[author] Της Έρης Ρίτσου [/author]
Παρασκευή, 21 Απριλίου 1967.
Η μέρα ξημέρωσε λαμπρή. Ανοιξιάτικη καθαρότητα. Ξεπλυμένη η φύση απ’ τις ανοιξιάτικες βροχές στραφταλίζει. Σταγόνες πρωϊνής δροσιάς κάνουν το κάθε χορταράκι ένα μικρό πολυέλαιο καθώς ιριδίζουν με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου.
Τελευταία μέρα πριν τις διακοπές του Πάσχα. Φεύγω για το σχολειό χαρούμενη ακριβώς γιατί θα έχω 15 μέρες ελευθερίας μπροστά μου. Καθόλου δε με νοιάζει που δεν θα πάω να πω το Λάζαρο την άλλη μέρα. Άλλωστε είμαι πια μεγάλη, ΣΤ’ Δημοτικού! Τί ανάγκη έχω να λέω “Λάζαρε λαζαρωμένε και με το κερί ζωμένε” και να μαζεύω αυγά. Αυτά είναι για τους μικρούς, εγώ το Σάββατο του Λαζάρου φεύγω για Αθήνα. Εννοείται είμαι προνομιούχα. Κανένας απ’ τους συμμαθητές μου δεν έχει πάει ποτέ Αθήνα. Εγώ πάω να δω τον μπαμπά και να διασκεδάσω. Ευτυχία.
Κάπου γύρω στις 9 το πρωί ακούγονται εμβατήρια απ’ τα μεγάφωνα της Πλατείας του Νέου που φτάνουν σβησμένα ως εμάς. Ο δάσκαλο, ο Κύριος Διαμαντής, με φωνάζει και μου λέει: Ελευθερία, πήγαινε σπίτι σου, σε θέλει η μητέρα σου.
Άλλη ευτυχία τούτη. Όχι μόνο είναι η τελευταία μέρα του σχολείου αλλά θα φύγω και πιο νωρίς. Γυρίζω σπίτι τρέχοντας. Με το που βλέπω τη μάνα μου καταλαβαίνω πως κάτι δεν πάει καλά.
-Έρη, μου λέει, έγινε πραξικόπημα. Τα τηλέφωνα για Αθήνα είναι νεκρά και δεν μπορώ να επικοινωνήσω με τον μπαμπά. Τώρα μόλις πήρε τηλέφωνο η θεία Καίτη και μου είπε πως πιάσανε τον θείο Αλέξη. Θα πάω να δω τί κάνει. Αν έρθει κανείς απ’ την αστυνομία και με ζητήσει, πες τους πως είμαι στου θειου Σεβαστάκη.
Φυσικά, δεν έχω ιδέα τί σημαίνει “πραξικόπημα” αλλά έτσι όπως το είπε η μαμά, μοιάζει να εννοεί πως ξέρω τί σημαίνει, έτσι ντρέπομαι να ρωτήσω και λέω απλώς “Καλά”.
Η μαμά φεύγει και μένω ν’ αναρωτιέμαι τί στο καλό συμβαίνει, ποιοί και γιατί πιάσανε το θείο Αλέξη, τί πάει η μαμά να κάνει στο σπίτι της θείας Καίτης.
Δεν έχω πολύ καιρό ν’ αναρωτηθώ γιατί μετά από λίγο χτυπάει η πόρτα. Ανοίγω. Είναι πράγματι ο Διοικητής του Τμήματος Καρλοβάσου Αλεξόπουλος με δυο αστυνομικούς.
-Που είναι η μάνα σου , με ρωτάει.
-Στου θείου Σεβαστάκη το σπίτι πήγε και μου είπε να σας το πω.
Πάει να μπει μέσα στο σπίτι.
-Πού είναι το χαρτί; ρωτάω γιατί, φανατική αναγνώστρια του Μικρού Ήρωα, της Μάσκας και του Μυστήριου, (τα Ταρζάν-Γκαούρ, Μικρός Σερίφης και Μικρός Καουμπόυς, δεν άπτονατι της περίπτωσης), ξέρω πως για να μπει η αστυνομία να κάνει έρευνα πρέπει να έχει “χαρτί”.
