`

ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ: Ο αυθάδης χρόνος

Τακτικός λαθρεπιβάτης των πειρατικών συρμών,
που λεηλατούν τη μνήμη παλαιών περγαμηνών·
του απέριττου οφειλέτης και του πάθους κελευστής,
της ματιάς τυχοδιώκτης της αφής εθελοντής.

Τα καυτά τα μεσημέρια γλείφαν τα μωσαϊκά
και τα βράδια η αυλαία άνοιγ’ αινιγματικά.
Μες στο σινεμά ‘π’ το χέρι είχα την αγγελική,
μα στα έργ’ αφήναν μόνο μια σκηνή ερωτική.

Τα ξυπόλητα κορίτσια δείχναν πάντα πιο αγνά
κι έκρυβαν τα μυστικά τους στα μπλουζάκια τα λινά.
Η ανεμελιά στολίδι, την αιδώ να πυρπολεί,
κι είχε γεύση καταιγίδας το δικό τους το φιλί.

Χορηγός, παρών και μύστης των εαρινών σφυγμών,
με κεριά Επιταφίου και οσμές Χαιρετισμών,
που γεμίζανε τη νύχτα με ορμή συντροφική
και που ντύναν τη Λατρεία στα κρυφά εφηβική.

Ψάχνω αμίλητους εξώστες με φυτά δοξαστικά,
μήπως βρω σημάδι από του κλήδονα τα μυστικά·
στην Αχίλλειό μου πτέρνα να τα βάλω για φρουρά.
Μα αυθαδιάζει ο χρόνος! Δε με παίρνει σοβαρά.

`

*

Η πληγωμένη Καρυάτιδα

Ο δρόμος φώτα ντύθηκε, τα χρώματα θολά,
η νύχτα τώρα λούζεται πιο κάτω στα στενά.
Στημένη στο παράθυρο σαν κάδρο ζωντανό,
τα μάτια στον ορίζοντα να βρω ποια είμ’ εγώ.

Η μάνα μου με κοίμιζε με ύμνο Δελφικό,
αγάλματα στηρίζανε το μέγα τον ναό.
Στην άκρη της σκεπής κι εγώ, τα χέρια μου ψηλά,
θαρρώ λουλούδι έγινα η Καρυάτιδα.

Στο λόφο στην Ανατολή στα ολόλευκα στητός,
δεν ήτανε ο Μωυσής μα ούτε κι ο Χριστός.
Πως ο Ορφέας ήτανε, θωρώ σε μια στιγμή˙
δε μου ̉δωσ’ ούτε μια αγκαλιά, μα ούτε και φιλί.

Μπαράκια, νύχτες, αμμουδιές, δωμάτια ηδονικά,
σας μέτρησα με το κορμί μου και με την καρδιά˙
παντού καταξοδεύτηκα γυρεύοντας στοργή,
τίποτα δεν υπάρχει τώρα πια να πληγωθεί.

Καληνύχτα, θα περιμένω εδώ˙
ακούω μακρινές φωνές, γλεντάνε τον καιρό.
Καληνύχτα, ποτέ δε θα σε βρω˙
τα βήματα στην άσφαλτο δεν έχουν τελειωμό.

`

*
Η λιπόθυμη «γλάστρα»

Χειμώνα μι’ άγρια βραδιά μες στην Αγιά-Βαρβάρα,
η μάνα με καισαρική με γέννησε κορμάρα
κι αργότερα μου φώναζαν οι άντρες απ’ το δρόμο
«εσύ με τις καμπύλες σου θα καταστρέψεις κόσμο».

Στην τάξη πάτος ήμουνα μα στο μπλα-μπλα ξεφτέρι
κι ένας Κωστής οπερατέρ, που είχα νταραβέρι,
με πήγε και με σύστησε σ’ ένα μικρό κανάλι
να κάνω αντικατάσταση που αρρώστησε μια άλλη.

Αρχίσαμε τις δοκιμές τη γλάστρα να τούς κάνω,
πώς να κουνάω τα χέρια μου, τη μέση πώς να πιάνω
και μού ‘λεγαν οι φίλες μου τις νύχτες στο μπαράκι
«Εσύ θα σβήσεις την Καγιά, θα φας τη Μενεγάκη».

Στο λάιβ το ριάλιτι με βγάλαν ένα βράδυ,
οι προβολείς με καίγανε μα ‘γω ‘βλεπα σκοτάδι,
κι έτσι ελιποθύμησα, δεν άντεξα η βλαμμένη
και μ’ έσουραν απ΄το πλατό πτώμα και μουσκεμένη.

Μετά ‘π’ αυτό το πατατράκ που δέχτηκα σα βέλος,
ρωτούσα εδώ ρωτούσα εκεί να βρω δουλειά, και τέλος
σε σούπερ-μάρκετ μ’ έστειλαν και βόλευα μπουκάλια.
Εγώ ‘μαι για πωλήτρια, δεν κάνω για κανάλια.

`

*

Κάλλας και Νίνου

Τι γυρίζεις και με αμφισβητείς
και δε θες μαζί μου τίποτα να μοιραστείς;
Τι φοβάσαι και τρέχεις να κρυφτείς;
Δε σου ζήτησα ποτέ μου να με παντρευτείς…

Θέλω μόνο να με κατακτάς με πάθος
και να νιώθω πάνω σου να με σκορπάς,
μα εσύ μόνο μηνύματα μού στέλνεις,
δε σε νοιάζει την καρδιά μου να τρυπάς,
αφού ζεις μες στις παλιές σου ιστορίες
και μεθάς για να μου πεις πως μ’ αγαπάς.

