[author] Του Κώστα Λυμπουρή [/author]
Αθήνα, Οκτώβρης του ’74. Στο λεωφορείο, μια ομάδα φοιτητών, πηγαίναμε για τον Ιππόδρομο (δεν ήμασταν ασφαλώς τζογαδόροι, απλώς κάναμε όποια δουλειά βρίσκαμε αμέσως μετά την Εισβολή). Ακούγοντάς μας να μιλάμε κυπριακά, κάποιος άρπαξε την ευκαιρία να μας κάνει παρατηρήσεις. Μας φώναζε πως έπρεπε να ήμασταν στην Κύπρο που μας χρειαζόταν κι όχι να «διασκεδάζουμε» στην Αθήνα. Κάποιοι άλλοι επιβάτες έσπευσαν να συμφωνήσουν μαζί του. Ένιωσα άβολα. Κυρίως, γιατί υπήρχε τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή ένα κλίμα εναντίον μας, που δεν επέτρεπε τον νηφάλιο διάλογο. Αισθάνθηκα, πως ήταν μάταιο να τους πούμε ότι δεν διασκεδάζαμε, πως δουλεύαμε για να τελειώσουμε τις σπουδές μας. Πολύ περισσότερο, πως μερικοί από μας πολέμησαν στην Κύπρο και πως χάσαμε τα πάντα. Προτίμησα να σιωπήσω. Δεν έκανε το ίδιο, όμως, ένας της παρέας, που άρχισε να διαμαρτύρεται μεγαλόφωνα και σε βαριά κυπριακά. Ανάμεσα σε άλλα -δεν ξέρω αν το κατάλαβαν κιόλας έτσι όπως μιλούσε- τους φώναζε πως οι Κύπριοι πολέμησαν σ’ όλους τους εθνικούς αγώνες και πως αυτοί δεν είχαν το δικαίωμα να μας συμπεριφέρονται έτσι. Τότε, επενέβη άλλος ένας ελλαδίτης, που μας έβαλε πιο βαθιά το μαχαίρι:
-Πώς μιλάτε έτσι, ρε τουρκόσποροι!
Πληγώθηκα αφάνταστα. Τόσο, που ένιωσα τα τραύματα από την Εισβολή να γίνονται βαθύτερα. Όμως κάτω ακόμα και από αυτές τις συνθήκες δεν συμφωνούσα με τις γενικεύσεις των φίλων μου για τους «καλαμαράδες»: Δεν δεχόμουν ότι όλοι -συλλήβδην- «μας πούλησαν», ότι είναι σκάρτοι και μεις καλύτεροι. Άλλωστε, ποτέ δεν δεχόμουν το «εμείς κι εκείνοι». Επιχειρηματολόγησα μάλιστα, λέγοντας πως κάποτε κάποιοι ελλαδίτες -και όχι όλοι !!!- αποκαλούσαν με τον ίδιο βαρύ χαρακτηρισμό, -«τουρκόσπορους»-, τους μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ άλλοι έβριζαν τους Θεσσαλονικείς στα γήπεδα, αποκαλώντας τους «βουλγάρους».
Ομολογώ, βέβαια, πως τη στάση μου είχε επηρεάσει και η συγκινητική πληροφορία που είχα από επίσης κύπριο συμφοιτητή μου: κρυφά, ένοικοι της πολυκατοικίας, στο υπόγειο της οποίας διέμενε, του έβαζαν μετά την Εισβολή φαγητό και λεφτά ακόμα έξω από την πόρτα του. Κρυφά, να μη φανούν καθόλου.
