
`
*
ΑΝΑΣΤΑΙΝΟΜΑΙ
Από το φίλτρο όλων των πόνων πέρασα
και είμαι εξαγνισμένη. Εκλιπαρώ για μια ζωή καινούργια!
Μια ζωή που να είναι σαν τον ρυθμό του μεταξιού.
Γλυκύτητα κι άλλη γλυκύτητα. Ησυχία ενός απογεύματος.
Θελκτικό και από ήλιο, σπιτάκι με κισσούς
κι ένα κομμάτι ουρανού που στη ψυχή περιπλέκεται.
Κανείς άλλος πόθος πιότερο από έναν πόθο παιδικό
να έχω τα χελιδόνια σε αιώνια ηρεμία
και να νιώθω τόσο καλή, τόσο βαθύτατα καλή!
Να μη διαβάζω τίποτα, τίποτα πέρα από το γενναιόδωρο,
άπειρο και πολύτιμο βιβλίο της φύσης,
και να ρουφώ τις αλήθειες του του με ανοιχτή ελπίδα!
Να αναδυθώ στη καινούργια ζωή. Να πραγματοποιήσω το θαύμα
του να καλύψω με γιασεμιά τις πληγές των φλεβών μου
και να φτιάξω έναν λευκό ψαλμό από λείψανα τραγωδίας.
Να έχει γίνει η καρδιά μου έκλαμψη φωτός,
να έχει γίνει η καρδιά μου φωλιά από πολύτιμες πέτρες
για να ανοίγουν παντοτινά κι άλλα καινούργια άνθη.
Να διασχίζω τη ζωή με φτερά στην ψυχή μου,
με φτερά στο κορμί, με φτερά στην ιδέα
και με μια ανεπαίσθητη στοργή για το θάνατο που φτάνει.
Να συγχωρώ, να συγχωρώ, να μη φυλώ κακία,
Όλα στη λήθη να τα δίνω και να κλαίω στην ήρεμη
μοναξιά της νύχτας με ένα κλάμα από μαργαριτάρια.
Μαργαριτάρια από το άγγελμα, τη λήθη, τη χαρά,
τη γλυκύτητα, και την απόλαυση να νιώθεις γαλήνια
και να αντιλαμβάνεσαι τη ζωή σα ρυθμό μεταξιού.
Σήμερα έτσι το ποθώ…Σήμερα που είναι μέρα γιορτής
και έχω στη ψυχή μου πολλή απʼ την Άγια Νύχτα.