Ο διοικητής με σπρώχνει, μπαίνει στο σπίτι κι αρχίζει να ψάχνει τα δωμάτια. Ο παππούς βρίσκεται στην τουαλέτα. Έχει πάθει ημιπληγία και η αριστερή του πλευρά είναι παράλυτη. Ανοίγουν την πόρτα και τον βγάζουν έξω. Έξαλλη εγώ, σηκώνω το κάλυμμα του καναπέ και λέω: Εδώ αποκάτω δεν κοιτάξατε!
Δε μου μιλάει κανείς και φεύγουν.
Βγαίνω στον κεντρικό δρόμο και περιμένω να γυρίσει η μαμά.
Λίγο αργότερα, το αυτοκίνητο της αστυνομίας ανεβαίνει το δρόμο. Σταματάει μπροστά μου, ανοίγει το τζάμι του πίσω καθίσματος και η μαμά μου δίνει τα κλειδιά της.
-Μέσα στο γραφείο μου έχω χρήματα, λέει. Να προσέχεις τον παππού.
Το αυτοκίνητο φεύγει.
Πιάσανε και τη μαμά και τώρα είμαι εγώ υπεύθυνη για το σπίτι και για τον παππού.
Δε μου κακοφαίνεται καθόλου. Θα παρατήσω το σχολείο, που έτσι κι αλλιώς δε μ’ αρέσει, θα δουλεύω για να φροντίζω τον παππού και θα επεξεργαστώ ένα σχέδιο για να αποδράσει η μαμά απ’ τη φυλακή…
Καλημέρα Χούντα!
*Το κείμενο αναδημοσιεύεται με άδεια της συγγραφέως του, την οποία και ευχαριστούμε για την παραχώρησή του.
*****************
Η Έρη Ρίτσου γεννήθηκε το 1955 στο Βαθύ και μεγάλωσε στο Καρλόβασι της Σάμου. Κόρη της γιατρού Γαρυφαλιώς Γεωργιάδου Ρίτσου και του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Σπούδασε αγγλική φιλολογία. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Έχει μια κόρη, τη Λητώ, και πολλούς καλούς φίλους










Κοινές αναμνήσεις, με διαφορά πόλης, και ενός χρόνου (13 κοντά εγώ) πάντα επαρχία και πάντα παιδιά. Σοκ, βόλτες στην παραλία παγωμένα παρά τον ήλιο,και δυο μέρες μετά όλοι οι συγγενείς στην Πλατεία Φιλελλήνων, για το μπάρκο κατά Γιούρα μεριά κλπ στρατόπεδα. Ένα μάγκωμα και μια λέξη άγνωστη: “Χούντα” (=ισπανιστί: Ένωση, χρήση για το Δημοτικό Συμβούλιο στην Ισπανία των αυτόνομων περιοχών).
Πολλά κοινα σημεια λόγω ηλικίας -πραγματικά σαν να γραφει κάποιος για τίς αναμνήσιες μου της ημέρας εκείνης !
50 ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 21 Απριλίου 1967. Το τεθωρακισμένο επί της Μεσογείων είχε στρέψει την κάνη του πυροβόλου του και σημάδευε έναν αόρατο εχθρό στην οδό Αναστάσεως, στα σύνορα Παπάγου-Χολαργού.
Ήταν πρωί και ο πατέρας, στην Αθήνα από το 1929, μας είπε με ορολογία μεσοπόλεμου : έγινε κίνημα.
Μάθαμε ότι δεν θα πηγαίναμε σχολείο και χαρήκαμε η αδελφή μου κι εγώ. Κλασσικά, μας έστειλε στον φούρνο για να αγοράσουμε από μια φρατζόλα ψωμί. Το σύνδρομο της κατοχής.,…
ΥΓ Βιωματικό. Γραμμένο Φεβρουάριο 2015 ως εισαγωγή σε ένα κείμενο που δεν το συνέχισα.
