`
1. Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ
Κική Δημουλᾶ, Χλόη θερμοκηπίου, Ἴκαρος,
Ἀθήνα 2005, σ. 77
`
Ὑπάρχει σήμερα ἤ, καλύτερα, ἔχει δημιουργηθεῖ ἕνα φαινόμενο Κική Δημουλᾶ. Φαινόμενο κυρίως ἐξωλογοτεχνικό, ὅπως εὔκολα διαπιστώνει κανείς, ἄν ξεφυλλίσει τά περιοδικά ποικίλης ὕλης καί life style. Δέν θά ἐπιχειρήσουμε φυσικά ἐδῶ νά ἀναλύσουμε ὅλες τίς πτυχές αὐτοῦ τοῦ φαινομένου. (Ἄλλωστε αὐτό εἶναι ἔργο τῆς κοινωνιολογίας). Θά σταθοῦμε ὅμως σέ μία παράμετρό του τήν ὁποία θεωροῦμε βασική. Μποροῦμε σήμερα νά προσεγγίσουμε κριτικά τό ἔργο τοῦ Νίκου Ἀλέξη Ἀσλάνογλου, τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου ἤ τοῦ Βύρωνος Λεοντάρη (γιά νά ἀναφερθοῦμε σέ τρεῖς μόνο ποιητές πού ἀνήκουν στήν ἴδια ποιητική γενιά μέ τή Δημουλᾶ), χωρίς νά χρειαστεῖ νά ἀνατρέξουμε στά δοκίμια, τίς συνεντεύξεις τους, τήν ἐν γένει δημόσια παρουσία τους. Μέ τή Δημουλᾶ αὐτό δέν μπορεῖ νά συμβεῖ. Γιατί ἡ Δημουλᾶ, ἐκτός ἀπό ποιήτρια, εἶναι καί ἕνα θεσμικό πρόσωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ θεσμική παρουσία της ἐπισκιάζει τό ἔργο της σέ μεγάλο βαθμό καί καθιστᾶ τούς ὅρους συγκρίσεως μέ ἄλλους ποιητές ἄνισους.
Κρίνοντας μέ τή μεγαλύτερη δυνατή νηφαλιότητα τή Δημουλᾶ ὡς δημόσιο πρόσωπο, πρέπει νά ποῦμε ὅτι ἀπέτυχε. Ἡ ἀμετροέπεια τῶν δεκάδων συνεντεύξεων πού ἔχει δώσει μέχρι σήμερα, τό συγχαρητήριο τηλεγράφημά της στόν Πρωθυπουργό, τό γεγονός ὅτι ἀποδέχτηκε τήν πρόσκληση νά τιμηθεῖ ὡς γυναίκα τῆς χρονιᾶς ἀπό ἕνα ἄθλιο σκουπιδοπεριοδικό κ.λπ. προκαλοῦν βαθύτατη θλίψη. Ἀποδεικνύουν ὅμως καί κάτι πολύ σημαντικό. Ὅτι ἡ Δημουλᾶ δέν ἦταν ἕτοιμη –γιά τήν ἀκρίβεια δέν εἶχε τήν ἀπαραίτητη πνευματική συγκρότηση– νά ἀνταποκριθεῖ στίς ἀπαιτήσεις τοῦ νέου ρόλου της. Ἔτσι, ἔπεσε πολύ εὔκολα στήν παγίδα πού τῆς ἔστησαν τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης (καί ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη ἡ Δημουλᾶ ἦταν ἄτυχη πού ἔγινε ἰδιαίτερα δημοφιλής σέ μιά περίοδο παντοδυναμίας τῶν ΜΜΕ), μέ ἀποτέλεσμα νά ἀμαυρώσει τήν πολύ καλή ἐντύπωση πού εἴχαμε σχηματίσει γιʼ αὐτήν ἀπό παλιά, ἀπό τήν ἐποχή πού εἶχε ἐκδώσει ἰδίοις ἀναλώμασιν τήν ποιητική συλλογή Τό λίγο τοῦ κόσμου.
`
Ἄν ὅμως ἡ δημόσια συμπεριφορά τῆς Δημουλᾶ προκαλεῖ θλίψη, ἀκόμη πιό θλιβερό εἶναι τό φαινόμενο τῆς ποιητικῆς παρακμῆς της. Πράγματι, μετά τό Χαῖρε ποτέ (πού εἶναι μαζί μέ Τό λίγο τοῦ κόσμου τά καλύτερα βιβλία της) ἡ Δημουλᾶ, ἤ μᾶλλον ἡ ποίησή της, βρίσκεται σέ ἐλεύθερη πτώση. Ὄχι πώς στό χρονικό αὐτό διάστημα δέν ἔγραψε καί μερικά ἀξιόλογα ποιήματα ἤ στίχους. Ὅμως ἡ συντριπτική πλειονότητα τῶν ποιημάτων της εἶναι ποιοτικά πολύ κάτω ἀπό ἕνα ἀνεκτό αἰσθητικό ἐπίπεδο.
Δέν εἶναι εὔκολο στήν κριτική νά ἐξηγήσει τά αἴτια αὐτῆς τῆς ποιοτικῆς μεταστροφῆς. Πάντως δέν πρόκειται ἀσφαλῶς γιά κόπωση, ὅπως παλαιότερα εἴχαμε ἐπισημάνει ἀπό αὐτήν ἐδῶ τή στήλη γιά τήν περίπτωση τοῦ Μάρκου Μέσκου, ἀλλά γιά μετάλλαξη. Ναί, ἡ Δημουλᾶ εἶναι ἀγνώριστη σέ σχέση μέ τό παρελθόν. Εἶναι μιά ἄλλη ποιήτρια. Κατʼ αρχάς, ἔχει χάσει τήν αἴσθηση τοῦ μέτρου. Καί ὅταν ἕνας ποιητής ἤ πεζογράφος χάνει τήν αἴσθηση τοῦ μέτρου, ἐμπλέκεται σέ μιά μεγάλη περιπέτεια καί δέν ξέρει κανείς ποῦ θά καταλήξει.
Ἔπειτα, ἡ Δημουλᾶ ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια δέν ἔχει, κατά τή γνώμη μας, τίποτε σημαντικό, τίποτε νέο, τίποτε ἔστω παλαιό μέ νέο τρόπο, νά πεῖ. Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτή τήν πολύ σοβαρή ἀδυναμία της, προσπαθεῖ νά τήν ἀναπληρώσει μέ διάφορα γλωσσικά τερτίπια, ἐξεζητημένες φράσεις ἤ πομπώδεις κοινοτοπίες καί βέβαια ἐπαναλαμβάνοντας μέχρι κορεσμοῦ τίς εὐκολίες μιᾶς τεχνικῆς πού ἔχει κατακτήσει μέσα ἀπό ἕναν, ὁμολογουμένως, ἐντελῶς προσωπικό τρόπο γραφῆς. Εἶναι ἡ περίφημη μανιέρα τῆς Δημουλᾶ, τήν ὁποία δυστυχῶς σπεύδουν νά μιμηθοῦν καί ἄλλες ποιήτριες.