Αρχίζοντας την εκπαιδευτική μου υπηρεσία, ένα χρόνο μετά, έβαλα ως στόχο, να μάθω τους μαθητές μου να σκέφτονται σωστά γύρω από τα σημαντικά αυτά ζητήματα. Πρώτα απ’ όλα να διαλέγονται και να μην είναι απόλυτοι. Προ πάντων να μη γίνονται φανατικοί. Επέμενα, πως η Ελλάδα δεν ήταν η χούντα, δεν ήταν η ελληνική σημαία στα χέρια ενός εοκαβητατζή, ούτε στα χέρια ενός οπαδού της αντίπαλης ποδοσφαιρικής ομάδας. Από την άλλη, και εξαιτίας της αντίθεσής τους προς αυτούς, δεν δικαιολογούνταν κάποιοι άλλοι να αποποιούνται την εθνική τους ταυτότητα. Προσπαθούσα, με νηφαλιότητα και με τη δύναμη της αγάπης που είχα για όλους, να τους πείσω πως έπρεπε να αισθάνονται περήφανοι γιατί είναι έλληνες κύπριοι. Ακριβώς, γιατί είναι κληρονόμοι ενός πολιτισμού προοδευτικού, που στηρίζεται σε κορυφαίες πανανθρώπινες αξίες: της δημοκρατίας, της ισότητας, της ελευθερίας, της αξιοκρατίας. Θυμούμαι τις χαρακτηριστικές αντιδράσεις πολλών στην τάξη:
-Εντάξει, κύριε, αν αυτό είναι η Ελλάδα, ποιος διαφωνεί;
Πέρασαν αρκετά χρόνια κι όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να υπηρετήσω στην Αθήνα, μπόρεσα να γνωρίσω καλύτερα πολλούς ελλαδίτες που έχουν ακόμα μιαν ξεχωριστή αγάπη για την Κύπρο. Είναι όσοι, εβδομηντάρηδες τώρα και πάνω, είχαν δώσει τους δικούς τους αγώνες για συμπαράσταση στην αγωνιζόμενη για την ελευθερία της Κύπρο το 55-59. Είναι όσοι, εξηντάρηδες κι αυτοί πια, πολέμησαν στην Κύπρο το ’74. Είναι, ακόμη, όσοι ανώνυμοι δημοκρατικοί πολίτες στα μεταπολιτευτικά χρόνια διαδήλωναν στις πόλεις της Ελλάδας με κάθε ευκαιρία ζητώντας «Δικαιοσύνη για την Κύπρο». Είναι, τέλος, όσοι πιστεύουν ακόμα, όπως διαπίστωσε κάποτε και ο Σεφέρης, πως στην Κύπρο ζει ένας λαός, από τα καλύτερα κομμάτια του Ελληνισμού. Να ομολογήσω μάλιστα κάτι: πόσο άσχημα ένιωσα όταν έμαθα για τις συνέπειες της Εισβολής – σωματικά, ψυχολογικά και οικονομικά – σε όσους υπηρέτησαν στην Κύπρο ως φαντάροι, αλλά και στις οικογένειές τους. Ντράπηκα, μάλιστα, ακόμα πιο πολύ, όταν διαπίστωσα ότι οι άνθρωποι αυτοί ξεχάστηκαν εντελώς, τόσο από την ελλαδική όσο και από την κυπριακή ηγεσία. (Σας λέει κάτι; «νεκροί ή αγνοούμενοι» σε ακήρυχτο πόλεμο ίσον δύο φορές νεκροί!). Βλέπετε, ήμασταν όλοι, μα όλοι, χαμένοι στα πελάγη της ευδαιμονίας μας… Πού να διανοηθούμε ότι κάποιοι άλλοι υπέφεραν και υποφέρουν ακόμα, λόγω του ’74…
Τα θυμήθηκα όλα αυτά, όταν άκουσα φίλους ελλαδίτες να παραπονιούνται για ρατσισμό στην Κύπρο, σε βάρος τους! Τους αντιμετωπίζουν, λένε, ως ξένους στους χώρους δουλειάς, στα λεωφορεία, στις δημόσιες υπηρεσίες και στα σχολεία ακόμα. Κάποιοι, τους λένε κατάμουτρα να φύγουν και πως τώρα πια δεν έχουμε δουλειές γι’ αυτούς. Άλλοι τους επιρρίπτουν ευθύνες για το ’74, για την τωρινή χρεωκοπία της Κύπρου και γενικά για το γεγονός ότι δεν μας βοήθησαν σε κρίσιμες στιγμές.
