ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ.Φυσιολόγος

Θα σε ξανάβρω γη μου…

Θα σε ξανάβρω γη μου ψηλοκρεμαστή καμηλοπάρδαλη
από μια υδάτινη αποβάθρα με γιγάντια σάλτα να γλι-
στράς κάτω απ΄ τα δέντρα
με τη δορά σου κεντημένη από τους κυνηγούς του βάλ-
του με χιλιάδες σκάγια
μʼ όλα τα χρώματα του νότου στο κορμί σου παρδαλό-
στικτη
απʼ το ουρανί της Αμβρακίας μέχρι το βαθύ μαβί του
Ιονίου
κι όταν περνούσε στʼ ανοιχτά πομπή σημαιοστολισμένη
με θυρεούς και βούκινα η ιστορία
να βγάζεις το κεφάλι και να βλέπεις μέσʼ απʼ τα φυλ-
λώματα
λάβαρα –κι έμβολα σπασμένα από ρωμαϊκές γαλέρες

Να σε ξανάβρω να σʼ ανακαλύψω κάτω από τα ερείπια
να μπω στην πρώτη μου φωλιά να ξαναγεννηθώ μαζί σου

Παράβαση πρώτη. Βίος και πολιτεία

Σαν τον γενάρχη…

Βγήκα από την οθόνη
την ώρα που ο χειριστής
ξέχασε τα κλειδιά
ο τηλεχειριστής της ζωής
τα κλειδιά
του κώδικα

Βγήκα και ταξιδεύω
καβαλλώντας τη δίποδη
συσπασιόν των ονείρων μου
ολημέρα καλπάζοντας
και τις νύχτες αγάπη μου
να φορτίζομε αμίλητοι
την επόμενη κούρσα μας
στα πάρκινγκ των λεωφόρων
από διάβαση σε διάβαση
κάτω απ΄ τους φανοστάτες

Σαν τον γενάρχη που άλλοτε
έδενε κάτω από τ΄ άστρα
σ΄ όλα τα καραβάν-σεράγια
που «σκάλωνε»
γυρολόγος των Βαλκανίων
τη χρυσοκάπουλη μούλα του

(Ώσπου να γίνομε
κι οι δυο μας ηνίοχοι
ουρανίων σωμάτων)

Α ρ ι σ τ ε ρ ό χ ε ι ρ

Ήταν και έμεινε ο λοξός αριστερόχειρ
ο παλαιός των ημερών
κι όχι πως περνώντας μεσ΄ από διόδια
ιδεών και συνθημάτων κομματιάστηκε
στα σφαγεία των καιρών ένα κορμί
-το κορμί του
αλλά κι απ΄ την εποχή της μύησής του
γύριζε την κεφαλή του κι έβλεπε
το δεξί στην προτομή ψηλά να δείχνει
στον ορίζοντα μακριά τα θεοφάνεια
– το δεξί των άλλων να σταυροκοπιέται-
κι αποκάτω αυτός να τρέχει για να σώσει
το καρότσι με το βρέφος στην Κροστάνδη
Κι ύστερα τί κατρακύλα και τί ρήγμα
με τα τείχη γκρεμισμένα και τα σύνορα
σαν από έγερση λαών ανεωγμένα
η αγορά να ʼχει γεμίσει εκατόγχειρες
και πάνδημες
τόση σύγχυση γλωσσών -κι εκείνος
ξαναγεννημένος , πάλι αδαμιαίος,
από δίδυμα πλευρά με χέρια δίδυμα
συλλαβίζει και πληκτρολογεί
ένα αλφαβητάρι απ΄ την αρχή
για τους νεοσύλλεκτους του μέλλοντος

Δημοταράκτες

Αυτός εκεί και με τη σκέψη του σκοπεύει
ρίχνει κάτι απλωτές ματιές σαν δίχτυα
κι η άκρη του κανθού του αγκίστρι

Η σκέψη πίσω απ΄ τα σμιγμένα φρύδια
σαν βολίδα
κι η τρύπα της καρδιάς που στόχευσε κρατήρας
το αίμα να χύνεται σαν λάβα στις λεωφόρους
με αναρτημένα τα πανώ της ανταρσίας
-μπροστά φρουροί και πίσω μασκοφόροι-
Δίχως ινστρούκτορες… Κι οι όψιμοι προστάτες
σαν φαρισαίοι πίσω απ΄ τα στασίδια

Έτσι κι ο Ανδρόνικος ο Β΄ σ΄ ένα απ΄ τα χρυσόβουλλα
μιλά για οχλοποιούς, που «εις παραλύπησιν
αυτών μέλλει είναι
των ορθώς κρατουμένων και εκζητούντων,
συντηρείσθαι εις την πρέπουσαν κατάστασιν
της βασιλείας» του. Ο Ανδρόνικος ο Β΄ !