Ἀκόμη ὅμως καί ὁ πιό ὑπομονετικός καί πράος ἀναγνώστης, δύσκολα μπορεῖ νά διαβάσει, χωρίς νά νιώσει τό νευρικό του σύστημα νά τεντώνεται, στίχους ἐξόφθαλμα κατασκευασμένους, ὅπως οἱ παρακάτω: «ἡ διακοσμήτρια τέρψη», «ἡ δέ ὑπακοή πού ραβόταν στήν ἴδια μοδίστρα μέ τήν ἀπατηλότητα», «Μάζευα πεταμένη ἀνθρωπότητα ἀπό τό σκουπιδιάρικο ἑνός ντοκυμαντέρ», «τρύπησε ὁ κουβάς τῆς ματαιοπονίας», «Μαλάκιο ἀηδές ἡ ματαιότης», «ἁλμυρή λύσσα ἡ ὡριμότης», «ἀσθενοφόρο πεζοδρόμιο», «ἡ γηραιά ἡδυπαθής συνήθεια», «πῶς μελαγχόλησε μετά ἡ οἰκειότης», «ἀπό τό στρές πού προκαλεῖ ἡ γενναιότης», «τό ἐγκρατές σκεπτικό ἐάν», «Ἄς σπρώξει λίγο καί τό Μεγάλο Σάββατο γεροδεμένο εἶναι», «Βραχνό συνταξιοῦχο ψέμα» κ.ἄ.
Δύσκολα ἐπίσης μπορεῖ νά παρακολουθήσει τή Δημουλᾶ νά ἀναμασᾶ τούς ἴδιους καί τούς ἴδιους στίχους καί ποιήματα γιά τά ἀγάλματα, τή Μεγάλη Ἑβδομάδα ἤ τόν μακαριστό σύζυγό της, στοχαστικό ποιητή Ἄθω Δημουλᾶ. Καί ἡ ἀνοχή στά αἰσθητικά ζητήματα ἔχει καί αὐτή τά ὅριά της – δέν νομίζετε; (Ἐδῶ πρέπει νά ἀνοίξουμε μιά παρένθεση καί νά ποῦμε ὅτι τήν ἰδέα τῆς προσωποποίησης τῶν ἀφηρημένων ἐννοιῶν, πού εἶναι ἕνα ἀπό τά πιό βασικά, τά πλέον ἀναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά τῆς ποιητικῆς της ταυτότητας, ἡ Δημουλᾶ τήν ἔχει πάρει ἀπό τόν Τάκη Παπατσώνη καί τόν Νίκο Καροῦζο. Φυσικά, μέ τήν ὑπερβολή καί τήν κατάχρηση, τήν ἀποδυνάμωσε καί τήν εὐτέλισε. Τήν ἔκανε κυριολεκτικά ἀγνώριστη).
Ἰδιαίτερα ἀρνητική ἐντύπωση προκαλεῖ καί ἡ μακρηγορία τῆς Δημουλᾶ. Βέβαια, ἡ Δημουλᾶ ποτέ δέν εἶχε τό χάρισμα τῆς πυκνῆς, λακωνικῆς ποιητικῆς ἔκφρασης· (τό ἔχει ὁμολογήσει ἀλλωστε καί ἡ ἴδια, πρός τιμήν της, σʼ ἕνα παλιότερο ποίημά της). Τόν τελευταῖο καιρό ὅμως τό κακό παράγινε. Συναισθήματα, ἰδέες, ἐμπειρίες, πού μποροῦν νά διατυπωθοῦν μέ ἐλάχιστους στίχους, ἡ Δημουλᾶ χρειάζεται δύο, κάποτε καί δυόμισι σελίδες, γιά νά τούς δώσει τή δική της φόρμα. Νά μᾶς ἐπιτραπεῖ νά παρατηρήσουμε ὅμως ὅτι αὐτό δέν εἶναι ποίηση. Εἶναι λεκτική ἀκράτεια, μέ ὅλες τίς αἰσθητικές συνέπειες πού ἔχει αὐτή ἡ διαπίστωση.
Σοβαρά μειονεκτήματα στήν ποίηση τῆς Δημουλᾶ, μετά τό Χαῖρε ποτέ, θεωροῦμε ἀκόμη:
– Ἕνα ἔντονο μελοδραματικό στοιχεῖο, τό ὁποῖο ἐμφανίζεται τόν τελευταῖο καιρό ὅλο καί πιό συχνά στά ποιήματά της.
– Τή θολή, ἐνίοτε, ἔκφραση, πού ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι ἡ Δημουλᾶ πολλές φορές δέν ἔχει ξεκαθαρίσει στό μυαλό της τί ἀκριβῶς θέλει νά ἐκφράσει μέ τούς στίχους της.
– Τή γλωσσική ἀστοχία. (Ἐδῶ ὅμως, ἄν θέλουμε νά εἴμαστε δίκαιοι, ὀφείλουμε νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι ἡ Δημουλᾶ ἔχει πειραματιστεῖ ὅσο ἐλάχιστοι ποιητές μέ τή γλώσσα καί ἔχει δώσει στό παρελθόν ἀξιοθαύμαστα, στόν τομέα αὐτό, ἀποτελέσματα.)
– Τέλος, τήν παροιμιώδη πλέον ἀφέλεια, μέ τήν ὁποία προσεγγίζει τά σοβαρά θρησκευτικά-μεταφυσικά ζητήματα.
Ἐκεῖνο ὅμως πού προξενεῖ κατάπληξη, εἶναι ἡ ἔλλειψη καλαισθησίας πού χαρακτηρίζει ἀρκετά ποιήματα τά ὁποῖα ἔχει δημοσιεύσει ἡ Δημουλᾶ τά τελευταῖα χρόνια. Ἄς δοῦμε παραδείγματα ἀπό τίς δύο προηγούμενες ποιητικές συλλογές της:
Ἐμπρός ἐμπρός μέ ἀκοῦτε; Ἐμπρός
ἀπό μακριά τηλεφωνῶ. Δέν ἀκούγομαι
τί, ξεφορτίστηκε ἡ ἀπόσταση;
Ἀπό κινητό διάστημα μιλᾶτε;
Νά ξαναπατήσω τό μηδέν; Κι ἄλλο;
Μέ ἀκοῦτε τώρα;
Ναί μοῦ δίνετε σᾶς παρακαλῶ τή μαμά μου;
Τί ἀριθμό πῆρα; Τόν οὐρανό
αὐτόν μοῦ ἔχουν δώσει. Δέν εἶναι κεῖ;
Μπορῶ νά τῆς οὐρλιάξω ἕνα μήνυμα;
Εἶναι μεγάλη ἀνάγκη πεῖτε της
εἶδα στόν ὕπνο μου ὅτι πέθανε κι ἐγώ
μικρό παιδί κατουρημένο γοερά
μούσκεμα ὁ φόβος ὥς ἀπάνω
κι ἀκόμα νά στεγνώσει.
Νά ʼρθεῖ νά τόν ἀλλάξει.
Ἄν δέν μπορέσει, τῆς λέτε ἀκόμα ὅτι
ὡρίμασε ἐκείνη ἡ παλιά φοβέρα της
πώς θά μέ φάει ὁ γέρος ἄν δέν τελειώσω
τό φαγητό μου.
Ὡρίμασε ἔγινα γεῦμα γήρατος.
Ὄχι σέ ταβερνάκι ὀνείρου
Σέ κάποιο λαϊκό μαγέρικο πού ἄνοιξε
ὁ καθρέφτης.
