ηνωμένα βασίλεια
τη γηραιά καπότα από τους
εύστροφους Έλληνες λάβατε
κι αυτοί από τους Σκύθες
ηνωμένα βασίλεια
θερίσατε με κανόνια
τη φιλία και τα νιάτα
εμφύλια
ηνωμένα βασίλεια
παιδί είμαι αιώνιο
μα εσείς της φουσκοθαλασσιάς
συντρίμμια
ηνωμένα βασίλεια
βουβών προλεταρίων σας τα κατακάθια
στα μεθύσια θωπεύω
πακέτων όμηρος τουριστικών
ηνωμένα βασίλεια όπως
όπως αλείψατε με πίσσα
τον Κλαυδιανό του Ιονίου Κράτους
«αποσύρατε» τις αγχόνες και τον μπεκρή της Κύπρου ποιητή
ηνωμένα των Ολυμπιακών Αγώνων βασίλεια
εν Λονδίνω
πρώτη θέση οι διώκτες του Βύρωνα,
τράγοι και μαϊμούδες,
ο λόρδος Έλγιν,
η Καρυάτιδα κόρη πιστάγκωνα δεμένη
ηνωμένα τα βασίλεια
απάτης αγυρτείας ενίοτε κι ευλαβούς φόνου
χαίρετε αγάπης κι αιωνίου εκτιμήσεως
ηνωμένα βασίλεια μη έχοντα
στον Χρόνο κυριότητα
Κέρκυρα 27.7.12











δε θα ‘θελα μόνο την αναφορά στους ολυμπιακούς. κατά τ’ άλλα, με συγκλόνισε.
το καλοκαίρι στεγνώνει στις πολλές στροφές, όπως η σκόνη στα ποιήματα του σεφέρη. καμιά φορά και τα βεγγαλικά πονάνε και σε κάνουν να συμπονάς.
Εξαιρετικό όσο στη σύλληψη όσο και στην εκτέλεση!
Συγχαρητήρια!
O γυρισμός του (δις) ξενιτεμένου (τραγικό, 2015)
Μνήμη Γ. Σεφέρη
― “Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες”
ελπίδες ειχες, χρόνια σʼ αδικούσαν
κάτω απʼ τη σκιά του Παρθενώνα
απʼ τα 80 ως την αυγή του αιώνα
μακριά απ’ το μικρό χωριό σου.
― “Γυρεύω τον παλιό μου κήπο”
λάχανα, χόρτα τον χειμώνα
ξινά κι άλλα καρποφόρα
αυγά, κουνέλια και τα ʽζα
γάλα κατσίκας, τυριά, γιαούρτια στραγγιστά
έτσι ζούσαμε ως το ʽ70 μια χαρά.
― ”Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου”
του Αλη απʼ την Ντακα το ʽχουν νοικιασμένο
έλειψες χρόνια κι είναι καταπατημένο
απʼ τον ξάδερφο σου τον βλαμενο
εσύ βλέπεις, έφυγες για να σπουδάσεις
δεν είχες και πολλά να χάσεις
δουλειά το βράδυ, λαχαναγορά
τα μεσημέρια στην Παντειο δημοσιονομικά
― “Γυρεύω το παλιό μου σπίτι”
τʼ άλλο οι τράπεζες το πήραν
μετοχές το ʽ99, επάθαμε ζημιά
ενώ πριν όλα ήταν μια χαρά
κάτι οι σπουδές των δυο παιδιών
πέτυχαν σε ΤΕΙ εκτός Αθηνών
μείωση αποδοχών, απόλυση στην κυρά
για χρόνια άνεργη, κρίση στην αγορά.
―”Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;”
το σπίτι είναι γκρεμισμένο απʼ τον σεισμό
να κοίτα: πλίνθοι, κέραμοι ένα σωρό
και τον νότιο τοίχο τον ορφανό
ένα container φέρε με 800 ευρώ
αν θα να ʽχεις δυο δωμάτια εδώ..
―” Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;”
θα ʽναι που ʼμαι μακριά
και συ καλέ μου φίλε με βοηθάς
με την camera του laptop video τραβάς
και με το skype μεταδίδεις.
― “Παλιέ μου φίλε συλλογίσου”
δεύτερη ξενιτιά , θα συνηθίσεις
καλά πουʼ φυγες πριν την χρεοκοπία
ταξί δουλεύεις στην φιλέλληνα Αυστραλία
μείνε εκεί,
χώρα των δακρύων
η Ελλάδα μας και των ερειπίων.*
― ”Πια δεν ακούω τσιμουδιά”
λες για τον φορητό του έπαθε ζημιά
πέθανε κι ο καλός μου φίλος;
Μα τι ελπίδα πια να θρέφω
ένα χωριό, μια χώρα δεν υπάρχoυν
που η νοσταλγία μου είχε πλάσει.
*η οθόνη του pc στην Αυστραλία τρεμοπαίζει,
ακούγονται θόρυβοι, μια κραυγή κι ένας γδούπος.
Μετά σιωπή, η οθόνη δείχνει τον γαλανό ουρανό.
26.08.2012
Μου θύμησε κάτι απο Κάλβο…
Μελαγχολικός στην Αγγλία, με τα ποιήματα της νιότης γεμάτα πάθος ελευθερίας και ιερή επαναστατική ορμή. Με ύφος γλώσσας μεικτό και παράδοξο. Αρχαϊκά πρωτοποριακό.
Ίχνη μεταμοντέρνου Κάλβου…
Καλή συνέχεια.
*θύμισε