Και της πρωθυπουργίας του ο Β΄ που όπως ο Πιλάτος
νίβει τα χέρια και μιλά ο αναμάρτητος
για «οχλοποιούς» και για «δημοταράκτες»

ΑΠΟ ΚΡΗΜΝΑ Σʼ ΑΛΛΑ ΚΡΗΜΝΑ. Ιστοριόμυθοι

Ἀπειρωτᾶν

Πῆρε ἀπʼ τό χῶμα τῆς ἀνασκαφῆς
τό νόμισμα
τό γυάλισε μέ τό μανίκι κι ἔλαμψε
μέ τήν καινούργια ἐπιγραφή: Ἀπειρωτᾶν
Τό γύριζε στίς Τράπεζες… Καμμιά
δέν δέχονταν νά τό πριμοδοτήσει
Τά σύμβολά σας στά Μουσεῖα, τοῦ ‘λεγαν
Δέν εἶναι σύμβολα… Εἶν’ ἡ ἀρχαία συνταγή
μιᾶς νομισματικῆς κοινῆς πολιτικῆς –
Κι οἱ μαντικές περιστερές πού πέταξαν
κι ἑνῶσαν δυό ἠπείρους δυό ἱερά
πῶς δέν τή νιῶσαν δέν τή μάντεψαν
τήν ἐπερχόμενη κατάρρευση;
(Καιροί πτωχεύσεων καιροί τῆς Ἀγορᾶς
ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη φύλλα καί φτερά
ὁ σώζων ἑαυτόν σωθήτω)
Κι οἱ συνταγές σας στόν Καιάδα, ἀπάντησαν

Επιβήτορες της πόλης

Έσχισε με τη Lancia τʼ άβατα βουνά να δει…
κι είδε σε κάτοψη από ψηλά όλη τη χώρα

Τόσοι εργολάβοι τώρα αστοί προβεβλημένοι και στις
μέρες μας
τόσοι άρχοντες δημοτικοί –όλοι επιβήτορες της πόλης
Και να την! Με καπούλια και κοιλιές τσιμέντων σαν
καμήλα
καπούλια οικοδομών κι απʼ τα μαστάρια της να ρέει
κόκα κόλα
(Εκεί που άλλοτε σʼ αυτήν την παγκαλη κοιλάδα
αναδρομούσε ένα φαρί με σιδερένια χαλινάρια
φαρί καραβανιών φαρί της ανταρσίας και για μένα
Πήγασος)

Παράβαση δεύτερη. Ο ποιητής σε νέες περιπέτειες πρώτη.

Ποδηλάτης

Ερχόταν από μακριά πολύ μακριά
σαν υπνοβάτης σαν αερικό
στη σέλλα ενός φανταστικού ποδήλατου
δίχως φτερά
ποδηλατάρης-ποιητάρης
ώσπου με μια ορθοπεταλιά μπήκε
και χάθηκε πίσω
απʼ τα σύδεντρα ενός σύννεφου

Κορυφώ. Σημειώσεις ενός ερημίτη του Ιονίου

Η κολάσιμη γυναίκα

«Ήταν η ώρα που η τρελάδα κάποτε των γυναικών μας
μάς έσπρωχνε να κατεβούμε προς τους δαίμονες»
είπε ο Μελέτιος Πηγάς
Τʼ ακούει ο κόντες της Ζακύνθου
και βάλθηκε όμοια να εικονίσει την κολάσιμη Γυναίκα
με το ζουρλάδι στα μαλλιά τη φάγουσα στα σωθικά της
και την τρελάδα να κοντεύει να την κυτριμίσει
Την έπλασε έχθρισσα του έθνους… Κι από τότε πολε-
μούσε
να διαπεράσει τη βουή της πόλης και να βγει στην ιστορία

Παράβαση τρίτη. Απόλογοι

Ανάδελφε αναγνώστη

Μη μου αναιρείς τη μαγική τεχνοδομή
την πρόσοψη και την πλοκή της έμπνευσης

Μη πιάνεσαι απʼ τη γλώσσα μην τραβάς
των φράσεων την περιβολή ξηλώνοντας
το υφάδι και το στρίφωμα του λογισμού
την εγκεφαλική ραφή του λόγου, φτάνοντας
στη ρίζα της σιωπής και του ψελλίσματος

Μʼ έγδυσες και δεν ένιωσες το σκίρτημα;
Δεν σε διαπέρασε η ενέργεια που εκλύθηκε
δεν σου είπε τίποτε η γυμνή ποιητική μου
ανάδελφε μου ανόμοιε ανυποψίαστε
καννίβαλε αναγνώστη;

ΣΤΗΝ ΑΣΤΡΙΚΗ ΜΑΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑ. Έξοδος

Σαν μια ιδέα…

Σαν μια ιδέα που επιχείρησες
να τη σφηνώσεις μες στο ποίημα
κι αυτό κλωτσά και την απέρριψε
με τ’ άλλα απόβλητα του άστεως

Τώρα διπλώνεται κι απλώνεται
μες στη χαβούζα του εγκεφάλου σου
έρπει σαν τέρας κι αποπάνω της
απ’ τους καιρούς των δεινοσαύρων
σφυρίζει ένας μετεωρίτης.