(«Σᾶς ἄφησα μήνυμα», ἀπό τήν ποιητική συλλογή Ἦχος ἀπομακρύνσεων, 2001)
`
Τό ποίημα αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά πιό ἀδύναμα πού ἔχουμε διαβάσει τά τελευταῖα δέκα χρόνια. Κανονικά θά ἔπρεπε νά διδάσκεται στά σχολεῖα ἤ στούς νέους πού ἐρωτοτροποῦν μέ τή Μούσα, ὡς ὑπόδειγμα κακοῦ γούστου. Σέ κάθε περίπτωση, εἶναι ἕνα κείμενο ἀπέναντι στό ὁποῖο ἡ κριτική σηκώνει ψηλά τά χέρια. Δηλαδή τί νά κρίνει κανείς ἀπό αὐτό τό ποίημα; Τήν ἐντελῶς ἄσχετη σύλληψή του; Τόν κραυγαλέα μελοδραματικό του τόνο; Τήν παιδιαριώδη ἀφέλειά του; Τό ἄγχος τῆς Δημουλᾶ νά εἶναι μοντέρνα (ἀναφορά στό κινητό τηλέφωνο) γιά νά εὐθυγραμμιστεῖ μέ τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς; Ἄς προχωρήσουμε ὅμως σʼ ἕνα δεύτερο παράδειγμα:
Βέλαζε τό κατσίκι ἐπίμονα βραχνά.
Ἄνοιξα τό φοῦρνο μέ θυμό τί φωνάζεις εἶπα
σέ ἀκοῦνε οἱ καλεσμένοι.
Ὁ φοῦρνος σου δέν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι ἀλλιῶς θά μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα ἡ ὠμότητά σας.
Ἔβαλα μέσα τό χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο τό μέτωπο τά πόδια ὁ σβέρκος
τό χορτάρι ἡ βοσκή τά κατσάβραχα ἡ σφαγή.
(«Πάσχα στό φοῦρνο», ἀπό τήν ποιητική συλλογή Ἑνός λεπτοῦ μαζί, 1998)
`
Ὑποτίθεται ὅτι στό παραπάνω ποίημα ἡ Δημουλᾶ θέλει νά ἐκφράσει τήν οἰκολογική εὐαισθησία της καί τήν κατηγορηματική ἀντίθεσή της στό ἔθιμο τῆς σφαγῆς τῶν ζώων τό Πάσχα. Τό κάνει ὅμως μέ τόσο ἄτεχνο τρόπο, μέ τόση ἐπιτήδευση καί ἔλλειψη διακριτικότητας στήν ἔκφραση, ὥστε τό ἴδιο τό μήνυμα ἐκχυδαΐζεται.
Θά ἐπιμείνουμε λίγο παραθέτοντας δύο ἀκόμη ποιήματα. Τό πρῶτο ἔχει τόν τίτλο «Ἐπεῖγον» καί περιλαμβάνεται στή συλλογή Ἑνός λεπτοῦ μαζί (1998).
Μοῦ ζήτησε ταυτότητα γιά τό γνήσιον τῆς μορφῆς.
Νεαρόν τό ἔτος τῆς ἐκδόσεως
μέ σφραγίδα τῆς ἀστυνομίας, νόμιμα
καμάρωνε τῆς γεφυρούλας μύτης τό σηκωμένο φρύδι.
Μᾶς κοίταξε καχύποπτα ὁ ὑπάλληλος
φορώντας ἀμέσως χειροπέδες
στίς μεγάλες διαφορές μήν τοῦ ξεφύγουν.
Ὕστερα μᾶς ἄδειασε βίαια καί τίς δυό
στό ἐκκοκιστήριο τῆς συγκρίσεως
γέμισε ὁ τόπος ἀποφλοίωση.
Μιά κοίταζε στά γρήγορα ἐμένα
καί μιά ἐκείνη ἐπίμονα σά νά τή ρωτοῦσε
ἄν μέ γνώριζε. Μά ἡ φωτογραφία γιά νά λάβει
τό ὕπατο χρίσμα τῆς ἀμετάβλητης
δίνει ὅρκο βαρύ νά μή γνωρίζει μήτε τά πρίν
μήτε τά ἔπειτά της.
Γέμισε ὁ τόπος ἀποφλοίωση.
Σκυμμένος στό καθῆκον ὁ ἀνακριτής
πῆρε ἀργά ἀργά νά ξεβιδώνει
μιά μιά τίς ἐσοχές τῆς ἀμυδρότητας
μήν ἤτανε ἐκεῖ μέσα κρυμμένη ἡ ὁμοιότης.
Τρέμοντας ἐγώ μήπως χαθοῦνε τά βιδάκια
ὕψωσα φωνή ἀγανακτήσεως
συντομεύετε κύριέ μου συντομεύετε
ὅσο ἀργεῖτε τόσο χειροτερεύει
τό δύσβατο ἔργο τῆς ἀναγνώρισης.
Μή ξεχνᾶτε ὅτι μετά τό μεσονύκτιο
πέφτει διπλή ταρίφα ὁ χρόνος στό ρολόγι
διπλά καί τρίδιπλα κυλᾶνε τά χιλιόμετρα
στό πρόσωπο.
Ἐπιτέλους, πρώτη φορά σας εἴδατε νεότητα
νά μήν ὁμοιάζει διόλου μέ τήν ἀπώλειά της;
`
Τό δεύτερο τιτλοφορεῖται «Εὔφλεκτη ἡ ἀπόσταση» καί περιέχεται στήν ποιητική συλλογή Ἦχος ἀπομακρύνσεων (2001).
Ἀσυγχώρητη ἀπροσεξία
νά μοῦ στείλεις ἐπί χάρτου ἐφημερίδας
ὁλοσέλιδη τή φωτογραφία σου
μέ ἀναμμένο τό τσιγάρο της.
Ἄν ἔπαιρνε φωτιά ἡ παραλαβή;
Ποιά πυροσβεστική
ψυχραιμία εἰς μάτην θά καλοῦσα
σέ ποιό διανυκτερεῦον ἔγκαυμα
θά ἔτρεχα ἀνήμπορο ἐγώ χαρτί καμένο
σέ ποιάν ἐξαντλημένη θεραπεία
σέ ποιάν ἀποζημίωση μετά.
Ἀσφάλεια ἀναθρώσκοντος καπνοῦ
δέν ἔχω κάνει.
`
Πιστεύουμε ὅτι ἀκόμη καί οἱ ἀναγνῶστες πού δέν ἔχουν ἐξοικειωθεῖ μέ τίς τεχνικές τῆς μοντέρνας ποίησης, εὔκολα μποροῦν νά καταλάβουν ὅτι ἡ Δημουλᾶ στά δύο ποιήματα πού προηγήθηκαν δέν ἐλέγχει τά ἐκφραστικά της μέσα.
Τά ποιήματα αὐτονομοῦνται καί προχωροῦν μόνα τους. Τώρα, τό ποῦ καταλήγουν, ἐσεῖς θά τό κρίνετε. Ἄλλωστε αὐτός εἶναι καί ὁ κύριος λόγος πού τά παραθέσαμε. Γιά νά ἔχουν τή δυνατότητα οἱ ἀπαιτητικοί ἀναγνῶστες νά διαπιστώσουν μέ τά ἴδια τους τά μάτια ποῦ μπορεῖ νά ὁδηγηθεῖ μιά καλή ποιήτρια, ὅταν ἀπωλέσει τήν ἱκανότητα νά κρίνει μέ αὐστηρότητα τά ἴδια τά κείμενά της.
