`
Το πατάκι
κάποτε ζούσα στο μικρό κενό που αφήνει
από κάτω η πόρτα της φιλοδοξίας
με λίγο αέρα και λίγο φως που περνά
απ’ αυτή τη χαραμάδα
τίποτε άλλο
δεν επηρέαζε ποτέ τη ζωή μου
το άνοιγμα ή το κλείσιμό της, γιατί ποτέ δεν ήμουν
ούτε μέσα ούτε έξω
αλλά με τον καιρό και κάπως αργά
συνειδητοποίησα ότι αν αρκείσαι στα λίγα
καταλήγεις το πατάκι
που σκουπίζουν πάνω σου τα πόδια τους
άνθρωποι με φιλοδοξίες
και παρόλη την πλούσια πλέον εμπειρία μου
ακόμα να καταλάβω τι νούμερα παπούτσι
φοράει η ματαιότητα
`
*
Δημοσία δαπάνη
τα πεθαμένα λουλούδια στο θάλαμο του νεκροτομείου
περιμένουν να αποκτήσουν και τυπικά ταυτότητα
την ώρα που μπαίνει για την αναγνώρισή τους
συντετριμμένη η άνοιξη
έξω απ’ το κτήριο μαζεύτηκε πλήθος ανθρώπων
και παρόλο που έκλαιγαν δεν καταλάβαιναν τίποτα
για τις συνέπειες αυτής της απώλειας
και ομόφωνα έδωσαν εντολή
για το στολισμό της τελετής
να αναλάβει δωρεάν το ακριβότερο ανθοπωλείο
`
*
Το δέντρο που ξέχασε τις ρίζες του
Ήμουνα δέντρο θυμάμαι, σε ερημικό δρόμο καταργημένο,
δεν μπορούσα να ξανακούσω τη φύση όπως ήταν,
μου έλειπε ο ήχος της κίνησης και ένιωθα μόνος,
μου έλειπαν όλοι όσοι έκαναν στάση για λίγο και σε μένα,
αυτός που έκανε την ανάγκη του πίσω απ’ τον κορμό μου,
και αυτός που ξάπλωνε το καλοκαίρι στον ίσκιο μου,
μου έλειπαν αυτοί που με χάραζαν, για την καταπολέμηση του θυμού τους
ένιωθα χρήσιμος,
μου έλειπαν οι ταχύτητες ,περνάγανε τα βιαστικά
οχήματα και ανασήκωναν τα πεσμένα μου φύλλα,
κάποια κιόλας κόλλαγαν πάνω τους και μαζί τους συνταξιδεύανε,
υπόχρεος τους ήμουνα, ταξίδευαν τα φύλλα μου εκεί που ποτέ
εγώ δεν θα φτάσω.
Μου έλειπαν τα φώτα του δρόμου το βράδυ ,
ποτέ δεν κοιμόμουν εγώ στο σκοτάδι ,
μου έλειπε η ταμπέλα η καρφωμένη πάνω μου
με τη σήμανση του επικινδύνου,
κι ας την διάβαζα εγώ πάντα ανάποδα.
Ένιωθα χρήσιμος στη νέα τάξη πραγμάτων,
και πίστευα πως ήμουν μέρος της εξέλιξης ,
τόσο που όταν τον κατάργησαν το δρόμο
για ένα άλλον πιο σύντομο,
από όλους μίσησα την ίδια μου τη φύση για την
διαφορετικότητά μου.
Αισθανόμουν μόνος και ξένος σε αυτήν την ήσυχη γύρω μου γη,
τι ήμουνα, και πως περνούσα τη ζωή μου πριν, είχα από καιρό ξεχάσει,
μέχρι που ζήτησα την τελευταία χάρη απ’ τους φίλους ξυλοκόπους,
αυτούς που θυσίασαν για τον δρόμο τα δέντρα τα άλλα,
και μου χάρισαν του δρόμου την καλύτερη θέα,
τους παρακάλεσα τον κορμό μου από χαμηλά να κόψουν,
αφού τίποτα πλέον δεν είχα να προσφέρω,
ούτε και ήθελα στην εξέλιξη έτσι εγώ να στέκω.
