Λένε να φύγω (Μουσική-Ερμηνεία: Πάνος Ράπτης, Δίσκος «Ξένοι τόποι», 2004)
Να μην τη νιώσω την πληγή σου,
μη με πλανέψει το φιλί σου,
λένε να φύγω βιαστικά,
μετά θα λέω εγώ τραγούδια
για ξεχασμένα αγγελούδια
που’ ταν διαβόλοι πιο παλιά.
Μα εγώ διαλέγω το φιλί όσο και να τρομάζει,
πώς ν’ ανταλλάξω τη ζωή με κάτι που της μοιάζει,
πώς ν’ ανταλλάξω τη ζωή με κάτι που της μοιάζει.
Να μη σε σκέφτομαι μαχαίρι
και η αφή να μη σε ξέρει,
λένε να φύγω, να σωθώ,
μετά θα λέω απωθημένο
ήταν της μοίρας μου γραμμένο
στην απουσία σου να ζω.
Μα εγώ διαλέγω το κορμί όσο και να παλιώνει,
πώς να το σβήσω πριν το δω, κερί γυμνό να λιώνει,
πώς να το σβήσω πριν το δω, κερί γυμνό να λιώνει.
Μην προσκαλέσεις τη φωτιά,
παραμονεύει πυρκαγιά,
λένε, στην κάθε φλόγα,
μ’ αν γεννηθείς αητού ψυχή
φτιάχνεις φωτιά κι απ’ τη βροχή
και ουρανό από χώμα.
Εγώ διαλέγω τη φωτιά όσο και να με καίει,
πώς να μερέψω το θεριό που με κοιτά και κλαίει,
πώς να μερέψω το θεριό που με κοιτά και κλαίει.
Μα εγώ διαλέγω το φιλί όσο και να τρομάζει,
πώς ν’ ανταλλάξω τη ζωή με κάτι που της μοιάζει,
πώς ν’ ανταλλάξω τη ζωή με κάτι που της μοιάζει.
*
Αρκάσα
Θα’ρχομαι εγώ απ’το γεφύρι
Κι εσύ απ’την πέρα γειτονιά
Μες τα καλάθια τα προικιά
Για των ανθρώπων το χατήρι
Θα’μαι δεκάξι με ματιά
Που βιάστηκε να μεγαλώσει
Χρυσό φλουρί θα’ρθει να δώσει
Η μια στην άλλη πεθερά
Μια μαντινάδα θα γυρνά
Σαν σύννεφο μες το μυαλό μου
Και θα πιαστεί το νυφικό μου
Σαν ένα λάθος στη συκιά
Θα πίνω κόκκινο κρασί
Υπόσχεση για να σου δώσω
Κάτι από μένα θα προδώσω
Για να χορέψεις πρώτα εσύ
Όλες οι κόρες στη σειρά
Θα’ρχονται με τα γιορτινά τους
Και θα ελπίζει η μαμά τους
Σε μιαν αμφίβολη χαρά
Γλυκά με μέλι θα κερνούν
Κουλούρι με πικρό κρεμύδι
Κι εσύ θα μ’έχεις για στολίδι
Και θα πετάς σαν με κοιτούν
Προβλέψεις μες την εκκλησιά
Για το πρωτότοκο παιδί μας
Το μόνο , το κλεφτό φιλί μας
Λυγάει στο βλέμμα του παπά
Στο καφενείο οι συγγενείς
Θα λεν «πώς πέρασαν τα χρόνια»
Θα περιμένουν τα σεντόνια
Την άλλη μέρα που θα δεις
Οι ελεύθερες θα μου ζητούν
Στη γόβα μου τα ονόματά τους
Και θα ζηλεύω τα όνειρά τους
Μέχρι κι αυτά να εκπληρωθούν
Θα ουρλιάζουνε οι δοξαριές
Σαν καλωσόρισμα στον χρόνο
Κι εγώ θα αισθάνομαι τον πόνο
Μες του λαούτου τις χορδές
Θα κουβεντιάζουν μερικοί
Για κείνες που μειναν στο ράφι
Κι αυτό το σφύριγμα, ξυράφι
Του καραβιού γι’Αμερική
*
Πάνθηρας
Πέσαν τ’αγρίμια πάνω της
στο σβέρκο τη ρουφούσαν
κι ο άλλοι απλώς κοιτούσαν
ανήμποροι μικροί
στο χώμα κάτω ανάσκελα
το σώμα ξαπλωμένο
στην άκρη ματωμένο
το χέρι το δεξί
Αγρια γάτα πάνθηρας
πρώτη στιγμή του πόνου
κι η νίκη είναι του νόμου
της βάναυσης αρχής
όμως ο θαύμα δεν αργεί
και γίνηκ η πληγή της
στο χερι το δεξί της
αστραφτερό σπαθί
Κόβει τη γη με το δεξί
κι ανοίγει ένα πηγάδι
και στέλνει ως τον άδη
μια βροντερή κραυγή
τ αγρίμια γύρω πάγωσαν
κι εκείνη τους διασχίζει
κάθε ματιά της σχίζει
τον έναστρο ουρανό
*
Ρέκβιεμ
Η τελευταία πράξη έμοιαζε
Σαν από ρέκβιεμ συλλαβή
Είχε ένα αντίο τόσο αδύναμο
Κι έναν καθρέφτη παντοδύναμο
Ποιά είμαι εγώ ποιός είσαι εσύ;
Στην πόρτα εγώ δεν κοντοστάθηκα
Κι εσύ δεν μου’ριξες ματιά
Αργά το απόγευμα ταράχτηκαν
Χίλιες εικόνες που πετάχτηκαν
Απ’τον αγέρα στη φωτιά
Η τελευταία πράξη έμοιαζε
Ολόγυμνη και μοναχή
Σαν οι θεοί να μετανιώσανε
Λίγο τα χνώτα μας που ενώσανε
Σ’ένα γλυκόπικρο φιλί
Όνειρο η αρχή αιχμάλωτο
Της τελευταίας της στιγμής
Το τέλος λες δεν ψιθυρίζεται
Κραυγάζοντας μόνο ξορκίζεται
Αλλιώς ποτέ σου μην το πεις.