Ἄς ἔρθουμε ὅμως τώρα στήν τελευταία ποιητική συλλογή τῆς Δημουλᾶ, μέ τόν τίτλο Χλόη θερμοκηπίου. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στό βιβλίο αὐτό ἡ Δημουλᾶ καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά ἐλαττώματά της καί νά ἐπανασυνδεθεῖ μέ τή γόνιμη ἐκείνη δημιουργική φλέβα, ἀπό τήν ὁποία ἄντλησε στό παρελθόν ὁρισμένα πολύ καλά ποιήματα. Καί μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι σέ δύο τρία ποιήματα (π.χ. «Διά τῆς εἰς ἄτοπον λήθης» σ. 10, «Ἐπισκευαστικά δάνεια» σ. 63) κάτι ἐπιτυγχάνει. Τό τελικό ἀποτέλεσμα ὅμως δέν πείθει. Ἴσως εἶναι πιά πολύ ἀργά, γιά νά βρεῖ ξανά ἡ Δημουλᾶ τό σφρίγος, τή λιτότητα, τή δροσιά καί τή χάρη τῶν παλιῶν ποιημάτων της. Ἀλλά καί πάλι κανείς δέν μπορεῖ νά ξέρει…
Αὐτό πάντως πού ἔχει σημασία νά ὑπογραμμίσουμε ἐδῶ εἶναι ὅτι ἡ Δημουλᾶ, συνειδητοποιώντας στή Χλόη θερμοκηπίου τήν ἀδυναμία μετάβασης στίς αὐθεντικές πηγές τῆς ποιητικῆς της (γιατί κάθε ποιητής γνωρίζει καλύτερα ἀπό τόν καθένα τά τοῦ οἴκου του), ἀντιδρᾶ μέ σπασμωδικές κινήσεις πού προδίδουν ἕνα δημιουργικό πανικό. Γιά παράδειγμα, στό ποίημα «Μάρτης» γράφει:
Ξάφνιασμα εὐχάριστο
Σήμερα στίς ἑξήμισι πί μί
–ἀντί ἑπτά ὥς χτές–
σβήσανε τά φῶτα τοῦ Δήμου.
Σκόνταφταν λίγο τά πουλάκια
ἐπάνω στό θαμπό κελάηδισμά τους
ἀλλά εὐθύς
ἕνα ὅλο καί πιό δυνατό χεράκι τοῦ φωτός
τά ὄρθωνε ψηλά.
[…]
(«Μάρτης», σ. 36)
`
Ἡ ἀπορία πού μᾶς γεννήθηκε, διαβάζοντας τό παραπάνω ποιητικό ἀπόσπασμα, εἶναι ἡ ἑξῆς: Γιατί ἡ Δημουλᾶ στόν δεύτερο στίχο χρησιμοποιεῖ τή λέξη πί μί (πρό μεσημβρίας) καί ὄχι τή λέξη πρωί; Ἔχουν κανένα εἰδικό βάρος οἱ λεξοῦλες πί μί, μέσα στό ποίημα; Συμβολίζουν ἐνδεχομένως κάτι, τό ὁποῖο ἐμεῖς δέν μπορέσαμε νά ἀντιληφθοῦμε; Ὄχι βέβαια. Ἁπλῶς ἡ Δημουλᾶ ἐδῶ ἤθελε νά ἐντυπωσιάσει μέ τήν ἐκκεντρικότητά της. Καί ἐπέλεξε αὐτόν τόν ἄκομψο τρόπο. Τί νά πεῖ κανείς;
Ἡ προσπάθεια ὅμως ἐντυπωσιασμοῦ τοῦ ἀναγνώστη σέ συνδυασμό μέ τή λεξιλαγνεία, τήν ἐγκεφαλικότητα, τήν περιττολογία καί τούς κακόζηλους στίχους ἤ ποιήματα, διαχέεται σέ ὅλες σχεδόν τίς σελίδες τοῦ βιβλίου. Ἔτσι, στό ποίημα «Ἐφόδιο τά τραύματα» διαβάζουμε:
[…]
Εἶμαι τρωτή, γιʼ αὐτό.
Ὄχι, στή φτέρνα μόνο,
τό ἔνιωσα
παρότι ἦταν ἀκόμα στά σκαριά
στίς δοκιμές ἡ ἰδιοσυγκρασία.
Κι ὅμως ἐγώ τά ἄκουσα τά λάδια
νοθευμένα
δέ γράσωναν καλά τήν ἄμυνά μου
– τί τά θές, τεχνίτες ἀνειδίκευτοι
οἱ ἀστερισμοί μας.
[…]
(«Ἐφόδιο τά τραύματα», σ. 14-16)
`
Στό ποίημα «Τίποτα δέ θʼ αντιληφθεῖς» (σ. 34-35) ἡ ἀφηγήτρια ἀπευθύνεται σʼ ἕναν ἀπόντα, λέγοντάς του ὅτι θέλει νά τοῦ στείλει τή μελαγχολία της νά κοιμηθεῖ μαζί του, γιά νά μείνει ἐκείνη λίγο μόνη. Ὅμως, εὐγενής καθώς εἶναι ἡ ἀφηγήτρια, δέν θά στείλει τή μελαγχολία ἔτσι μέ ἄδεια χέρια. Μέσα στήν τσάντα της θά βάλει, κατά λάθος δῆθεν, μιά φωτογραφία της ὅπως ἤτανε μικρή, μήν τυχόν ὁ ἀπών συγκινηθεῖ καί τή νανουρίσει. Καί ὄχι μόνο αὐτό. Κάτω ἀπό τό νανούρισμα –ἡ πονηρή ἀφηγήτρια– θά κρύψει, λέει, μιά δεύτερη ἀλλαξιά, μήπως ἀλλάξουνε τά πράγματα, καί ὁ ἄντρας τήν κρατήσει γιά δεύτερο συνεχόμενο βράδυ! Αὐτά.
Στό ποίημα «Ἀερογέφυρες» (σ. 37) ἡ ἡρωίδα τῆς Δημουλᾶ ἀπευθύνεται πάλι σʼ ἕναν ἀπόντα (στόν Ἄθω Δημουλᾶ, ει». κατά πάσα πιθανότητα) καί τοῦ ζητᾶ νά τήν ἐπισκεφθεῖ στά ὄνειρά της. «Συνήθως εἶμαι ἐκεῖ» τοῦ λέει «ἐκτός ἄν κλαίει τό φεγγάρι / ὁπότε βγαίνω στό μπαλκόνι / τό διότι νά ρωτήσω τί συμβαίνει» Καί συνεχίζει: «Πέρνα καμιά φορά. / Μπές ἀπʼ τό πλάι στάσου / κάτω ἀπό τό γεφυράκι τῆς παλάμης μου».
Στίς «Συμβουλές τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς» (σ. 41) σταχυολογοῦμε τούς ἑξῆς ἀμίμητους στίχους:
[…]
Ἄκουσέ με, πάρε
στά χέρια σου τήν κύλιση τοῦ λίθου.