Θεωρώ τέτοιες αντιδράσεις άστοχες όσο ήταν και η «επίθεση», που δεχτήκαμε ως φοιτητές στο αθηναϊκό λεωφορείο. Γιατί, ενώ υπάρχουν ευθύνες για το κατάντημά μας σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών, σε τραπεζίτες και σε άλλους, δεν μπορεί να γενικεύονται και να επιρρίπτονται στους ίδιους τους λαούς. Ο «καλαμαράς», που ήρθε να εργαστεί τίμια και σύμφωνα με τους νόμους ( και ΟΧΙ να «φάει το ψωμί μας»), πιθανότατα να είναι ο εγγονός κάποιου, που αγωνίστηκε για την Κύπρο την περίοδο του Αγώνα. Μπορεί να είναι το παιδί ενός σακάτη ελλαδίτη, που κανένας δεν γύρισε να τον δει μετά το ’74. Σκεφτήκαμε ποτέ πόσο πόνο κουβάλησαν αυτοί οι άνθρωποι μέσα τους για την Κύπρο; Από την άλλη, ποιον θα ωφελέσει η αντιπαράθεση ανάμεσα στους εργαζόμενους και γενικότερα τους λαούς;
Υ.Γ. Είχα τελειώσει το κείμενό μου, όταν, σαν μια τραγική συγκυρία πληροφορήθηκα τα όσα συγκινητικά εκτυλίχτηκαν, κατά την τελετή αποκάλυψης προτομής του δεκανέα Λευτέρη Άνθη, αγνοούμενου της ΕΛΔΥΚ, στην Κέρκυρα. Και οι δυο γονείς πέθαναν «παραλοϊσμένοι» από τον καημό τους πριν από λίγα χρόνια, πάντα με την αγάπη για την Κύπρο και με την πίστη ότι θα έρθει ο πρωτότοκος μια μέρα…
**********************
Ο Κώστας Λυμπουρής (γεν. 1950) κατάγεται από το Κάτω Δίκωμο, κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Κερύνειας. Από το 1976 ως το 2008 υπηρέτησε ως φιλόλογος σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης. Είχε πλούσια δράση σε συνδικαλιστικούς και επιστημονικούς φορείς. Μετείχε στην εκδοτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού “Ύλαντρον” [Λευκωσίας]. Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στα λογοτεχνικά περιοδικά “Ύλαντρον” και “Πόρφυρας”. Από το τέλος του 2008 εργάστηκε ως μορφωτικός σύμβουλος στην Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα.
Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων
Προσωρινά κλειστό, Πλανόδιον (2006)
Για μια μικρή παύλα, Κέδρος (2011)
Επιμελήθηκε τον συλλογικό τόμο
Για τον Γιώργο Σεφέρη, Παρουσία/ Αίπεια[2009]











Κύριε Κώστα Λυμπουρή
Διάβασα και ξαναδιάβασα το κείμενό σας και δεν διαφωνώ στις τοποθετήσεις σας. όμως εν έτει 2013 υπάρχουν κάποια ερωτήματα, αφού πάρουμε ως δεδομένα όλα τα γεγονότα που συνέβησαν τότε και που συμβαίνουν τώρα. Ως “καλαμαράς” στην Κύπρο υπηρετώντας στο στράτευμα αλλά και ως σύζυγος Ελλαδίτισας που εργάστηκε στον Ιδιωτικό τομέα της Κύπρου, αισθάνθηκα και αισθάνομαι πολύ συχνά έναν αδικαιολόγητο ρατσισμό στην καθημερινότητά του. Και απορώ γιατί θα πρέπει εγώ να απολογούμαι κάθε φορά σχεδόν που καταλαβαίνει κάποιος ότι είμαι …..Καλαμαράς. Και πείτε μου αλήθεια γιατί ακόμα χρησιμοποιείται αυτή η λέξη όπως φυσικά και η άλλα παράλληλη : Πουστοκαλαμαράς με απόλυτα προσβλητικό τρόπο; Αλήθεια οι Έλληνες της Κύπρου αισθάνονται το ίδιο με τους Έλληνες της Θράκης, της Πελοποννήσου, της Ηπειρου κτλ για την …Ελλάδα. Ή δεν περνά από κανενός το μυαλό ότι το μοναδικό αίμα που έπεσε για την λευτεριά εκείνης της μεγαλονήσου είναι Ελλήνων; ( Ελλαδιτών και Ελληνοκυπρίων)
Συμφωνώ σε όλα (σχεδόν) αλλά θα πρέπει να αναφέρω και μια διαπίστωση δική μου που μπορεί και να είναι λανθασμένη. Κανείς, μα κανείς από τους φίλους Κυπρίους (Ελληνοκυπρίους) που έχω συζητήσει δεν έχει ρίξει το βάρος στις ευθύνες των δύο άλλων εγγυήτριων δυνάμεων. Οι Τούρκοι παραμένουν Τούρκοι (του απλού στυλ και τι να κάμνωμε τώρα) άρα εχθροί (αλλά τους δίνουμε δωρεάν ρεύμα …κτλ) ενώ οι Άγγλοι που κατέχουν και ένα σημαντικό κομμάτι του νησιού είναι υπεράνω όλων. Αυτοί που φταίνε πάντα είναι οι Καλαμαράδες (και ας αιμορραγούν μέχρι σήμερα…’ή δεν συμβαίνει αυτό: ας διαβάσει κάποιος για την δωρεάν στρατιωτική βοήθεια και ας καταλάβει) και αυτοί που βιώνουν την καθημερινή σύγκριση είμαστε εμείς.
Θα συμφωνήσω σε όλα και ότι δεν πρέπει να μπαίνουμε στις διαδικασίες του εμείς και εσείς …..
Θα συμφωνήσω επίσης ότι θα πρέπει να δούμε το μέλλον μας κοινό απαλλαγμένο από το παρελθόν, όσο και εάν αυτό θέλει να μας κυνηγάει….όμως
να κάπου εκεί στην …διάσημη παραλία των Φοινικούφων στην Λάρνακα μια παιδική φωνή λέει στον μπαμπά του: Μπαμπά, εν είναι τούτος Καλαμαράς; Κι ύστερα ……..ή δεν υπάρχει ύστερα;
