[author] Του Πέτρου Γκολίτση [/author]
[…]
Το ποίημα ως ταύτιση μορφής-περιεχομένου γίνεται μια εκδοχή-προεξοχή του υπαρκτού, εκτέλεση μιας ενιαίας και μεστής ποιητικής βάσης, εκφράζοντας οργανικά και την «εσωτερική» ανάγκη του ανθρώπου-καλλιτέχνη. Ο ποιητής, που εφάπτεται με το ρηγματώδες του πραγματικού, σε λίγα και δύσκολα σημεία εκ των πραγμάτων είναι η αλήθεια (η αποκόλληση δεν πρέπει να είναι τόσο δύσκολη σε αντίθεση με ό,τι νομίζω λανθασμένα υποθέτουμε) κατορθώνει να διατηρήσει τα ανθρώπινα του χαρακτηριστικά εν μέσω και στο σύνολο της καλλιτεχνικής ισόβιας «περιπέτειας» του, απαιτώντας και «επιτυγχάνοντας» όχι μόνο την αυστηρότητα σε ζητήματα ύφους, αλλά και διατηρώντας την δυνατότητα, από ένα μεγάλο από ό,τι φαίνεται απόθεμα, μιας διαρκούς «ελαφράς» μεταβολής και μετατόπισης που εξασφαλίζει και συγκρατεί την εκάστοτε διακριτή προσωπική του σφραγίδα.
Έτσι [ο ποιητής] όχι απλά στέκεται μακριά απ’ οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως φυγή από την πραγματικότητα ή άρνηση της, αλλά απεναντίας συγκρούεται μαζί της ή εναλλακτικά εφάπτεται πάνω της. Η στάση αυτή ίσως είναι δυνατή διότι απ’ τη μια διατηρεί μια ρίζα βαθιά μέσα της, στην λεγόμενη «εξωτερική» πραγματικότητα που μεταβάλλεται, ενώ το μάτι σαν βεντούζα, με κίνηση ζωική, προσκολλάται πάνω της και την ακολουθεί στην ιστορική της κίνηση, και απ’ την άλλη κρατά μια ρίζα επίσης βαθιά, παλλόμενη, στον τόπο της αδιαμφισβήτητα έγκυρης «εσωτερικής» πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας όχι απλά του «εσωτερικού» βιώματος, αλλά του «εσωτερικού» ρυθμού, που αφομοιώνει και μετασχηματίζει, ως ο τόπος του ιδιότυπου μετασχηματισμού, το «πραγματικό» σε ποίημα.
Η ταραγμένη όμως εποχή και η ιστορία στην εκδίπλωση της, δεν κατορθώνουν ή δεν επιτρέπουν μια ουσιαστική βελτίωση, δηλαδή δεν οδηγούν σε έναν κόσμο καλύτερο. Καταλήγουν και παραμένουν τα συμβαίνοντα αποτέλεσμα της κοχλάζουσας ρηγματώδους θα λέγαμε ανθρώπινης ψυχής, όσο ποτέ άλλοτε τώρα ελεύθερης, και δεδομένου μάλιστα του ετεροπροσδιορισμού των προσώπων και της τεχνοϋλικής εξάπλωσης του τρέχοντος «πραγματικού» στα πλαίσια της αρνητικής διαλεκτικής, οδηγούμαστε στο να μην ελπίζουμε και πολλά ή τουλάχιστον να μην μας «επιτρέπεται» κάτι τέτοιο, αν βέβαια αυτό είναι και το κυρίαρχο ζητούμενο. ‘Ένα λυτρωτικό μέλλον προεξοφλείται ως κάτι το αδύνατο, φλερτάροντας στην καλύτερη περίπτωση μ’ ένα μέλλον ίσως απλά ανεκτό. Εκεί ο ποιητής ως μονάδα, αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων, στο μάταιο του μοναχικού τελικά αγώνα του, καλείται να συμπορευτεί για λίγο με