Ἄς σπρώξει λίγο καί τό Μεγάλο Σάββατο
γεροδεμένο εἶναι
σήκωσε θεία κλοπή ἀσήκωτη
καί στά οὐράνια μοναχό του τήν ἀνέβασε.
[…]
`
Στό ποίημα «Γιά καπνιστές» (σ. 44-45) ἡ κενολογία κάνει ἐντυπωσιακά τήν ἐμφάνισή της. Ἰδού ἕνα μικρό δεῖγμα:
[…]
Ἄνετη, σά νά μήν ξέρω τίποτα
πίνω περιπατητικόν φραπέ
γουλιές θορύβου προκαλῶ
ρουφώντας μέ κατάρτι
καπνίζω σά νά ξέρω
τό ʼνα φουγάρο ἀνάβω τʼ ἄλλο σβήνω
ζήτημα ἄν ἔχουν μείνει
ἕνα δυό καράβια στό πακέτο μου
[…]
`
Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τά ποιήματα πού περιέχονται στή Χλόη θερμοκηπίου, ἀλλά καί τό σύνολο τῆς ποιητικῆς παραγωγῆς τῆς Δημουλᾶ ἀπό τό 1988 μέχρι σήμερα, διαπιστώνει ὅτι αὐτή ἡ ποιήτρια (πέραν τῶν ἄλλων μειονεκτημάτων πού προαναφέραμε), ἔχει, ὅπως θά ἔλεγε καί ὁ Σάρτρ, τό «καρούμπαλο» τῆς λογοτεχνίας. Θέλει δηλαδή νά μετατρέπει, μʼ ἕναν ἐξεζητημένο τρόπο, τά πάντα σέ λογοτεχνία – γιά τήν ἀκρίβεια σέ ποίηση. Ἀλλά ἡ λογοτεχνία –καί ἐδῶ βρίσκεται τό μεγάλο λάθος τῆς Δημουλᾶ καί ὅσων τή μιμοῦνται– δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ὡς μία ἰλιγγιώδης μεταφορά. Ἡ λογοτεχνία, καί εἰδικότερα ἡ ποίηση, εἶναι κατά βάσιν προφορικός λόγος. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ τόνος τῆς φωνῆς ἑνός ποιητῆ δέν μπορεῖ νά διαφέρει ἀπό τόν τόνο τῆς φωνῆς του στήν καθημερινή ὁμιλία. Ἡ Δημουλᾶ ἀλλάζει συνεχῶς τή φωνή της. Γίνεται ἐγγαστρίμυθη γιά νά ἀρέσει στούς πολλούς. Καί βέβαια χάνει τό παιχνίδι.
Καί μιά ἀκόμη διαπίστωση. Πίσω ἀπό τά παιχνίδια μέ τή γλώσσα (τά στραμπουλήγματα καί τά κεφαλοκλειδώματα τῆς γλώσσας), πίσω ἀπό τόν πομπώδη τρόπο μέ τόν ὁποῖο διατυπώνει τίς προτάσεις της ἡ Δημουλᾶ, κρύβεται ἕνα ἐντελῶς κοινότοπο ποιητικό ὅραμα. Αὐτή τή σκέψη τήν εἴχαμε κάνει ἀπό παλιά, ὅταν ἡ πτώση τῆς Δημουλᾶ εἶχε ἤδη ἀρχίσει, καί τώρα (πού μέ τήν εὐκαιρία αὐτοῦ τοῦ σημειώματος ξαναδιαβάσαμε τά βιβλία της), ἐπιβεβαιώνεται.
Τελειώνοντας, θέλουμε νά ποῦμε ὅτι γιά τή μετάλλαξη τῆς Κικῆς Δημουλᾶ, μεγάλο μερίδιο εὐθύνης ἔχουν οἱ κεκράχτες τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, καθώς ἐπίσης καί ἡ μεταμοντέρνα κοινωνία μας, πού ἀποθεώνει τήν εὐτέλεια καί τή γρήγορη ἐπιτυχία. Τήν κύρια εὐθύνη ὅμως τή φέρει ἡ ἴδια ἡ Δημουλᾶ. Δυστυχῶς.
[Α’ Δημοσίευση περ. Νέα Ἑστία, τ. 1785, Ἰανουάριος 2006]
`
***********************************************************
`
ΕΝΑ ΑΚΡΑΙΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ
Γιῶργος Βέλτσος, Στήν ἐκταφή οἱ ἐραστές ἀναγνωρίζονται ἀπό τά δαχτυλίδια,
Καστανιώτης, Ἀθήνα 2001, σ. 46.
`
Ἡ περίπτωση τοῦ Γιώργου Βέλτσου θά μποροῦσε ἄφοβα νά χαρακτηριστεῖ ὡς ἀκραῖο πολιτισμικό φαινόμενο. Καθηγητής κοινωνιολογίας στό Πάντειο Πανεπιστήμιο, φίλος τοῦ πρωθυπουργοῦ καί ἐξ ἀπορρήτων σύμβουλός του σέ πολιτιστικά θέματα, θεατρικός συγγραφέας ἔργων ἀβέβαιης θεατρικότητας, φίλος, θαυμαστής καί ὁμοτράπεζος τοῦ διάσημου καί ἀμφιλεγόμενου Γάλλου φιλοσόφου Ζάκ Ντερριντά, παθιασμένος κοινωνός τῆς παριζιάνικης κουλτούρας καί ἰδιαίτερα τῆς μεταμοντέρνας στήν πιό ἀκραία της ἐκδοχή, κοινωνιολογῶν φιλόσοφος τοῦ life style, εὐφάνταστος τηλεοπτικός γευσιγνώστης, χαριτωμένος μπόν βιβέρ καί ἰδιότυπος κοσμικός ἐκ γενετῆς (πάντα ὅμως μέ τήν καλή ἔννοια, ὅπως θά ἔλεγε καί δημοφιλής κωμικός τῆς TV), ὁ Βέλτσος εἶναι ἕνα ἀπό τά πιό γνωστά ὀνόματα τῆς ἀθηναϊκῆς ἐλίτ τῶν διανοουμένων καί ταυτόχρονα ἕνα πρόσωπο πού κατορθώνει νά βρίσκεται συνεχῶς τά τελευταῖα χρόνια, μέ τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλο τρόπο στό προσκήνιο τῆς πολιτιστικῆς ἐπικαιρότητας. Εἴτε μέ τή συχνή ἀρθρογραφία του στόν ἡμερήσιο Τύπο, εἴτε μέ τά βιβλία πού ἀθρόα ἐκδίδει, εἴτε μέ τήν ἴδια τήν παρουσία του (κινήσεις, ὕφος, στάση, φωνή, χειρονομίες ἑνός αὐθεντικοῦ κλόουν, ὅπως ὁ ἴδιος αὐτοαποκαλεῖται) καί τό στρυφνό, δυσνόητο, ἐπιτηδευμένο γλωσσικό του ἰδίωμα, πού δίνει τροφή στούς δημοσιογράφους νά μιλοῦν γιά «βέλτσειον» ὕφος καί σέ προικισμένους μίμους, ὅπως ὁ Μητσικώστας, νά τόν ἀναπαριστάνουν ξεκαρδιστικά.