Μα όταν πριόνια έφτασαν βαθιά , και άρχισα να γέρνω,
ένιωσα αγιάτρευτη τη λύπη, καθώς τι ήμουνα θυμήθηκα ξανά ,
σαν είδα από μέσα μου σμήνος να φεύγουν τα πούλια
*
η καθημερινότητά μας
παντού δέντρα πίσω μου, και εγώ ο οδηγός μπροστά
που τον ακολουθούν
περνάω από κεντρικούς δρόμους ,
λεωφόρους , ταχείας κυκλοφορίας
κουβαλώντας το δάσος
όμως δεν είμαι αναδασωτής
ένας φουκαράς είμαι ,που κουβαλάει
με το φορτηγό του για τα εργοστάσια ξυλεία
`
*
Αίματα στην κουρτίνα του κόσμου
Ένας κρότος όπλου ακούστηκε,
και ξαφνικά βρέθηκα πίσω στον χρόνο
μέσα στο παιδικό μου δωμάτιο,
στο πάτωμα τα στρατιωτικά μου όλα νεκρά
τα κουρσάκια μου τρακαρισμένα στους τοίχους,
και το ακριβό μου ασθενοφόρο που είχα στη βιβλιοθήκη
πάνω στο ράφι , ακόμα σαν γνώση να έρθει
στον τόπο του δυστυχήματος.
Άνοιξα το πορτατίφ, σε σχήμα φεγγαριού
τις νύχτες γινότανε πανσέληνος,
τώρα με τα μισά και παραπάνω λαμπάκια του καμένα
ούτε ημισέληνος.
Πλησίασα τη ντουλάπα, όλα τα παιδικά μου ρούχα με περίμεναν
ταριχευμένα με ναφθαλίνη να μην τα φάει ο σκόρος ο χρόνος,
και ανάμεσα τους η αποκριάτικη στολή μου
που είχε ακόμα στην ζώνη της το πλαστικό το όπλο
αυτό που πυροβολούσε βγάζοντας
τον ήχο του κρότου με το στόμα μου.
Το έβγαλα απ’ την θήκη του κρατώντας το στα χέρια μου,
και κοιτάζοντας εδώ τη φρίκη
τυλιγμένος μέσα στην κουρτίνα που από παιδί κρυβόμουν
έριξα με αυτό στο κεφάλι μου.
και εντελώς πάλι ξαφνικά το δωμάτιο ξανάλλαξε, δεν ήταν παιδικό,
στη ντουλάπα τα ρούχα όλα για ενήλικες, και στα χέρια μου
το όπλο δεν ήταν πλαστικό
`
*
θαμώνας
Σαν με βλέπει να τραβάω το σκαμπό και να κάθομαι
η μοίρα ετοιμάζει αμέσως δύο μπουκάλια κλειστά
το πρώτο μπουκάλι έχει ποτό
το δεύτερο μπουκάλι έχει μέσα το στόμα μου
τ’ αφήνει πάνω στο πάσο της μπάρας του κόσμου
και φεύγει.
Η ζωή στέκεται δίπλα μου, μόνη, να παίζει με τον πάγο στο ποτήρι της
φλερτάροντας με,
θέλω να της μιλήσω, αλλά δεν ξέρω πως με αγνώστους
να πιάνω κουβέντα, το να την κοιτάζω μόνο δεν γίνεται τίποτα.
