Οι απαρχές.

Οι λέξεις μετρούν τα βήματα μου στο σύμπαν
αθόρυβα γλιστρώ στην εσωτερική γκρίνια του απρόβλεπτου
εκεί, στο δάσος με τα αποκαΐδια
ζεύγη από αλάτι και παραισθήσεις οι κινήσεις των ματιών μου ναρκοθετούν το νέο αύριο
τραβώντας υποζύγια απέναντί μας κι απέναντι στις μοίρες που μας εξουσιάζουν
αλήτικα οι εντυπώσεις με συντροφεύουν κι έχω τη γεύση από καμένη σάρκα στα μάγουλα
εκκωφαντικά πλέον, τοποθετώ στο κατώφλι της αναβολής τις ανάσες μου
παρασύρομαι ξέφρενα στην εξατομίκευση του κάθε μας ονείρου
η ξαστεριά πια δε με αντέχειʼ δεκαεννιά και δεκαεννιά έτη.

*

Household.

Έχω αυτόν το χαρακτήρα ανεμοστρόβιλου,
έρχομαι σπίτι για καταστροφή
σκούρα τα πράγματα,
ουρλιάζουν όλοι
βογγητά,
το όνομά μου.

Άπλυτος για μέρες και μέρες
δεν προβλέπεται ύπνος,
μεθυσμένος,
ζω σαν δέντρο
κουρελιασμένος,
μια πεταμένη εφημερίδα,
με όμορφα ψέματα
σκισμένες σελίδες.

Πιάσε μου ένα ποτήρι ουίσκι,
πες μου πως ήταν η μέρα σου
λες και με νοιάζει
το έχω αποφασίσει,
θέλω να είμαι ηλίθιος
εγωιστής,
έτσι θα ζήσω
κι άμα σ’ αρέσει.

*

Είμαι.

Είμαι η γη ολόκληρη
ο αέρας του τόπου,
τα ζωντανά με καταπίνουν φρέσκο
φρέσκος πέφτω βροχή,
πάνω στις στέγες των ανθρώπων,
των ανθρώπων που όλοι χρωστούν.

Είμαι το καλοκαίρι όλο,
η ζέστη που πέφτω απ’ τα μπαλκόνια,
τα δέντρα που διψώ και κάθε βλαστάρι
στους αγρούς κυματίζω σιτάρι,
είμαι ο δρόμος, η τύχη των ανθρώπων
των ανθρώπων που γνέφουν αντίο.

Είμαι οι θάλασσες οι όλες
τα νερά του χειμώνα,
όλα τα βουνά και τα χιόνια που ‘χω κρεμάσει είμαι
οι αστραπές και τ’ αστέρια που φέγγω τη νύχτα
είμαι η άνοιξη που σε περιμένει,
φθινόπωρο
να τα διαλύσεις όλα.

*

Πυροβολισμοί.

Είπα ότι θέλω να το κάνω πραγματικά
δεν έχω άλλα όνειρα
ο φόβος και το κενό
θα μπορούσα να σπάσω (δεν είμαι ποτήρι,
μακάρι να ήμουν) αμέσως.

Μερικές φορές όλα φαίνονται οδυνηρά
υπάρχουν κάθε λογής χάπια για μένα
το βήμα μου στο σύμπαν παραμένει μετέωρο
αχ … να πετάξω σε ένα κρεβάτι
να έχω κίνηση.

Μπορεί να πει: “τώρα είναι όλα πάνω στο τραπέζι
κάποια παραμύθια δεν είναι καλό να βλάπτουν τόσο συχνά”
τι επιδιώκει;
Αυτό δεν μπορεί να συμβεί.
Πάμε μακρύτερα
“θα ήθελα να μείνετε ξέρετε είχα μάλλον …
δεν έχει σημασία
είναι κακό, δεν έχει σημασία …”

Μάτια σε σχήμα αμυγδάλου
μοιάζει περισσότερο με έναν άγγελο
δεν είναι εύκολο.

*

Βρικόλακες.

Ήσουν μια ησυχία,
που βρέθηκε στην άγρια πλευρά από λάθος
μου ‘λειπες
και βρήκα το κομμάτι σου ήμερο,
απαλλαγμένο
από τα βάρη της ανάγκης
τα βάρη,
που σε κρατούσαν σε πικρή ασφάλεια.

Χάρηκες πως με γνώριζες,
καθώς με είδες να στέκομαι μαχαίρι
και να χωρίζω το δρόμο
αμέσως είπα ψέματα
δε σε θυμόμουν,
σε δάγκωσα δίχως μια σκέψη.

Έμπηξα τα δόντια βαθιά γερά
απάνω στο βυζί,
που πέρσι χειμώνα με τάισε στη ξέρα
κοφτά ψυχρά, σου πήρα τα χρόνια
τα χρόνια,
που γράφανε ζήτω.

Μάτια κλειστά,
κατάπια το αίμα ζεστό ζουμί φρέσκο
τίναξα από πάνω μου την αρρώστια σκόνη,
τα χείλη μου γύρισα από την ώχρα
βαριά τριαντάφυλλα κόκκινα
όσο πέθαινες,
άνθιζα
είπα να μη σου κλάψω δάκρυ
σε ξέχασα
όπως ξεχνά η ζωή το θάνατο.

 

 

 

 

 

 

 

**********************************

Ο Λουκάς Λιάκος είναι βιομηχανικός εργάτης. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με τη ζωγραφική και τη ποίηση, Γεννήθηκε και ζει στη Λειβαδιά. Δημοσιεύει για πρώτη φορά.