*
Στο καφενείο του Στρατή
Στο καφενείο του Στρατή
εκεί που σ είχα πρωτοδει
είχ’ένα κόκκινο χαλί στην είσοδό του
ο σερβιτόρος είχε δει
στο βλέμμα μου την προσμονή
κι είχε μια ελιά μαύρο καρφί
στο μάγουλό του
Στο καφενείο του Στρατή
έγιν η πρώτη επαφή
μύριζ’η ατμόσφαιρα μπαρούτι προδωσία
κι από το πρώτο το φιλί
ένιωσα εγώ την απειλή
και την κρυφή που με περίμενε θυσία
Στο καφενείο του Στρατή
γύρισες πλάτη σε αυτήν
κι ήταν το βλέμμα της ψαλίδι σε χαρτόνι
κι έμαθα πρώτη μου φορά
να ζω με λίγα δανεικά
και πως στον έρωτα είμαστ’όλοι δολοφόνοι
*
Λαθραναγνώστης
Μες τα μουντά γραφεία μιας εφημερίδας
είδα τον κόσμο της στημένης της παρτίδας
κρύφτηκα κάπου στα ψιλά
πίσω από κάποιον που διψά
Λίγο πιο πέρα αρθρογραφεί ο παντογνώστης
κι όλο του πέφτουν τα γυαλιά πρεσβυοπίας
λεζάντα κίνδυνος δημόσιας υγείας
θα προσπεράσει το πρωί ο λαθραναγνώστης;
Μες τις σομόν σελίδες σ είδα πάλι μόνο
εκεί πονάς μα διαχειρίζεσαι τον πόνο
εγώ δεν ξέρω απ’ αυτά
είμαι εκείνη που διψά
Λίγο πιο πέρα αρθρογραφεί ο παντογνώστης
με τη λειψή την επαρμένη του εξουσία
σαν το ψαράκι θα γλιστρήσε ι η ιστορία
μες τη ματιά περαστικού λαθραναγνώστη
*
Δεκέμβρης
Δεκέμβρης και μόλις
ζυγώνει το κρύο
σου γράφω σε ένα
μικρό καφενείο
Η πόλη έχει χίλιες
φωτιές στα στενά της
μια μάνα τρομάζει
ξανά τα παιδιά της
Δεν ξέρω σε τίνος
τον κόσμο ταιριάζει
να γίνεται η αλήθεια
σκυλί που ουρλιάζει
στους δρόμους συντρίμια
γυαλιά οι βιτρίνες
και πλάι στις κουκούλες
σινιέ καπαρντίνες
Δεκέμβρης κι ακούω
να στάζει το αίμα
στο κάθε μας βήμα
στο κάθε μας ψέμμα
Τον φόβο μας δείχνουν
και τ’άγρια σμήνη
μην τύχει κι αρπάξει
σπαθί η οδύνη
Δεκέμβρης και πάλι
κι αυτό μου θυμίζει
πως ότι ξεχνάμε
γενναίο γυρίζει
Ζητάει τα ρέστα
ο μέσα μας άλλος
εκείνος ο ωραίος
αυτός ο μεγάλος
*********************
Η Φωτεινή Λαμπρίδη είναι δημοσιογράφος και στιχουργός. Εργάζεται ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ 105.5 και έχει συνεργαστεί με τον Σ. Μάλαμα, τον Χ. Νικολόπουλο, τον Χ. Θηβαίο, τον Π. Δουρδουμπάκη τον Τ. Μπουρμά, τον Μ. Χανιώτη κ.ά.







Το ρεκβιεμ μου θύμισε τον “Σταμούλη τον λοχία”
και θα προτιμούσα “Μιας παραφοράς φιλί”( 3το πεντάστιχο )
Τέλος , ευχάριστα τραγουδιέται ο στίχος της
φίλης Φωτ. Λαμπρίδη .