Ὡστόσο, ὅλη αὐτή ἡ πολυσχιδής δραστηριότητα φαίνεται πώς δέν ἱκανοποιεῖ τή φιλοδοξία τοῦ Γιώργου Βέλτσου. Ἔτσι, τελευταῖα ἐζήλωσε καί δόξαν ποιητῆ καί, ἀπό τό 1993 μέχρι σήμερα, δημοσίευσε ἑφτά ποιητικές συλλογές (ἕνα σχεδόν βιβλίο τόν χρόνο). Ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό. Στήν περίπτωση τοῦ νεόκοπου ποιητῆ Βέλτσου, συμβαίνει τό ἑξῆς ἐκπληκτικό καί μᾶλλον πρωτοφανές. Πρίν ἀκόμη ἡ ἔγκυρη κριτική σʼ αὐτό τόν τόπο ἀποφανθεῖ γιά τήν ἀξία τοῦ ποιητικοῦ του ἔργου (εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι μόνο ὁ Δ.Ν. Μαρωνίτης ἔχει ἐκφραστεῖ θετικά γιά τήν προηγούμενη συλλογή του Ψιλά γράμματα), τά δύο τελευταῖα βιβλία του, καί κυρίως ἡ Ἐκταφή, συνοδεύτηκαν ἀπό τά τύμπανα ἑνός ἐκκωφαντικοῦ δημοσιογραφικοῦ θορύβου. Σέ μιά ἐποχή δηλαδή, κατά τήν ὁποία σημαντικοί ποιητές βρίσκονται ἔξω ἀπό τό πεδίο τοῦ δημοσιογραφικοῦ ἐνδιαφέροντος, βλέπουμε τόν Βέλτσο νά δίνει ὁλοσέλιδες συνεντεύξεις σέ ἐφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας καί νά μιλάει μέ ὕφος περισπούδαστο γιά τό ποιητικό του ἔργο. Ἄν αὐτό δέν εἶναι μιά πρόκληση, ἕνα σύμπτωμα πού ἀποκαλύπτει τή ρηχότητα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, τότε τί εἶναι;
Μιά προσεκτική ἀνάγνωση τοῦ τελευταίου βιβλίου τοῦ Γιώργου Βέλτσου, καθώς ἐπίσης καί τῶν ἄλλων ποιητικῶν συλλογῶν πού ἔχει ἐκδώσει ἀπό τό ʼ93 μέχρι σήμερα, μᾶς ὁδηγεῖ σέ μιά βασική διαπίστωση: ὁ Βέλτσος δέν εἶναι αὐθεντικός ποιητής, ἀλλά ἕνας διανοούμενος πού προσπαθεῖ ἀνάμεσα στίς πολλές, ποικίλες ἀσχολίες του νά γράψει καί ποιήματα. Κάποτε, εἶναι ἀλήθεια, κατορθώνει καί μᾶς δίνει ὁρισμένους ἀξιόλογους στίχους καί ἐλάχιστα, μετρημένα στά δάχτυλα τοῦ ἑνός χεριοῦ, δείγματα μιᾶς ἱκανοποιητικῆς ποιητικῆς γραφῆς. (Καί μιλᾶμε κυρίως γιά τά ποιήματα πού δημοσιεύτηκαν στή Νέα Ἑστία, καί εἰδικότερα γιά ἐκεῖνο στό ὁποῖο γίνεται μιά ἀναφορά στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.) Τίς ὑπόλοιπες φορές ὅμως ἀποτυγχάνει ὁλοσχερῶς. Τά ποιήματά του, ἀδύναμα ὡς πρός τήν ἀρχική τους σύλληψη, ἐπίπεδα, ἄνευρα, φέρουν ἔκτυπα τά χαρακτηριστικά μιᾶς διανοητικῆς κατασκευῆς. Κανένα ρίγος ἀληθινῆς συγκίνησης δέν τά διαπερνᾶ. Καμιά ποιητική πνοή δέν τά ζεσταίνει καί δέν τά ἀπογειώνει. Ὁ ἀπαιτητικός ἀναγνώστης, ἀφοῦ τά διαβάσει, κλείνει τό βιβλίο καί ἀμέσως τά ξεχνᾶ, ἐνῶ δέν αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ἐπανέλθει ποτέ. (Καί αὐτό εἶναι ἕνα ἐμπειρικό, πλήν ὅμως ἀδιάψευστο τεκμήριο τῆς γνησιότητας ἑνός ποιητῆ.)
Ποῦ ὀφείλεται αὐτή ἡ ἀποτυχία; Γιατί ὁ Γ. Βέλτσος δέν μπορεῖ νά γράψει ἀξιομνημόνευτους στίχους καί ποιήματα; Πρῶτα-πρῶτα ὀφείλεται, κατά τή γνώμη μας, στό γεγονός ὅτι ὁ Βέλτσος προσέρχεται στήν ποίηση μέ μιάν ἀνεπίτρεπτη ἀλαζονεία (στά Ψιλά Γράμματα γράφει ὅτι «κανείς δέν εἶναι ποιητής χωρίς τό δεύτερο συστατικό τήν οἴηση»). Ὁ Βέλτσος, εἶναι φανερό, δέν ἀντιμετωπίζει τήν ποίηση σάν μιά ὑψηλή πνευματική διεργασία ἤ σάν ἕνα καταλυτικό γεγονός στό ὁποῖο διακυβεύεται συχνά ἡ βαθύτερη οὐσία τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ἀλλά σάν ἕνα πάρεργο, σάν ἕνα χόμπυ γιά ἀργόσχολους ἤ σάν ἕνα χῶρο δημοσιότητας καί προβολῆς. Ἡ ποίηση ὅμως δέν γράφεται μέ αὐτό τόν τρόπο. Ὁ ἀληθινός ποιητής προσέρχεται στήν ποίηση μέ ἄκρα ταπεινότητα. Τό σῶμα του χαμηλώνει, διπλώνεται, ἀγγίζει τή γῆ. Δέν πρόκειται ἀσφαλῶς γιά τήν περίφημη ἀπόσβεση τῆς προσωπικότητας τοῦ ποιητῆ, ἀλλά γιά κάτι διαφορετικό. Ὁ ἀληθινός ποιητής αἰσθάνεται ὅτι πρέπει νά «ταφεῖ» μέσα στό ποίημα, γιά νά μπορέσει μετά ἀκέραιος καί λυτρωμένος «νʼ ἀναστηθεῖ». Αὐτή εἶναι ἡ οὐσιαστική –μέ τήν ποιητική ἔννοια τοῦ ὅρου– λειτουργία τῆς ποίησης. Αὐτή τήν προσέγγιση, αὐτήν τή «μέθοδο» ἀκολουθοῦν οἱ αὐθεντικοί ποιητές ἀνά τούς αἰῶνες.
