[author]Του Ηρακλή Κακαβάνη [/author]
`
«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις»
`
Μάλλον πρέπει να αφιερωθεί (με μια μικρή τροποποίηση) στους εμπνευστές του εγχειρήματος. Ο λόγος για την πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ωνάση να αναρτηθούν επιλεγμένα αποσπάσματα από ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη στα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα. Ετσι για να τον θυμηθούμε ή να τον ανακαλύψουμε.
Σίγουρα το να διαβάζω στίχους στα λεωφορεία είναι προτιμότερο από το να διαβάζω διαφημίσεις. Μα τούτο δω είναι τόσο ακαλαίσθητο που μοιάζει με τις ευρύτατα χρησιμοποιούμενες «φωτογραφίες χρονολογίου» στο fb, όπου με κακόγουστες φωτογραφίες ξοδεύεται η λογοτεχνία όπως ξοδεύεται και το συναίσθημα. Και έτσι νομίζεις στο τέλος ότι ο Λουντέμης είναι συγγραφέας ερωτικών ιστοριών. Μήτε ο Καζαντζάκης τη γλίτωσε, μήτε ο Ελύτης, ο Ρίτσος…
Μα αν στις αναρτήσεις του fb μπορείς να το εξηγήσεις ως μια διάθεση συναισθηματικής αποφόρτισης, να κάνεις χάριν φιλίας και κάνα like, πώς να εξηγήσεις τούτη την κίνηση του Ιδρύματος.
Παρότι η ιδεολογική σύγχυση μπορεί και να μην ήταν στις προθέσεις των εμπνευστών, εντούτοις ο συνθηματικός χαρακτήρας των στίχων έχει ως παρονομαστή την επικαιρότητα και έτσι καταλήγει να λειτουργεί διαστρεβλωτικά. Γιατί, αντί να εμπλουτίσουν τη σκέψη, θα τη θολώσουν, ακόμη μπορεί και να την τρομοκρατήσουν. Και οι στίχοι εκχυδαΐζονται. Αντί να δροσιστεί, να ζωντανέψει, να τονωθεί το είναι μας «ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει». Αυτό αφορά τον επίμαχο στίχο.
Για τους υπόλοιπους στίχους που χρησιμοποιούνται, στοιχείο αξιολόγησης τους είναι η καλαίσθητη αξιοποίησή τους. Το γράμμα, το μέγεθος, η θέση κλπ. Πολύ δε περισσότερο για τον Καβάφη, «ο απόλυτα καλαίσθητος». Και εδώ κακογουστιά.
Νομίζω ότι το εγχείρημα ήταν ατυχές. «Όσα ημείς επαραστήσαμεν ωραία και σωστά,/ θα τʼ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά,/ τα ίδια ξαναλέγοντας αλλιώς (χωρίς μεγάλον κόπο)» πιθανά να έλεγε ο ποιητής.
Εγώ πάντως σα βγω στον πηγαιμό για την Ομόνοια απολαμβάνω τη λαϊκή θυμοσοφία στους τοίχους. Η οποία παρεμπιπτόντως εκφράστηκε με τις φωτοσοπιές στο fb. Γέλιο μέχρι κλάματος!
Αν δεν υπήρχε η «βία» που ενεργοποίησε δικαίως αντανακλαστικά και το ακαλαίσθητο, πόσο επιτυχής είναι η σκόπευση του ιδρύματος για «την πρόκληση της περιέργειας και του προβληματισμού εκείνων που δεν γνωρίζουν ήδη το έργο του»; Βοηθούν οι συγκεκριμένοι στίχοι:
«Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά», «Ξένος εγώ ξένος πολύ» «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις» «Και τέλος πάντων, να, τραβούμʼ εμπρός» «Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό» «Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή» «Είνʼ επικίνδυνον πράγμα η βία».
Πόσο καλά ξέρει τον ποιητή και το έργο του αυτός που έκανε την επιλογή; Πώς τον προσεγγίζει σήμερα; Αυτά είναι μια άλλη κουβέντα. Θα ρωτούσα όμως γιατί όχι αυτά:
Στην Ρώμη δόθηκε ο χρησμός· έγινʼ εκεί η μοιρασιά.
Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη για το αψήφιστο της εκλογής. /Βλάπτουν κ’ οι τρεις την Συρία το ίδιο
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ,/ μεγάλα κʼ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες
Το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα/ που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε
Όμως δεν θα μας γελά/ το Απαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος./ Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος/ αμέσως βρίσκεται κανένας άλλος
Και οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,/ ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι
Μέχρι εδώ όλα καλά. Γελάσαμε, κάναμε την πλάκα μας, βγάλαμε το άχτι μας, είπαμε την άποψή μας, μα εδώ κάτι άλλο υπάρχει.
Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Ποια είναι η αλεπού; Το κεφάλαιο (διάφορα ιδρύματα, Ωνάση, Νιάρχου κλπ.) στο παζάρι όπου ο Πολιτισμός από κοινωνικό αγαθό έγινε εμπόρευμα; Το κράτος του παραχωρεί υποδομές και δραστηριότητες και το κεφάλαιο πουλά Πολιτισμό. Εδώ οι επενδύσεις από το μεγάλο κεφάλαιο τελευταία είναι τεράστιες. Και για αυτό με κάθε τρόπο τα αντίστοιχα Ιδρύματα που έφτιαξαν οι οικονομικοί όμιλοι προσπαθούν να φιλοτεχνήσουν ένα προφίλ ενδιαφέροντος και ανιδιοτελούς προσφοράς στον πολιτισμό στο έδαφος που ετοίμασαν οι κυβερνήσεις. Φρόντισαν να απαξιωθεί κάθε κρατική μέριμνα είτε δηλώνουν οικονομική αδυναμία. Ετσι σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας η όποια χορηγία, βοήθεια, παρέμβαση του κεφαλαίου μοιάζει λυτρωτική.
Γιʼ αυτό όλο και θα πληθαίνουν ενισχυτικά δημοσιεύματα (ας δούμε τον Τύπο από το καλοκαίρι και μετά) και σχετικές δραστηριότητες των Ιδρυμάτων.
Στη προκειμένη περίπτωση μια τέτοια προσπάθεια ήταν (αξιοποιώντας τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς), μη επιτυχής όμως. Δεν τους ευνόησε το τάιμινγκ.
`
**************************
Ο Ηρακλής Κακαβάνης γεννήθηκε το 1966 στη Γαλανόβρυση Ελασσόνας, νομού Λάρισας. Σπούδασε φιλολογία και από το ʽ91 εργάζεται ως διορθωτής στην εφημερίδα “Ριζοσπάστης’. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την επιμέλεια εκδόσεων. Είναι συγγραφέας του βιβλίου “Ο δαίμων του τυπογραφείου’, εκδόσεις “Προσκήνιο’, 2008. Είχε τη φιλολογική επιμέλεια και έγραψε το εισαγωγικό σημείωµα στο Λεύκωμα “Ομήρου Ιλιάδα, 21 Λιθογραφίες το Henri Motte“, εκδόσεις “Τυποεκδοτική’, 2008. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εντός το βιβλίο-μελέτη του «Ο Αγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα».











Ένα “καλό ταξίδι” στον Γιάννη Καλαμίτση…
Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατʼ ευχήν στην Aποικία
δεν μένʼ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μʼ όλο που οπωσούν τραβούμʼ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.
Όμως το πρόσκομμα κʼ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κʼ εξετάζουν,
κʼ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είνʼ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.
Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.
Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—
Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είνʼ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμʼ εμπρός.
…