Πιάνω τα μπουκάλια στα χέρια μου
ούτε και ξέρω πιο μπουκάλι
να ανοίξω πρώτο να πάρω θάρρος
και να της μιλήσω
αλλά καταλήγω να ανοίγω κι να πίνω πάντα το πρώτο
και όχι γιατί μόνο αυτό απ’ τα δύο πίνεται,
αλλά γιατί σε μένα έτσι μου τα κανόνιζε η ντροπαλοσύνη μου,
μόνο αν πίνω το πρώτο μπουκάλι
να ανοίγει και το δεύτερο
`
*
Πεθαίνοντας με άσσο στα χέρια σπαθί
(πρώτα απ΄ όλα ορκίστηκα να μην κάνω πότε καμία πισώπλατη
κίνηση ,ακόμα κι αν ήταν να σώσω τον εαυτό μου )
κάποτε υπήρξα τυχερός στην ζωή μου,
αλλά κάτι παράδοξο συνέβη με μένα, ενώ είχα τύχη βουνό,
εγώ απ’ την κορφή του έπεφτα,
βλέπεις γεννήθηκα αθώος, για την ακρίβεια σκέτος βλάκας,
ότι έκανα το έκανα ανάποδα απ’ ότι όλος ο κόσμος,
κι ενώ κυκλοφορούσα με άσσους στα χέρια
δεν ενδιαφερόμουν ποτέ να βρω του τζόγου τραπέζια,
μα παρόλα αυτά ο κρουπιέρης είχε υποψιαστεί το φορτίο μου,
και μια νύχτα με ακολουθούσε ώσπου να βρει μέρος σίγουρο,
και πιο άλλο μέρος υπάρχει για έναν ονειροπόλο
πέρα απ’ την ερημιά της θάλασσας,
όμως ιδανικό και για τον δολοφόνο,
κι εκεί που χανόμουν στ’ άστρα, συνοδευόμενος
με το τραγούδι των ελαφρών κυμάτων,
ένιωσα ένα σπαθί να διαπερνά χαμηλά την πλάτη μου
και να βγαίνει μπροστά στην κοιλιά μου,
το μονό που δεν ήθελα στην ζωή μου ,να πεθάνω από άλλων χέρια,
ήμουν τόσο αθώος που ο τόμος του λεξικό μου είχε μόνο μία
σελίδα με μία λέξη “ αλληλεγγύη “
μα τότε επενέβη για τελευταία φορά η τύχη μου,κι ως εκ θαύματος η λεπίδα δεν πείραξε κανένα μέσα μου όργανο ζωτικό,
το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να αφαιρέσω το σπαθί
με σταθερές και αργές κινήσεις,
αλλά ήταν πιο δύσκολο από ότι φανταζόμουν,
ενώ έβαζα όλοι μου την δύναμη, αυτό ούτε που γλιστρούσε,
και ο πόνος όλο και να δυνάμωνε, πάλευα όλη τη νύχτα,
μάτωναν τα χέρια μου, αλλά επέμενα, επέμενα
γιατί είχα δει ώρα πριν το πρώτο θετικό σημάδι,,
δεν είχε παρά λίγοι ακόμα διαδρομή η λεπίδα να διανύσει,
και τότε βλέπω ξαφνικά ξέροντας πόσο ακόμα
ζωή μου απομένει
τη φαρδιά του σπαθιού χειρολαβή
απ’ το στομάχι μου να βγαίνει
(Αχ αυτή η εμμονή μου πόσο μου είχε τώρα στοιχίσει
να μην κάνω εγώ πίσωπλατες κινήσεις )
`
*
Το σκουριασμένο κλαδευτήρι
στο ένα χέρι κρατάω μια γλάστρα,
αυτή η γλάστρα είναι η ζωή ,
και ένα γεμάτο ποτιστήρι κρατώ στο άλλο,
στην τσέπη μου όπως όλοι έχω κι ένα κλαδευτήρι ,
το κλαδευτήρι αυτό είναι ο συμβιβασμός,
όμως τίποτα δεν θέλω να κλαδέψω,
τα θέλω όλα και ολόκληρα σε αυτή τη γλάστρα,
και για να μεγαλώνουν τα κλαδιά των επιθυμιών μου
ελεύθερα κι άφοβα ,το ποτιστήρι είναι απαραίτητο,
βγάζω το κλαδευτήρι που την ελευθερία μου απειλή ,
το αφήνω στο πάτωμα κι αρχίζω να το βρέχω,
κι αφού το κατάφερα επιτέλους να σκουριάσει
κι άχρηστο να είναι, να μη μου
φοβίζει τα κλαδιά η θέα του ποτέ ξανά,
κατάλαβα πως για την γλάστρα μου