`
Φαίνεται ὅμως πώς αὐτά γιά τόν Βέλτσο εἶναι στήν οὐσία «ψιλά γράμματα». Ὁ Βέλτσος –καί μποροῦμε εὔκολα νά τό καταλάβουμε ἀπό τόν τρόπο πού εἶναι γραμμένα τά ποιήματά του– δέν δείχνει νά αἰσθάνεται κανένα δέος μπροστά στό ἄσπρο χαρτί. Γιά τόν Βέλτσο, τό ἄσπρο χαρτί δέν εἶναι ὁ σκληρός, σεφερικός καθρέφτης πού σοῦ ἐπιστρέφει, ἄν τόν ἐμπιστευτεῖς, τή δική σου φωνή καί ὄχι ἐκείνη πού σοῦ ἀρέσει· ἀλλά μιά λευκή ἐπιφάνεια στήν ὁποία καθρεφτίζονται τά μακιγιαρισμένα μέ ποιητικίζοντα ψιμύθια προσωπεῖα του. Ἔτσι ὅμως οἱ λέξεις, χωρίς κανένα συναισθηματικό βάρος, δίχως μιά βαθύτερη ἀντιστοιχία μέ τά πράγματα πού θέλουν νά ἐκφράσουν, ἐκδικοῦνται. Γλιστρᾶνε μπροστά στά μάτια μας, αἰωροῦνται, χάνονται. «Δέν καρφώνονται μέσα στό ποίημα, σάν πρόκες γιά νά μή τίς παίρνει ὁ ἄνεμος.»
Μοῦ εἶπες πώς σέ πόνεσα
ἀλλά δέν θές τέτοιο ἐνέχυρο
καί μοῦ τό ἐπιστρέφεις
τά βράδια πού κλαῖμε τήν ἀλλαγή τῶν συνθηκῶν
Ἡ δικαιοπραξία ματαιώθηκε λοιπόν
Διότι, μοῦ εἶπες
τῶν πραγμάτων οὕτως ἐχόντων
ἡ αὐτεξουσιότητα εἶναι ἡ στάση τῶν ἀρχόντων.
(στ΄)
`
Ἕνας δεύτερος λόγος πού ὁ Βέλτσος ἀδυνατεῖ νά μᾶς δώσει πραγματικά ποιήματα εἶναι τό ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν ἐγκεφαλικότητά του. Ὄχι βέβαια ὅτι ἡ γνώση, ἡ διάνοια, οἱ ἰδέες, εἶναι ἄχρηστα πράγματα γιά τήν ποίηση. Ἀντίθετα, ἡ ποίηση ζητᾶ ὁλόκληρη τήν προσωπικότητα τοῦ ποιητῆ, ὄχι μόνο ἕνα μέρος της. Ὅταν ὅμως αὐτό δέν γίνεται μέσα ἀπό μιά ἐσωτερική διεργασία, ἀπό μιά φυσική ἀναγκαιότητα, ἀλλά ἐπιβάλλεται προγραμματικά ἀπέξω «γιά νά τιτλοφορούμεθα ποιητές», τότε τό αἰσθητικό ἀποτέλεσμα ἀκυρώνεται. Στήν περίπτωση τοῦ Βέλτσου αἰσθάνεται κανείς ὅτι ἡ ἐγκεφαλικότητα καταπνίγει κάθε συναίσθημα καί δημιουργεῖ ἕνα εἶδος ἀναχώματος, πού ἐμποδίζει τίς ἀσύνειδες ποιητικές δυνάμεις νά ἀναδυθοῦν καί νά δράσουν. Ἀποτέλεσμα: Στά περισσότερα ποιήματα τῆς Ἐκταφῆς ὑπάρχουν σκέψεις, ὑπάρχουν δηλώσεις, πού δέν μετουσιώνονται αἰσθητικά – μʼ ἕνα λόγο δέν ἀποκτοῦν λογοτεχνικότητα.
Καί μάρτυς μου ὁ ἥλιος, εἶχες πεῖ
σάν νά ἐπρόκειτο γιά ζήτημα φωτός ἡ ἀλήθεια
Σκοτάδια
κι ἄλλα σκοτάδια σκοτεινά
εἶναι οἱ προθέσεις μας
πῶς μέ ἀγάπησες
γιατί ἡ ἀγάπη
καί πῶς δικάζει καί τούς δυό ἡ ἰσημερία
Ὁ ἥλιος ψευδομάρτυρας
παρά τό ἀψευδές τῶν αἰσθημάτων
Κι ὕστερα τό ἀψευδές τῶν ἕξεων
διότι καί πάλι αὔριο
θά ὑποστείλεις τά φρονήματα.
(ια΄)
`
Ἕνα τρίτο βασικό ἐμπόδιο στόν δρόμο τοῦ Βέλτσου πρός τήν ποίηση εἶναι ὁ ναρκισσισμός του. Ὁ ναρκισσισμός βέβαια αὐτός καθεαυτόν, δέν εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ κακό πράγμα γιά τήν ποίηση. Τό ναρκισσιστικό στοιχεῖο ὑπάρχει δυνάμει, ἔστω καί ἐπιμελῶς κρυμμένο, σέ κάθε ποιητή, σέ κάθε καλλιτέχνη ἐν γένει, καί μπορεῖ νά εἶναι ἕνα ἰσχυρό κίνητρο γιά ὑψηλά δημιουργικά ἐπιτεύγματα, ἀρκεῖ νά κατορθώσει κανείς νά τό ὑποτάξει στό ἀληθινό νόημα τῆς τέχνης. Ὁ ναρκισσισμός τοῦ Βέλτσου ἔχει ἕνα μειονέκτημα: ἐξέχει μέσα στά ποιήματά του, φωνάζει ἀπό μακριά· καί ἐκφράζεται μέ μιά λεκτική ἐπιτήδευση καί μιά ἐξεζητημένη μελαγχολία, μιά ἀτμόσφαιρα πένθους, πού δέν ἔχουν τή δύναμη νά μᾶς πείσουν γιά τή γνησιότητά τους. Γιατί; Διότι τό πένθος (πού δέν συνάδει μέ τόν ναρκισσισμό) προϋποθέτει πόνο: καί ὁ πόνος ὁ ἀληθινός, πού ἀνοίγει ρήγματα στήν ψυχή ἑνός ἀνθρώπου καί συγχρόνως τόν ὡριμάζει, τόν ἀνυψώνει πνευματικά καί γίνεται πηγή καλλιτεχνικῆς δημιουργίας, δέν ὑπάρχει στά ποιήματα τῆς Ἐκταφῆς. Γράφει ὁ Βέλτσος:
Ἀδελφές ὧρες
μʼ ἕνα μικρό τοῦ λεπτοδείκτη κίνημα
ὧρες συγκεντρωμένες
στῆς κάμαρας τό ἀκίνητο προσκύνημα
ὧρες, αἰώρημα
θεώρημα
πού ἐπέβαλε ὁ συνωστισμός
τίς τάξεις σας πυκνώνω βιαστικός
προστίθεμαι κι ἐγώ
στήν οἰκογένεια τῶν αὐτοκτόνων
(λ΄)
`
Ἀλήθεια, ποιός μιλάει σʼ αὐτό τό ποίημα; Ποιός, ἀπευθυνόμενος στίς ἀδελφές ὧρες, ἰσχυρίζεται ὅτι θά προστεθεῖ στήν οἰκογένεια τῶν αὐτοκτόνων; Ὁ γράφων τό ποίημα Βέλτσος; Ἕνα προσωπεῖο του; Ἡ ἴδια ἡ γλώσσα; Ὅποιος κι ἄν μιλάει, δέν κατορθώνει νά μᾶς συγκινήσει μέ τή μελοδραματική δήλωση-ἐξαγγελία του. Δύο σελίδες ὅμως πιό κάτω, σʼ ἕνα ἄλλο ποίημα, διαβάζουμε:
Μαῦρο, τοῦ μαύρου ἰδανικό
ἀδύνατο καί μαῦρο
τῆς τέχνης μου τό μυστικό
τό μέτωπο, στό τζάμι
τό κατευθεῖαν, στήν καρδιά
τό ἄηχο, στόν κρότο
στόν κρόταφο, τό ἀβέβαιο
Κι ὕστερα μαῦρο αἷμα.