Μερικές πικρες σκέψεις: 50 χρονια παντρεμένος με Κύπρια, ο γιος μου υπηρέτησε στην Εθνικη Φρουρά, ζήσαμε στο νησί πανω απο 20 χρονια (και συνεχιζουμε). Εγώ, ο “Πουστοκαλαμαρας”, θεωρουμαι ακομα ξενο σώμα στην κοινωνία αυτή των Κυπριων. Υπηρετησα στη μεση εκπαίδευση. Πάντα με αδικουσαν, με υποτιμουσαν, με θεωρουσαν πεινασμενο που αυτοί μου εδωσαν ψωμί να…φάω.Με πολλές σπουδες , δοκτορά κλπ κλπ και δεν μου εδωσαν ουτε μια προαγωγή!!! Η υπηρεσία με θυμοταν μονο όταν χρειαζόταν τις γνώσεις μου. Με πλησιαζαν μονο όταν ηθελαν κάτι. Η κοινωνία τους ειναι περιορισμένη στο σόι τους και τέλος. Ομως παρα τα 50 χρονια γαμου με Κυπρια, ουτε το σόι της εκανε μια προσπαθεια να με πλησιασει. Καλαμαρας!!! Αν με αδικούσε φανερα κάποιος Κύπριος το σόι έπαιρνε ντε φακτο το μερος αυτου και όχι το δικό μου. Καλαμαρας! Στο νησί αυτό αισθανομαι εντελώς ξένος. Εζησα και στη Γερμανία. Εκεί ένιωθα πολύ πιο ζεστά και φιλικά απο όσο νιώθω στην Κύπρο. Οι Κύπριοι ποτέ δεν εκφραζουν κριτική ή παραπονο για τους Τούρκους ή τους Εγγλέζους. Το μισος τους στρέφεται μονο εναντιον των Ελλήνων. Το κομπλεξ τους ειναι να το παιζουν…πλουσιοι!!! Αν κανεις τον παραμικρό υπαινιγμό σε θεωρούν ασπονδο εχθρό τους. Δεν εχω καποια εμπαθεια με αυτούς. Άλλη εντυπωση ειχα πριν μπλέξω μαζι τους, όμως τοσο εχθρότητα και μισος δεν το εχω νιώσει σε άλλη χώρα.Στις δημοσιες υπηρεσίες αναθετω στη συζυγο μου να συναναστρεφεται μιλώντας την κυπριακλη διάλεκτο, διαφορετικά οι πιθανοτητες εξυπηρέτησης ειναι πολύ περιορισμένες…Οσοι σου κανουν το φίλο, απλά σε ” ψαρευουν” και στη συνεχεια σε καρφώνουν για να σε βλάψουν. Το ανατολιτικο στοιχειο ειναι ωαθεια ριζωμενο μεσα τους, όμως το παιζουν…Εγγλέζοι!!!
Οικτίρω πραγματικά όσους Έλληνες Ελλαδίτες αντιπαθούν τους Έλληνες Κύπριους κι όσους Έλληνες Κύπριους αντιπαθούν Έλληνες Ελλαδίτες. Ντροπή τους και τους εύχομαι τα χειρότερα.
Υ.Γ.: Έκανα με τιμή το μέγιστο μέρος της στρατιωτικής θητείας μου στην Λευκωσία (ΕΛΔΥΚ) μεταξύ 11 Μάρτη και 24 Οκτώβρη 2011.
Μεγαλωσα ως ομογενης στην Γερμανια. Οι δικοι μου ουδεποτε ειχαν παρε δωσε με την Κυπρο και ουδεποτε ασχοληθηκαν με καποιο κομμα ενεργα οσο ζουσαν Ελλάδα.
Απο μικρος εμαθα ή να πω καλυτερα ηταν αυτονόητο πως οι Κύπριοι ηταν Ελληνες που οπως και αλλοι Έλληνες εκτος Εθνικού κορμού ειναι εκτος του ελλαδικού κράτους.
