`
ΤΑ ΒΡΑΧΙΑ
(Αυτό) που δε λέγεται.
Συναντήθηκα μαζί της στη βιβλιοθήκη το βράδυ.
Συζητήσαμε για το αισθητικό νόημα
της οντολογίας του Ρίτσου,
για το ρυθμό του Εμπειρίκου και τη ρίμα του Καββαδία,
για το άδειο κρασί του τρίτου μπουκαλιού.
Στις έντεκα βγήκε να καπνίσει (και τη συνόδεψα).
Ήταν νύχτα.
Το ελάχιστο κούνημα του τσιγάρου της
ένας φάρος να κρατάει σε απόσταση
τα καράβια.
`
*
Η ΙΔΙΑ ΑΝΕΤΗ ΣΤΟ ΠΕΡΒΑΖΙ
Τούφες αποτυχίας.
Μη σας γελάει ο χαρωπός καφές κι οι ατάκες του μάγματος
που θα πιει μαζί σας στο Μιλάνο.
Θα σας χαμογελά, θα πέφτει τη Σκάλα,
γιατί αυτά κατακτήθηκαν με το λαρύγγι
στις διαδηλώσεις των συνδικάτων,
και θα σας βλέπει στον άνεμο των θηλυμανών
έξω απʼ τα διαφθορεία
να παίζει πού και πού στα μαλλιά με τις κάμπιες σας.
Αλλά μιλάμε για μήνες.
`*
ΑΝ ΗΣΟΥΝ
Πλωτό, εδώδιμο,
παραδομένο σώμα.
Αν ήσουν πουλί θα ʼσουν βέβαια αετός –
όχι τόσο για το βασιλικό σου γένος
και τα ξανθά σου μαλλιά
όσο για το ράμφος σου στο συκώτι μου.
`
*
Η ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΟΙΧΟΥ
Το βάρος της αίσθησης του γνωρίζω.
Θα ʼθελα η ζωή να μην είναι
αυτό το αύθαδες κορίτσι
που είδαμε να κάθεται με τις φακίδες του
και τη χοντρή πλεξούδα στη μάντρα
κι ονομάσαμε σύμβολο
γιατί κατεβαίναμε για μπάνιο
μετά τη δύση του ήλιου
και πλαντάζαμε μέσα μας
γιατί ξέραμε ότι σημαίνει
πως δεν είναι αυτό που δείχνει.
`
*
ΟΙ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ
Σαν να λείπουν σελίδες.
Συνήθισα να σε σκέφτομαι τυχαία.
Τις προάλλες δε σε είδα στα εγκαίνια,
ούτε στο Άστυ την Κυριακή.
Αλλά χθες μετά από βδομάδες φάνηκες στην ουρά τού θεάτρου
με τα πόδια σταυρωτά στο μπλε μίνι
σαν θάνατος που δεν έχει ούτε παρελθόν.
Και παλιά βρισκόμασταν τυχαία στις ίδιες σκηνές,
έβλεπα ξάφνου έκθετους τους βραχίονες ή τα γόνατα
στις εκθέσεις των Ισπανών
ή σε κάποιο αμεταχείριστο μπαράκι ή καφέ.
Πίναμε τα ίδια, με πολύ γάλα, σκέτο ή με φλοίδες λεμόνι παρακαλώ,
αφήστε το καλαμάκι, αν υπάρχουν ξηροί…
Διαβάζαμε τα ίδια βιβλία.
Ένα διάστημα έμπαινες πρώτη για ντους.
`
*
ΜΙΑ ΜΕΡΑ
Καθρέφτες που θέλουν.
Μια μέρα θα φύγω.
Μια μέρα θα φύγω για να μη σʼ αντικρίζω.
Μια μέρα θα φύγω για να μη σʼ αντικρίζω στις πόρτες.
Μια μέρα θα φύγω για να μη σʼ αντικρίζω στις πόρτες απʼ όπου ατενίζεις.
Μια μέρα θα φύγω για να μη σʼ αντικρίζω στις πόρτες απʼ όπου ατενίζεις
τους κάμπους.
Μια μέρα θα φύγω για να μη σʼ αντικρίζω στις πόρτες απʼ όπου ατενίζεις
τους κάμπους όπου βαδίζω.
Μια μέρα θα φύγω για να μη σʼ αντικρίζω στις πόρτες απʼ όπου ατενίζεις
τους κάμπους όπου βαδίζω για να χαθώ.
Μια μέρα θα φύγω για να μη σʼ αντικρίζω στις πόρτες απʼ όπου ατενίζεις
τους κάμπους όπου βαδίζω για να χαθώ απʼ το βλέμμα σου.
Το βλέμμα σου απʼ όπου θα χάνεσαι.
Το βλέμμα σου απʼ όπου θα χάνεσαι καθώς θα βαδίζω.
Το βλέμμα σου απʼ όπου θα χάνεσαι καθώς θα βαδίζω στους κάμπους.
Το βλέμμα σου απʼ όπου θα χάνεσαι καθώς θα βαδίζω στους κάμπους
απʼ όπου ατενίζω.
Το βλέμμα σου απʼ όπου θα χάνεσαι καθώς θα βαδίζω στους κάμπους
απʼ όπου ατενίζω τις πόρτες.
Το βλέμμα σου απʼ όπου θα χάνεσαι καθώς θα βαδίζω στους κάμπους
απʼ όπου ατενίζω τις πόρτες που δε θʼ αντικρίζω.
Το βλέμμα σου απʼ όπου θα χάνεσαι καθώς θα βαδίζω στους κάμπους
απʼ όπου ατενίζω τις πόρτες που δε θʼ αντικρίζω να κλείνεις.











Μια ενδιαφέρουσα σύμπτωση: την ίδια μέρα κυκλοφόρησε και το 29τχ. του Ένεκεν το οποίο φιλοξενεί την κριτική μου για “Το περιεχόμενο του υπόλοιπου” με τίτλο: “Μια (ε)αυτό-παγιδευμένη ποίηση που μικροφωνίζει. Ο Αλέξιος Μάινας”. Ευχαριστώ για την φιλοξενία του σχόλιου μου.
το ελαφρό κούνημα του τσιγάρου της
ένας φάρος να κρατάει σε απόσταση τα καράβια
…………………………………………
ωραία ερωτικά ποιήματα …θυμίζουν και λίγο ζωγραφική,,,-μια μέρα θα φύγω…για να μην σ’ αντικρύζω…στις πόρτες…το βλέμμα σου…ατενίζεις τους κάμπους,,,-πολλοι στίχοι σα βαγόνια τραίνου…επαναλαμβάνονται…θα μπορούσε να γίνει καλλιγράφημα…δηλαδή ποίημα που να φτιάχνει σχήμα…και μάλιστα στη μεγάλη διάσταση…στο 17*25…έχουμε έλλειψη από σχηματοποιήματα αλλά και από ερωτικά ποιήματα