`
Ἐδῶ θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς ὅτι ὁ Βέλτσος, κοντά στίς τόσες του ἰδιότητες, ἀπέκτησε καί μία ἀκόμη: αὐτήν τοῦ εἰδικοῦ στίς φιλολογικές αὐτοκτονίες! Ἄς μιλήσουμε ὅμως πιό σοβαρά. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά ποιήματα δέν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπό μιά κακόγουστη πόζα, ἕνα κενό σχῆμα λόγου, μιά φιλολογία. Γράφονται ἔτσι ἀβρόχοις ποσί, γιά νά προκαλέσουν ἐντύπωση. Ἐντύπωση ὅμως σέ ποιόν; Ὑπάρχουν σήμερα, ἐν ἔτει 2002, ἀναγνῶστες τῆς ποίησης πού μποροῦν νά μένουν ἔκθαμβοι, μπροστά σέ ποιητικίζοντα στιχουργήματα ὅπως τό παραπάνω;
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ὁ Γιῶργος Βέλτσος, τίς ὑποκριτικές ἱκανότητες καί τή θεατρικότητα τῆς παρουσίας τοῦ ὁποίου δέν ἀμφισβητοῦμε, παρά τίς φιλότιμες καί ἐπίμονες προσπάθειες πού κατέβαλε, δέν κατόρθωσε νά ὑποδυθεῖ μέ ἐπιτυχία τόν ρόλο τοῦ ποιητῆ.
[Α’ Δημοσίευση περ. Νέα Ἑστία, τ. 1743, Μάρτιος 2002]
`
`
*********************************************************
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΥ
Την Τετάρτη 4 Ιουνίου, στις 8.οο το βράδυ Στο Σπίτι της Κύπρου, Ξενοφώντος 2Α, 10557 Αθήνα (Μετρό Σύνταγμα)
Οι εκδόσεις FUTURA έχουν την τιμή να σας προσκαλέσουν
στην παρουσίαση του βιβλίου του ΝΙΚΟΥ ΛΑΖΑΡΗ
Η ΑΙΧΜΗ ΤΟΥ ΔΟΡΑΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ 1987-2011
`
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
Γιώργος Παγανός, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας
Αλέξης Ζήρας, κριτικός λογοτεχνίας
Αθηνά Βογιατζόγλου, αναπλ. καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Δημήτρης Κοσμόπουλος, ποιητής, δοκιμιογράφος












Εδώ: http://www.ekebi.gr/magazines/ShowImage.asp?file=179992&code=1571 η απάντηση του κ. Βέλτσου στην κριτική του κ. Λάζαρη (την οποία αναδημοσιεύουμε από το βιβλίο):
Θα σταθώ στο «επιχείρημα» του Βέλτσου προς τον τότε διευθυντή της Νέας Εστίας, Σταύρο Ζουμπουλάκη (όσοι εμπλέκονται με το ένα ή τον άλλο τρόπο με περιοδικά έχουν πολλές φορές συναντήσει παρόμοια «επιχειρήματα») για το «ασυμβίβαστο» να δημοσιεύονται ποιήματα στο περιοδικό και σε κάποιο άλλο τεύχος μια αρνητική κριτική σε αυτά. Το γνωστό, δηλαδή, καθεστώς «λογοκρισίας» που επέβαλαν/επιβάλλουν ορισμένα «ονόματα»…
Την κριτική δεν την αντέχουν οι νεοέλληνες ποιητές. Σε μιαν κοινωνία που ανεβάζει στα ύψη το απόλυτο τίποτα και το λογοτεχνικό χάος δεν μπορείς να περιμένεις τίποτε άλλο. Μετά το Σεφέρη και τον Ελύτη σήμερα έχουμε τη Δημουλά. Μια κοινωνία του δήθεν αυτό αξίζει να έχει. Μια κοινωνία του δήθεν επιβάλλεται να συνυπάρχει με μηδαμινής αξίας λογοτέχνες αφού οι αυλοκόλακες και οι φίλοι επιλέγουν τις φωνές που θα ακουστούν. Φτάσαμε στο σημείο τα κρατικά βραβεία και τα βραβεία της Ακαδημίας να δίνονται σαν δώρα σε φίλους και γνωστούς λόγω γνωριμιών. Ας μην κλείνουμε τα μάτια. Κοιτάξτε ποιοι έγιναν μέλη της Ακαδημίας τα τελευταία χρόνια και θα δείτε αν πράγματι το άξιζαν. Η λογοτεχνία στην Ελλάδα έχει διαβρωθεί. Όταν ακούς πολλά βραβεία και πομπώδεις κριτικές καλύτερα να απέχεις. Όπως και όλοι οι τομείς στη σαθρή Ελλάδα έτσι και η τέχνη έχει καταντήσει το καταφύγιο των σαχλών σαλτιμπάγκων με τις μεγάλες γνωριμίες και τα κενά, μετανεωτερικά νοήματα. Ίσως μια πολιτιστικη ΤΡΟΙΚΑ μας σώσει.
ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΔΥΟ ΑΣΤΕΡΩΝ (V.2)
Μνήμη του Κ.Καρυωτάκη για την «Μικρή Ασυμφωνία εις Α Μείζον»
”Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος. Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι η προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών, η ασυνήθιστη χρήση κοινών λέξεων και η πικρή φιλοπαίγμων διάθεση”.
Όταν οι συναδελφισσες δοκίμαζαν καλλυντικά
στου Χόντου της Ομήρου
στης Τράπεζας Ελλάδος το πλαϊνό στενό
συ γρατζούναγες το άδειο έντυπο εντελλομένων.
υμνούσε βλέπετε τη μοναξιά με… τόσο κόσμο)
Βάλε λίγο κραγιόν, στην ώρα του καλή μου
φλέρταρε τον μορφονιό τον διπλανό σου.
Απούσα παντελώς από το παρόν
“προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών”.
Αναπότρεπτη η φθορά δεν το ʼξερες καλή μου;
αισθημάτων, εμφάνισης, οστικής μάζης
τραπεζουπάλληλε, ποιήτρια επί του ασφαλούς
άγνωστη η απώλεια για μας -εξόν η βιολογική-
………………………………………………..
Κοντά στο τέλος… ματαιόδοξες τιμές
με ποσόστωση: τι ξεφτίλα
όχι για τους ζωντανούς νεκρούς ακαδημαϊκούς ,
αλλά για σε, ποιήτρια δύο αστέρων
ούτε κονιάκ τέτοιο υπάρχει.
Tο 3 νέρωσες με μισή δόση ύδατος
ή το 5 με ποταμούς δακρύων;
………………………………………………..
Η Γώγου υπηρέτρια θα σκουπίσει τα ποιήματα
και θα κρεμάσει σε κάδρα Σελήνη του Φιλύρα,
Ας φρόντιζαν, την Ιθάκη του Αλεξανδρινού
προκηρύξεις και Πρέβεζα του αυτόχειρα
(θάνατος των νοικοκυρών, έρωτας-στιφάδο)
Τίποτα δεν άλλαξε από τότε……
08.07.2010