Κι όταν μ’ απωθείς, που παραφρονώ,
με την Κάλλας και τη Νίνου μόνη μου θρηνώ.
Έχω δυο ωδές να μεσουρανώ,
«Κάστα Ντίβα» και «Γεννήθηκα για να πονώ».

Τι κερδίζω με πλανεύτρες ουτοπίες,
με ξενύχτι, με τσιγάρα και ποτά;
Οι ματιές οι αντρικές βαθιά πονάνε
και εσένα βλέπω μόνο στα κλεφτά,
να σού πω ότι το μέλλον με τρομάζει
κι ο Οιδίποδας συχνά μ’ εξαπατά.

`

*

Τα τερτίπια των χρησμών

Μια φορά, μες στων ανθρώπων τη βοή,
γνώρισα μια στιλπνή γυναίκα με διπλούς καημούς.
Πληγωμένη σε καιρούς σιββυλικούς,
ζητούσε μι’ αγκαλιά να μη φοβάται τους χρησμούς.

Της εδόθηκα με όρκους ιερούς
κι αυτή με είχε κάνει το δικό της γητευτή.
Με κοιτούσε μελαγχολικά και μου ‘λεγε
“Η τελευταία μου ευκαιρία είν’ αυτή”.

Μα ο άλλος μου εαυτός, ο πιο σωστός,
με εκδικήθηκε για τα τερτίπια τα παλιά.
Με συνείδηση και μνήμη χαλαρή,
χυδαία την απάτησα με μιαν εξωτικιά.

Δε με κοίταξε ποτέ απ’ τη στιγμή αυτή
και ούτε ρώτησε τα άλλα, τα γνωστά.
Χάθηκε από παντού και ξαφνικά,
μαζί με τ’ όνομά της που ‘λεγε συλλαβιστά.

Κι από τότε έχω χάσει την αφή˙
γι’ αυτό δε νιώθω πια καμμιάς γυναίκας τους παλμούς.
Ωρες κάνω με τη λύπη συντροφιά
και θέλω μοναχά να βλέπω τρένα στους σταθμούς.

`

*

Της Σφίγγας η σταυροβελονιά

Το διπρόσωπο σαράκι μέσα μου φωλιάζει,
ξαγρυπνάει νύχτα μέρα, με εκτροχιάζει.
Και τα μάγια που του κάνω εύκολα τα λύνει
να το σκοτώσω δε μπορώ, να φύγω δε μ’ αφήνει.

Το ηλιοβασίλεμα, όταν του ξεγλιστρούσα
στο γυμνό μου το κορμί εσένα ξεναγούσα.
Μα σου έκρυβα καλά της καρδιάς τη μελανιά
και των δύο των καημών μου τη σταυροβελονιά.

Αγοραίες μου ματιές και πληρωμένα βίτσια!
Εγώ ποτέ δεν ήμουνα σαν τα πολλά κορίτσια.
Ήταν πιο μεθυστικό πάντοτε το κρυμμένο,
αχαλίνωτο διπλά και καθαγιασμένο.

(Πάροδος του έξι)
Με τις έξι μου τις τύψεις φλυαρώ
κι απ’ τα πρόσωπα του Ιανού γλιστρώ.
Και το αίνιγμ’ απ’ τη Σφίγγα αφαιρώ, για να το φορώ.
Έξι χρόνια, τώρα, νόμους δεν τηρώ
και τον άλλον εαυτό μου αναιρώ.

Μ’ ένα μόνο εσώρουχο και στα μαλλιά χτενάκι,
σαϊτεμένη κολυμπάω στου πλήθους το χαντάκι,
ρωτώντας ασταμάτητα… “γιατί τα καταφέρνω,
πάντοτε να παραστρατώ;”. Μα απάντηση δεν παίρνω.

`

**********

`

`

Ο Πάνος Σαββόπουλος, τραγουδοποιός, («Το Δωμάτιο, 1968, «Το Επεισόδιο», 1971,  «Δια Ταύτα», 2011, συν δύο 45αρια [1965, 1966]) και εξέχων ερευνητής του ρεμπέτικου με τεράστια προσφορά στο χώρο της μουσικής  έρευνας, κυκλοφόρησε, το 2012 το νέο του δίσκο, «Ετερόκλητα» (στίχοι, μουσική, ενορχήστρωση)  από τον Μετρονόμο. Πρόκειται για 15 τραγούδια και 2 οργανικά του τα οποία αποτελούν μέρος της εργασίας του των 8 τελευταίων ετών αλλά και με «ρίζες» από τη την δωδεκαετή περίοδο που έζησε στη Σουηδία (1973-1985). Στο δισκο συμμετέχουν οι τραγουδιστές: Νάντια Καραγιάννη, Χριστιάνα Γαλιάτσου, Δώρα Πετρίδη, Αγάθωνας Ιακωβίδης Βαγγέλης Γερμανός, Θοδωρής Κοτονιάς [«Μακρινά Ξαδέρφια»] και Ελεωνόρα Ζαχαριά.