Στο Πανεπιστήμιο που πηγα ηταν η πρωτη μου επαφη με Κύπριους. Ντοπιοι ολοι που ηρθαν στην Γερμανια για σπουδες. Οι μισοι λεγαν πως δεν ειναι Ελληνες μα μονο Κυπραίοι και οι αλλοι μισοί πως ειναι πιο Έλληνες απο Έλληνες αλλα παλι κοιτουσαν τους Ελλαδιτες με μιαο ματι. Αλήθεια υπαρχει ελληνόμετρο; Και αν ναι το “όμαιμον ομότροπον ομόγλωσσον ομόθρησκον” δεν καθοριζε πως ειμαστε αδέρφια? Αν εξαιρεσω τα κομματικα του υπερεθνικισμου και του εθνομηδενισμου αντιλήφθηκα στους Κυπριους, και εννοω σε ολους τους Κυπρίους, μια ανατολίτικη συμπεριφορά που με εκανε να αμφιβάλλω στο ομοτροπο. Κλειστές κοινωνικές δομές, εσωστρεφής, αποξενομένες απο τους υπολοιπους ελληνες και δυτικους λαους και το χειροτερο ενα μείγμα σύμπλεγματος κατωτερότητος μεχρι στα πιο απλα ελληνικα πραγματα. Δεν καταλαβαινω γιατι πρεπει παντα να ειναι τα πονεμενα παιδια αυτοι βγαζοντας παντα ευθυνες και κλαψες σε ελληνες και καθεστώτα, οταν η δικη μου η καταγωγη ειναι απο Καππαδοκία, Μικρά Ασια και Αν. Θράκη… Οταν ο Ποντιακός Ελληνισμος εζησε Γενοκτονιες, οταν η Ελλαδα ακομα ποναει… Οταν οταν οταν… Απαντηση δεν πηρα και ξαναγυρναμε στην εσωστρέφεια που ειναι αντίθετη με τον ελληνισμό που ειναι στην φύση του εξωστρεφής…
Ηταν και ειναι παντα μονοι οι Κυπριοι. Γιατι εται το θελουν. Αυτοι κανουν μονοι τους παρεα και εμεις μονοι μας. Ποιο πιθανο ειναι να δεις Κυπριο να κανει παρεα με Άραβα, Αζέρο και ανατολίτη παρα με Ελληνα. Πιο πιθανο να τους δεις να κατσουν μακρυά απο Έλληνες παρα μαζί. Λες και ο Κρητικος κοιταει στραβα τον Θρακιωτη ή ο Σαλονικιος τον Καλαματιανό. Ειναι λογικο να εχουμε τοπικες διαφορες. Δεν το βλεπω ομως καθολου λογικο να ειναι αποκομμένη απο την ελληνική πραγματικότητα γενικώς. Για την κοινωνικοποίηση των Κυπραιων σε δυτικες και ελλαδικες δομες ειναι αυτοι υπεύθυνοι. Οχι αντίθετα.
Τα είπες όλα πολύ σωστά . Καλύτερη περιγραφή δεν γίνετε .
Εμένα ο πατέρας μου ελδυκαριος κόντά τρία χρόνια.
Εζησε αυτές τις ανεκδιήγητες καταστάσεις πολέμου..Το θέμα ότι τα τραυματικά σόκ μεταφέρονται.. Εμείς δεν ειμασταν εκεί…ήμουν αγέννητη μετά από πέντε χρόνια γεννήθηκα.Εγω γεννήθηκα το εβδομηνταεννεα.Το μετατραυματικό σοκ το βιώνω εγώ.. ..Γιατί δεν αγάπησα εγώ την Κυπρο,ο πατέρας μου αγάπησε τον τόπο και λίγο πριν το74 ήθελε να γίνει ο τόπος του.Θα απολυόταν και θα μενε για πάντα εκεί.Ετσι το σκεφτόταν.Τελικα όταν απολύθηκε πήγε στα καράβια..
Έτσι είναι φορές που εγώ κλείνω τα δικά μου μάτια και βλέπω κόκκινα χώματα.Νομίζω τα αγάπαω.
Εγώ ήμουν αγέννητη.
Να ξερνάει ο ένας στο στόμα του αλλουνου..
Κλείνω τα μάτια σου
Την αγάπησες και εσύ
Ντύθηκα γυμνή
Σίγουρα ένα θέατρο είναι
Κική Ματέρη
Δεν μπορώ να μείνω απαθής σε αυτή την αντικυπριακή υστερία που βλέπω. Δεν έχω καμία σχέση με την Κύπρο, ούτε συναγελάσθηκα ποτέ με κυπρίους, για να μπορώ να εκφέρω γνώμη για αυτούς.