δεν είχα άλλο πια νερό
`
*
Η μελαγχολία του δαίμονα
αν στο αιώνιο που βρίσκεσαι σκοτάδι
ανοίξει η πόρτα και έξω είναι το φως
για λύτρωση μην περιμένεις,
και κάποιου άλλου θα είναι η σειρά
περνώντας τη να σβήσει
και για ένα πράγμα τότε μόνο
θα ανυπομονείς στην κόλαση αυτή,
να ξεκουράζεις τα μάτια σου με συχνούς θανάτους
`
*
Ο θυσιαζόμενος
σ’ αυτόν τον βυθό έρημα όλα και στεγνά, πως να αναδυθώ,
τίποτα να βρέξει τη ζωή που διψά εδώ δεν υπάρχει,
σ’ αυτόν τον βυθό που περπατώ τη μία μέρα από την άλλη
τίποτα δεν της ξεχωρίζει , ούτε και να θυμηθώ πια μπορώ
ψάρι αν ήμουν κάποτε, ο ναυαγός ή ο δύτης, ώσπου παίρνω το μαχαίρι από το κουφάρι του νεκρού Ποσειδώνα ,
που προοριζόταν κι ευλογήθηκε να είναι αυτό της θυσίας,
μήπως κι έβρισκε το χρώμα του και τη ζωή του εδώ ο τόπος,
αλλά αφού ακόμα και ο αποδέχτης της θυσίας είναι νεκρός,
και ελπίδα δεν υπάρχει,
μ’ αυτό κόβω τις φλέβες μου να απαλλαχτώ κι εγώ,
όμως από την πληγή μου αντί για αίμα πετάχτηκε η θάλασσα,
ύστερα κοράλλια φύτρωσαν με μιας και πολύχρωμες πέτρες,
τα πρώτα κοπάδια ψαριών και οι πάτοι φάνηκαν των καραβιών,
και ακόμα έτρεχε η πληγή μου θάλασσα,
κι ενώ ήμουν έτοιμος να υποδεχτώ
με χαρά και πάλι τα πτερύγιά μου,
γονατίζοντας μπροστά στον ζωντανό και πάλι Ποσειδώνα,
προσκυνώντας τον για τη ζωή που έφερε στον τόπο
πίσω, μα και για τη ζωή μου που θα ξαναρχίσω,
πέθανα ξαφνικά από αιμορραγία
`
*
ειρηνευτική δύναμη
ήμουν στην ταράτσα εκείνη την ώρα, μάζευα ρούχα,
στρατιωτικά ρούχα που ήταν ματωμένα,
στην απέναντι ακριβώς ταράτσα
ανέβαινε η ειρήνη
κρατώντας μια πλαστική στα χέρια της λεκάνη
κατευθύνθηκε αμέσως στην απλώστρα
και έβγαλε ένα λευκό περιστέρι
βάζοντας το πάνω στα σχοινιά,
φαινόταν απ’ τον τρόπο που το κράταγε
ότι ήθελε να το κρεμάσει με ανοιχτά φτερά,
μα απ ‘τη λεκάνη μέσα σαν κάτι να της έλειπε και έψαχνε,
κάτι που δεν είχαν πάνω τους ούτε τα σχοινιά,
κάτι που για αυτόν το φόνο το είχε πολύ ανάγκη,
βρήκα το χρόνο όσο ψαχνόταν να αποτρέψω αυτόν τον φόνο,
είμαι άλλωστε της ειρηνευτικής δύναμης στρατιώτης,
και από απέναντι, για να τρομάξει το περιστέρι
και να φύγει, να πετάξει μακριά,
του πέταγα μανταλάκια.
`
**************************************************
Ο Θοδωρής Καρατζίκος γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1984 στο Ναύπλιο. Η πρώτη του ποιητική συλλογή “ Η μελαγχολία του δαίμονα” κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2013 από τις εκδόσεις Χαραμάδα.











Ο ποιητής Θοδωρής Καρατζίκος με τα ποιήματα αυτά,
παρουσιάζει μια σειρά από εικόνες , που ναι μεν δεν λυτρώνει ποτέ κανένα πρωταγωνιστή τους ,αλλά
μας αφήνει πάντα με την γλυκιά απορία , τι να απέγινε ο πρωταγωνιστής του τελικά μετά το τέλος των ποιημάτων του.
Πολύ ωραία ανάρτηση.
Απόρροια του Θοδωρή… η Απορία..
“Τι να απέγινε εκείνος ο Θαμώνας;”