ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Γιατρέ μου,
αυτό το έγκαυμα στο στέρνο
είναι η απώλειά του
ή μήπως νέο σπήλαιο;
Σας έφερα άλλη μια φωτογραφία του
να συγκρίνετε με την ακτινογραφία.
*
ΖΕΥΓΑΡΙ
Τα μάτια βλέπουν τη θαμπή μεμβράνη τους
η μύτη βαραίνει ξερνώντας πηχτά ρυάκια
τα χείλη σκάνε στην απρόοπτη υποθερμία
η γλώσσα μαγκώνεται πλαδαρή στα δόντια
τα αυτιά κουφάλες για ξέφρενα μελίσσια
οι θύλακες στις ρίζες των μαλλιών ξεροί
το δέρμα τσιτώνεται στο αιφνίδιο ψύχος
χέρια πόδια αδρανοποιούνται παράλυτα.
Ένα ένα τα όργανα αποσύρονται νυσταλέα.
Οι αρτηρίες μπουκώνουν με ήχους οχετού
η καρδιά χτυπά άρρυθμα ώσπου σταματάει.
Το μυαλό παρατηρεί εμβρόντητο τη φθορά
μέχρι να χοχλακίσει η εγκεφαλική σούπα
αυτού του σώματος που αποχωρεί ρυθμικά.
Η νοσοκόμα θα σκεφτεί ότι πέθανε από θλίψη
33 λεπτά μετά το θάνατο του συντρόφου του
που συνέβη μπροστά της στο δίπλα δωμάτιο.
Θα νεκροπομπέψει βουρκωμένη το ζευγάρι
βέβαιη ότι επιτέλους μυήθηκε στην αγάπη.
*
ΚΟΥΣΟΥΡΙ
Το χέρι κλείστηκε στο πατάρι
αποφασισμένο να μην ξαναχαϊδέψει.
Το σώμα ένιωσε κάποια απουσία στην αρχή
όμως σύντομα η ζωή συνεχίστηκε ομαλά, λες
και γεννήθηκε έτσι και ποτέ πια δεν ζήτησε
κανένα άγγιγμα από άλλο σώμα.
********************
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Μπελίκα Κουμπαρέλη γεννήθηκε το 1958. Σπούδασε θέατρο και μετάφραση στην Ελλάδα. Στην Αγγλία σπούδασε κοινωνιολογία και δημιουργική γραφή. Είναι διδάκτωρ κοινωνικής εγκληματολογίας. Έχει γράψει 6 μυθιστορήματα και έχει μεταφράσει περίπου 70 βιβλία. Μεταξύ αυτών και το διήγημα του Α. Παπαδιαμάντη «Τα Ρόδινα Ακρογιάλια» στα αγγλικά, με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε Αγγλία και Αμερική. Εργάζεται ως μεταφράστρια και καθηγήτρια λογοτεχνίας.











Σήμερα είναι 8 του Μάρτη και κρίσεις δεν κάνουμε παρά μόνο την αγάπη μας δίνουμε σε όλες ανεξαρτήτως , κρατούν δεν καρτούν κονδύλι . Για όλες σας
Γυναίκα
Εκέντησες επάνω στο κορμί μου
τα πάθη σου, με σταυροβελονιά.
Σαν σε φιλούσα, υφαντό στην υπαρξή μου
στημονυφάδιζες, Δαμασκηνό μʼαπλοχεριά.
Αγιάτρευτο θα αφήσω τον καημό σου
για ναʼ χεις, νʼ αφορίσεις μιά ψυχή
και ʼγώ, προσκυνητάρι θάʼχω τον μαστό σου
τους άγιους τόπους, όπως έχει ένας “χατζή”.
Δεν με φοβίζει, που πετάς σαν πεταλούδα
και λίγο νέκταρ, ξεζουμίζεις όπου βρεις.
Μόνο φοβάμαι, όταν γίνεις χρυσαλλίδα
απομεινάρι, μιάς ακόλαστης μορφής.
Βωμός τριών θεών η παρθενιά σου
που έχασες, υμνώντας την ζωή.
Ποτέ δεν σκέφθηκες, να κρύψεις τʼαχαμνά σου
και ʼγώ υποζύγιο, στην όλη σου ορμή.
Η έκσταση λουλούδια ζωγραφίζει
και ο παράδεισος, σεμνά σε χαιρετά.
Χώρο και χρόνο, το κορμι σου στροβιλίζει
όταν ο έρωτας, το χέρι σου κρατά
Το χάδι σου, απόσταγμα αισθήσεων
μιά επανάσταση νευρώνων, προκαλεί.
Δώρο θεών και επίκληση ημίθεων
η αγάπη σου, ανάβλυσμα, πηγή.
Η μήτρα σου , της ύλης χωνευτήρι
το μεγαλείο της ζωής, δημιουργεί
και η υφή σου, στου μυαλού μας το εργαστήρι
πάντα μιά άβυσσος, χωρίς τέλος και αρχή.
Θανάτους, η γονιμότητα σου, μαστιγώνει
όταν το κλάμα του νιογέννητου, ακουστεί
και το κουράγιο σου, τον πόνο τον σταυρώνει
καθώς το σώμα , στον κόσμο φέρνει , μιά πνοή.
Μυρόβλυτη οπτασιά του ονείρου
η αιωνιότητα με εσένα έχει ντυθεί.
Σαν Κλυταιμνήστρα η Πηνελόπη, ενός Ομήρου
γυναίκα αφθαρτή, είσαι η ίδια η ζωή.
απλά υπέροχα, το κουσούρι με στοίχειωσε…