Ξυπνήσαμε από πυροβολισμούς άγρια χαράματα στον Πειραιά. Το πρωί μάθαμε πως “πυροβολούσαν κάποιους φοιτητές”. Και ότι “σκοτώσανε αριστερούς”. Μια απορία στην κάθε κίνηση της κλασικής δεξιάς απολίτικης χριστιανικής οικογένειεας: “Και τι είχαν κάνει αυτοί οι συλληφθέντες, βασανισθέντες, οι νεκροί;” Μετά από χρόνια, έμαθα το όνομα του πρώτου νεκρού. Του Παναγιώτη Ελή.
Πενήντα χρόνια μετά μια χτηνώδης χούντα άλλου
χρώματος ( οι χούντες δεν είναι … μονόχρωμες )
σκοτώνει το λαό της Βενεζουέλας και η αριστερή(;)
κυβέρνησή μας,επισήμως,αγρόν αγοράζει• φτάνει
μάλιστα στο σημείο να συγκρίνει την κατάσταση με
τη δολοφονία Γρηγορόπουλου!!!
Παλιά συνήθεια, το ξεστράτισμα του νου και η γύρω και η εντός καταπίεση να κρατά. Ας μείνουμε στην περιπέτεια πολλών Ελλήνων. Περιπέτεια που διάλυσε οικογένειες, σημάδεψε ψυχές, ξεστράτισε την πατρίδα από δρόμους ανάπτυξης και πολιτισμού. Γιατί να ξεχάσουμε τα εγκλήματα και τα σκάνδαλα της “εθνοσωτηρίου επαναστάσεως” των αμερικανοκίνητων διχτατόρων;
https://left.gr/news/ta-xehasmena-skandala-tis-ethnosotirioy
Κανενός είδους εγκλήματα _ σκάνδαλα δεν πρέπει
να νομιμοποιούν _ δικαιολογούν άλλα.
( Έτσι ο φαύλος κύκλος _ “βεντέτα” θα συνεχίζεται
για πάντα… )
Οι άνθρωποι που θυσίασαν χρόνια από τη ζωή τους για το “κοινόν ώφελος” Ελευθερίας και Δημοκρατίας. Οι άνθρωποι που έχασαν δικούς τους τέτοιους ανθρώπους [ανώνυμους και επώνυμους] αντιστασιακούς, δεν διανοήθηκαν ποτέ ατομική “εκδίκηση”. Δικαιοσύνη, ναι! Αυτήν πόθησαν! Ο Κώστας Γεωργάκης, ο “καιόμενος της Τζένοβα” (εκ Κερκύρας ορμώμενος-φοιτητής που αυτοπυρπολήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την δικτατορία στην Ελλάδα), μια εξέχουσα μορφή, ήθος και αυτοθυσία – και η οικογένειά του ταπεινή, περήφανη.
Χαίρομαι πολύ Ιχνηλάτη που αναφέρεις που αναφέρεις
τον Κώστα Γεωργάκη• του αξίζει να τον αναφέρουν
συχνά! Δεν έχω περάσει ούτε μια φορά μπροστά από
τό άγαλμά του ( έχω εκφρράσει κι αλλού το σεβασμό
μου γι’ αυτόν) και να παραλείψω να κοιτάξω με συγκίνηση.
Στέκεται ανάμεσα στους νέους που πίνουν γύρω του τον
καφέ τους σαν να τους συμβουλεύει και ν’ αγωνιά για τα
προβλήματά τους. Όλοι οι Κερκυραίοι είμαστε περήφανοι
για το γελαστό παιδί, τον συντοπίτη μας!
Όσο για τον Ρίτσο ( ποιητή που με συντροφεύει πάντα με
τους στίχους του ) γράφω σήμερα αυτό που δεν έγραψα
χτες. Η χούντα τον έσυρε άρρωστο & εξαντλημένο σε
Γυάρο και Λέρο• την ίδια εποχή άλλοι σπουδαίοι έκαναν
ντόλτσε βίτα στο εξωτερικό.
Όταν το βδελυρό καθεστώς πήγε στο διάολο, ο Ρίτσος
δεν πήρε την ύψιστη τιμή, το νόμπελ, που το επιθυμούσε.
Έμεινε όμως με τη συνείδηση καθαρή, ότι έκανε ό,τι έπρεπε & όταν έπρεπε!
Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω σε αυτή την ανάρτηση.