Σαν κάτοικος της Θεσσαλονίκης, βλέπω και ακούω στους δρόμους της, πολλούς κύπριους φοιτητές και κύπριες φοιτήτριες, και τείνω να διαμορφώσω την άποψη πως και οι κύπριοι, όπως φυσικά και οι έλληνες, είναι θύματα του καταναλωτισμού, εξιδανικεύοντας τα υλικά αγαθά, με ότι αυτό συνεπάγεται σε ψυχολογικό, ηθικό, πνευματικό επίπεδο. Ασφαλώς και οι κύπριοι σαν λαός θα έχουν ελαττώματα, όπως οι έλληνες, και οι άλλοι λαοί.
Επειδή έγινε λόγος για αντιπάθεια των κυπρίων προς τους έλληνες, έχω να πω, ότι είναι απόλυτα δικαιολογημένη η αντιπάθεια των κυπρίων προς τους έλληνες. για όσους γνωρίζουν ιστορία, ψάχνοντας, μελετώντας, και, κυρίως, ψάχνοντας και μελετώντας την αισχρότητα του 1974.
Εκτός από τους λίγους έλληνες που πολέμησαν στη Κύπρο το 1974, θυσιαζόμενοι μαζί με τον αιματοβαμμένο κυπριακό λαό ( θυσιαζόμενοι στον βωμό των μυστικών συμφωνιών του καλοκαιριού του 73 στο Παρίσι, μεταξύ κίσινγκερ, καραμανλή, και κίσινγκερ, καραμανλή. ετσεβίτ της ανοίξεως του 74, συμφωνίες τις οποίες εφήρμοσε ο ιωαννίδης ως εντολοδόχος, μαζί με τα μάτια του καραμανλή στον στρατό, γκιζίκη και μπονάνο, συμφωνίες τις οποίες εγνώριζε και ο μακάριος, ο οποίος δεν είναι καθόλου άμοιρος ευθυνών! και σταματώ εδώ, αλλά αν προκληθώ, είμαι διατεθειμένος, να ανοίξω τον φάκελο της Κύπρου, με στοιχεία – μαρτυρίες βουλευτών, και δριμύ κατηγορώ του α. παπανδρέου κατά καραμανλή σε λόγο του, στο Ηράκλειο το 1977. Όλα αυτά υπάρχουν μέσα στο διαδύκτιο ).
Έλεγα λοιπόν, ότι εκτός από τους λίγους έλληνες που πολέμησαν, θυσιαζόμενοι, το 1974 στη Κύπρο, οι υπόλοιποι έλληνες θα πρέπει να σιωπούν νροπιασμένοι, όταν γίνεται συζήτηση για την Κύπρο και τον κυπριακό λαό. Η ψευτοδημοκρατία των ελλήνων, που ο γκιζίκης όρκησε τον Ιούλιο του 1974, στηρίζεται στα αίματα, στα πτώματα και στα κόκκαλα των κυπρίων.
Όταν σφάζεται ο αδελφός σου – ο φίλος σου, εξαιτίας σου ( γιατί η Ελλάς προεκάλεσε την εισβολή της τουρκίας στην Κύπρο ), και τον αφήνεις αβοήθητο στο έλεος των μαχαιριών του αττίλα, χαρίζοντας πρώτα την Κερύνεια, ως ιωαννίδης, μπονάνος, γκιζίκης, αραπάκης, παπανικολάου, και μετά, λέγοντας, , και κατόπιν υπερψηφίζεις αυτόν που το είπε και τους άλλους, ανδρέα, και συστημική αριστερά που τον συγκάλυψαν και ακόμα και στον τάφο τον συγκαλύπτουν ( ο πυγμαίος τσίπρας, προτίμησε, να χάσει τις εκλογές, παρά να αφανίσει την νέα δημοκρατία ανοίγοντας τον φάκελο της Κύπρου ) ε, τότε, πρέπει να ντρέπεσαι.
και το μάλλον αιρείσθαι τεθνάναι καλώς ή αισχρώς σωθήναι.
Αριστοτέλης
στα εισαγωγικά που δεν τα εμφανίζει γράφω : – Η Κύπρος κείται μακράν –