λίγους ομοιοπαθούντες ομότεχνους, χρησιμοποιώντας στην περίπτωση μας την ποιητική γλώσσα, αυτό το δευτεροβάθμιο συμβολικό σύστημα, αυξάνοντας έτσι κι άλλο την απόσταση (η πρώτη ύλη, η γλώσσα, είναι ένα ήδη υπάρχον σύστημα. Κατορθώνει απ’ την άλλη όμως μέσω αυτής να διατηρεί μια απόσταση μερικής ασφαλείας απ’ το πραγματικό, που είτε συνθλίβει στην κίνηση του, είτε νεκρώνει στην έρημο του). Παίρνει επομένως μια πρώτη, διατηρήσιμη επί το πλείστον απόσταση απ’ το πραγματικό, του οποίου έχει γίνει τόπος διαρκούς ζύμωσης και γέννησης του, ως «δαιμονόπληκτος» και εκεί είναι που περιμένουμε, ας μας επιτραπεί να το πούμε, με «ανυπομονησία» το κλείσιμο κάθε ουσιαστικής ποιητικής. […]
Πρόκειται για τόπους όπου υψώνονται πάνω από την «αντικειμενική» πραγματικότητα ως δεσπόζουσες νοητικές παραστάσεις της και προεκτάσεις της, αλλά και ως προσλήψιμες ποιητικές κατασκευές, που απαιτούν τον λεπτό συντονισμό του νου και της ψυχής, ώστε να πάλλονται περισσότερες χορδές τού μετέχοντα ταυτόχρονα. Η «αντικειμενική» πραγματικότητα, αντί να αφεθεί ως dead matter στις θετικές επιστήμες, ως οργανισμός αντιδρά, συν-διαμορφώνει και συνδιαμορφώνεται στην ποίηση. Ενόσω κονταροχτυπιούνται οι θετικές επιστήμες μαζί της, αλλάζοντας ακόντια, υλικά και γωνίες κρούσης, η τέχνη τελικά ορθώνει σύνολα λειτουργικά, δεσμευμένα βέβαια απ’ τις προϋποθέσεις τους, στις συνεπείς εκφάνσεις της, σύμπαντα προσωπικά που κινούνται, άλλοτε σε σύμπλευση κι άλλοτε εναντιόδρομα απέναντι σε ένα πραγματικό που επιμένει. Ένα πραγματικό προς το οποίο η τέχνη πρέπει να τείνει, για να μην είναι μια «ιστορία» αυτιστική, μια ιστορία τελικά που αρχίζει και τελειώνει στον εαυτό της.
*****************
Ο Πέτρος Γκολίτσης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1978 όπου και ζει. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή “Η μνήμη του χαρτιού” (εκδ. Σαιξπηρικόν, 2009). Η δεύτερη συλλογή του “Το τριβείο του χρόνου” είναι υπό δημοσίευση (εκδ. Μανδραγόρας, 2013).











Το κείμενο θα έπρεπε να έχει τίτλο Ψήγματα ΑΠΟ μια ποιητική (απόπειρα) – έτσι ίσως να μπορούσα να δικαιολογήσω και τον εγκλεισμό της Ποιητικής σε εισαγωγικά.
Δεν ξέρω τι αισθητική απόλαυση μπορεί να προσφέρει -και σε ποιους- ένα τέτοιο συμπίλημα μεταφορών και αφαιρέσεων. Ίσως ως άσκηση ύφους…
Ούτε επίκαιρο, ούτε καν συζητήσιμο βρίσκω αυτό το κείμενο. Αλλά αν στόχος του κειμένου και της δημοσίευσής του ήταν να δημιουργήσει απορία και αμηχανία, σε μένα το κατάφερε – και με το παραπάνω 🙂
Όταν ένα κείμενο έχει ειρμό , μόνο
συμπίλημα δεν το λες !!
Για τα υπόλοιπα “περί ορέξεως κολοκυθόπιτα “