`

«Επόμενη στάση Συγγρού-Φιξ». Περασμένες έντεκα. Ζήτημα να κατεβήκαμε δέκα άνθρωποι απʼ
το μετρό. Τους έφαγε όλους η «Έξοδος Συγγρού– Δράκου». Φτύνω στον κόρφο μου και περνάω τελευταία. Το μακρύ παλτό με προστατεύει απʼ την κρύα ανάσα της Δράκου. Στη Συγγρού οι περισσότεροι σκόρπισαν στα στενά. Ένας κι άλλος ένας βαδίζουν βιαστικοί μπροστά μου. Δεν βιάζομαι.
Στην είσοδο της υπόγειας διάβασης είμαι μόνη.Κατεβαίνω τα σκαλιά και κάνω το σταυρό μου. Όπως κάθε μέρα. Στο τελευταίο σκαλί έπεσε στα πόδια μου. Λιπόθυμος. Τον είχα ξαναδεί. Ζούσε στον πάτο της διάβασης. Σʼ ένα χαρτόκουτο. Του ρίχνω δύο μπάτσες. Τίποτα. Ψάχνω γύρω μου για βοήθεια. Τέτοια ώρα. Κάνω να φύγω, μη βρω τον μπελά μου. Στα τρία βήματα γυρίζω πίσω. Καλώ το 166. «Ελάτε γρήγορα κοντά στο σταθμό Συγγρού-Φιξ, στην είσοδο της υπόγειας διάβασης… όχι, όχι μέσα στη διάβαση, έξω στο δρόμο». Τον σέρνω μέχρι επάνω.– Πρέπει να τον συνοδέψεις.
– Μα δεν τον ξέρω.
– Δεν έχει σημασία. Αφού μας κάλεσες…
– Καλέ, πρέπει να πάω στη δουλειά μου.
– Έλα, μέχρι να συνέλθει. Μετά μπορείς να φύγεις.
Όταν βγαίνει απʼ τις πρώτες βοήθειες, συνέρχεται.
– Μη φύγεις, ψιθυρίζει. Ακολουθώ το φορείο.

Τον βάζουνε στο ακριανό κρεβάτι, σʼ ένα δωμάτιο με έξι παππούδες. Η τραπεζοκόμος φέρνει ένα δίσκο.
– Δώσʼ του να φάει αυτή τη σούπα, μου λέει και πριν φέρω αντίρρηση εξαφανίζεται.
Τραβάω μια καρέκλα. Σφίγγω το παλτό καλά στο σώμα μου και κάθομαι. Τρώει λαίμαργα. Με κοιτάει με ευγνωμοσύνη. Σπρώχνει το πιάτο.
– Θα μου διαβάσεις κάτι, να κοιμηθώ;
Μου δείχνει με το βλέμμα το βιβλίο πάνω στο κομοδίνο.
– Μετά θα φύγω όμως, του λέω και πιάνω το βιβλίο. Αγία Γραφή.
«Είκοσι τρία. Και είπεν ο Αδάμ, τούτο νυν οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου• αύτη κληθήσεται γυνή, ότι εκτου ανδρός αυτής ελήφθη αύτη».
– Κρυώνεις;
– Την μπέμπελη έβγαλα.
– Βγάλε το παλτό σου.
– Άσε καλύτερα, με τόσες κρεμασμένες Παναγίες εδώ μέσα… κρεβάτι και Παναγίτσα. Άντε κλείσε τα μάτια σου και κοιμήσου… έχουμε και δουλειές… λοιπόν πάμε παρακάτω. Σαλιώνω το δάχτυλο, γυρίζω σελίδα. Είκοσι τέσσερα. «Ενεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού• και έσσονται οι δύο εις σάρκα μίαν.» Είκοσι πέντε. « Και ήσαν δε οι δύο γυμνοί, ο τε Αδάμ και η…» Νιώθω κάτι στο γόνατό μου. Το παλτό μου ανοιχτό και τα μπούτια μου προβάλλουν μέχρι επάνω. Το χέρι του τρέμει.
Ανοίγω τα κουμπιά. Τα μάτια του ανοίγουν διάπλατα. Πλησιάζω στο κρεβάτι και σκύβω κοντά του. Το σουτιέν μόλις που κρύβει το μισό βυζί.Απλώνει το χέρι του. Γλιστράει προς τα κάτω. Ανοίγω τα πόδια μου και χώνεται κάτω απʼ τη μίνι φούστα μου. Σπασμός ήταν, λυγμός… δεν ξέρω.
– Άγγελος είσαι;
– Πουτάνα είμαι και σήμερα μʼ άφησες χωρίς μεροκάματο.