Η ημερήσια σκιά μου
Μες στο σκοτάδι του σύμπαντος
τί είμαι;
Είμαι μετεωρίτης, είμ΄ άνθρωπος;
Μια φωτεινή λωρίδα με ξετυλίγει

Βγαίνοντας στο φως απ΄τα παρασκήνια
δειλά, πότε μπρος πότε πίσω μου,
η ημερήσια σκιά μου επιτέλους
προβεβλημένη
με φανερώνει

Κ υ κ ε ώ ν

Χαράζοντας , πήρε τη δόση του και ρίχτηκε στο χωνευτήρι
των δρόμων
Και τί ήταν; .. Πολυσπόρια του Ψυχοσάββατου κι ο μέλας ζωμός
μιας Bακχίδας
που όρμησε και ξεδιψά απ΄ το αίμα μας, επιδρομέας σε πολιτεία
αναρχούμενη,
με τους ζωντανούς άνω-κάτω στις πλατφόρμες και στις κυλιόμενες
σκάλες
τις ψυχές αναβράζουσες μέσα τους και τα συλλογικά τους κουρέλια
μετέωρα
στις ηλεκτροστήλες των δέντρων σαν λάβαρα και στων καλωδίων
τ΄ακρόκλωνα
Άλεθε μύλε μου άλεθε!.. Πανσπερμία των εποχών κάθε ηλικίας
και γένους
Η γερουσία παράλυτη, η ίδια ψελλίζοντας τη λύση των ιστών
στο κορμί της
οι άντρες ευνουχισμένοι ξεσπάθωτοι κι οι δεσποσύνες κλιτές
κι απειρόγαμες
με τους δονητές στους λωβούς τους εγκεφαλικές μέχρι μυελού
οστέων
Πού πήγαν οι καβαλλάρηδες του άλλου καιρού;…Άλεθε μύλε μου
άλεθε
να μη μείνει σπειρί της σαρκός μου καρπός της κοιλίας τους
Να ξαναφυτρώσομε σαν τους Σπαρτούς απ΄ τη μήτρα της γης
μακριά απ΄ τις σαρκοβόρες αγορές και απ΄ τ΄ άσπονδα
πολίτ-μπιρώ του κόσμου

 

 

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ένας ακαταπόνητος «Αριστερόχειρ» τροβαδούρος «της σκιάς και του φωτός», όπως από παλιά γράφει, ο Γιάννης Δάλλας είναι προορισμένος να αφηγείται τον πόνο και την απαντοχή, τον τόπο και την απώλειά του, τον θάνατο και την άρνησή του ως περιπέτειες προσωπικές και πανανθρώπινες . Καρτερά στα χρόνια της ωριμότητας να θέσει σε λειτουργία την περίακτο και τα σκηνοθετικά τεχνάσματα των αρχαίων σκηνοθετών, ώστε να φανερώσει με τρόπο εξόχως σολωμικό «εις τον πάτο της εικόνας» τα πάθη του Ανθρώπου, της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Υφηλίου ολόκληρης. Θρηνεί ο αναγνώστης και μαζί του ο Θεόδωρος Αγγελοδούκας, ο ταπεινός σηματωρός της «Νικόπολης» και ο «άναρχος κόλπος της Ροδιάς» -θρηνούν τον θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου (στο ποίημα «Δημοταράχτες») και την αιχμαλωσία που επέβαλαν στη ζωή οι χλιδάτοι «Επιβήτορες της πόλης». Ο ερωτευμένος «Ποδηλάτης» ποιητής ετοιμάζεται ως «Κυκεών» να καρπίσει τη μήτρα της γης, κόντρα στις «σαρκοβόρες αγορές» και μακριά «απʼ τʼ άσπονδα πολίτ-μπιρώ του κόσμου»….Σαν «ανάδελφοι αναγνώστες» ακολουθάμε τον ιχνηλάτη ποιητή που από το Ιόνιο μάς βγάζει γενναία στην «απεραντοσύνη» της ύπαρξης και σε «δυο διαπόντια νησιά λησμονημένα».

 

Βιογραφικό

Ποιητής, δοκιμιογράφος κι μεταφραστής αρχαίων λυρικών. Εξέδωσε δεκατέσσερις ποιητικές συλλογές, δοκίμια και φιλολογικές μελέτες. Οι τελευταίες σχετικές εκδόσεις του είναι οι Αρχαίοι λυρικοί: Μελικοί (Εκδ. Άγρα, 2004), Συνεκδοχές . Τα ποιητικά μορφώματα μιας εποχής (Εκδ. Ίκαρος, 2010) και το Ψαλτήριον του Δαυίδ, μεταφρασθέν υπό Α. Κάλβου (Εκδ. Ίκαρος, 2011), Ο ελληνιστικός μικρόκοσμος (Εκδ. Ηριδανός, 2009), και οι ποιητικές συλλογές Χρονοδείκτες (Εκδ. Γαβριηλίδης, 2004), Γεννήτριες (Εκδ. Τυπωθήτω, 2004). Δέκατη έκτη ποιητική συλλογή: Περίακτος (Εκδ. Τυπωθήτω, 2011).
www.yannisdallas.org