σπασμός 550 λέξεις για το ΠΟΙΕΙΝ
[…]
«σαν περιστρεφόμενοι κόκκοι στο θυελλώδες παιδομάζωμα του σπασμού άνθρωποι ζαλισμένοι απʼ την αποθυμιά μπλέκονταν σʼ αξεδιάλυτες μάζες και άμορφα συμπλέγματα, γλώσσες χωμένες σε τρύπες, τρύπες χωμένες σε κλωνάρια, δάχτυλα που σφίγγαν το δέρμα με την κουλουριασμένη ασφυξία των φιδιών, νύχια καρφωμένα όπως τα σκυλόδοντα στα πρόσωπα, χείλη αιμόφυρτα απʼ τις πρώτες εκδορές λες και είχαν μασήσει αγκαθερά κοτσάνια τριαντάφυλλου, χείλη που ρουφούσαν άλλα χείλη σαν δυο βδέλλες κολλημένες στο στόμα,
ΣΠΑΣΜΟΣ
κι έβλεπες τις μυϊκές συσπάσεις να φουσκώνουν στα σφιγμένα άκρα, τους τένοντες να προεξέχουν σαν κομμένα σύρματα, τις φλέβες πρησμένες από εσωτερικά περιδέραια, τα βλέμματα των ανθρώπων τυφλωμένα απʼ τον ιδρώτα της λαγνείας, τα βλέμματα των ανθρώπων που έχυναν τις απαρχές των δακρυσμένων οργασμών τους, κι άκουγες τα λαρυγγικά συρίγματα και τα θηριώδη βογκητά του σπασμού μαζί με οστεϊκούς τριγμούς από λυγισμένα γόνατα και αντηχήσεις κρανίων σε μετωπική τριβή και κλείδες μέσα σε λαιμούς που κυνηγούσαν τις ακαριαίες οφθαλμικές στροφές ψάχνοντας για το επόμενο όχημα του σπασμού, κι έβλεπες όλο και περισσότερους ανθρώπους να γυμνώνονται σκίζοντας τις λεπτεπίλεπτες στολές τους με το μένος ενός φιμωμένου ζώου που του ρίχνουν ωμό κρέας μες στο κλουβί του και να βουτάνε με το κεφάλι στο σύμφυρμα της κλυδωνιζόμενης σάρκας κολυμπώντας μέσα σε κλωστές ηδονικού σάλιου, όλοι τους ανάσκελα βυθισμένοι στον ιλιγγιώδη βόρβορο του γαμησιού με τα δόντια λερωμένα απʼ το δαγκωμένο μήλο και τα μέλη κηλιδωμένα απʼ τις πηχτές ροές της παρθενιάς»
[…]
«το μοναδικό που διέκοπτε αυτή την κοσμογονική σιωπή ήταν ένα λευκό κοράκι που φτεροκοπούσε πάνω απʼ την κοιμισμένη μητέρα, ανιχνεύοντας αθόρυβα τη λεία του, σαν ένας νεκρόφιλος που έχει μεταμφιεστεί σε συνοδό επικήδειας πομπής αναμένοντας την ώρα που θα σταματήσουν οι θρήνοι και θα μείνει ανενόχλητος με το ξαπλωμένο πτώμα, θʼ ανοίξει την κάσα και θα βιάσει την ανθρώπινη σορό, ένα κοράκι κατάλευκο, ερμαφρόδιτο, με πουπουλένια φτερά, με αμυγδαλωτό στόμα, λες και χαμογελούσε στωικά απέναντι στον κόσμο το κοράκι εκείνο που όρμησε ξάφνου στʼ ανοιχτά πόδια της γυναίκας κι εισχωρώντας τις δαγκάνες άρπαξε το έμβρυο, αφήνοντας πίσω έναν κρουνό αναβλυσμένο απʼ τον βρόχο της ζωής που λύθηκε, την αίδια ρεύση λουλουδιού ξεριζωμένου από τη ρίζα του,
ΣΠΑΣΜΟΣ
και πέταξε ύστερα μακριά, όπως ο κυνηγημένος δολοφόνος, κρατώντας το έμβρυο σαν ζωντανή καρδιά από την άκρη μαιευτικής λαβίδας, και διαπέρασε το εράσμιο σκιόφως της νύχτας κι άπλωσε τα φτερά πάνω στην υδάτινη κουκούλα του βυθού, ώσπου οι πρώτες ηλιαχτίδες φώτισαν τα μάτια του και οι πρώτες σταγόνες της βροχής το ανάγκασαν στο ενστικτώδες πέταγμα της νέας τροφής ενός νέου θανάτου,
αλλά, καθώς ανασηκωνόταν απʼ τη θαλάσσια κοιτίδα, ένα αυγό κίτρινο και στρογγυλό, σαν καρβέλι ψημένο στη χώρα των νάνων, επέπλεε ήδη κάτω απʼ την ουρά του,
κι απʼ το σπασμένο τσόφλι του αυγού ξεπρόβαλλαν δυο μικροσκοπικά αδέρφια που άρχισαν να κολυμπούν πιασμένα απʼ το χέρι προς την ακτή της νέας δημιουργίας,
χαράσσοντας ανάμεσα στον οριζόντιο πηλό του νερού και στις κάθετες συρμές της βροχής τα πρώτα κεφάλαια της ανθρωπογονίας, έτσι όπως αυτή παραδίδεται στα πιο σεβάσμια βιβλία μας:
εν αρχήν εποίησεν ο Σπασμός τον ουρανόν και την γην,
και είπεν εις αυτούς ενωθήτω εν μέσω Εμού,
κι εγένετο τότε βροχήν,
και ευλόγησεν αυτήν ο Σπασμός
και ενεφύσησεν την πνοήν Αυτού εις τα πρόσωπα των ανθρώπων,
και είπεν κατόπιν εις αυτούς ενωθήτω εις σάρκαν μίαν εν μέσω Εμού,
και ούτως εγένετο επί της εβδόμης ημερός της γενέσεως,
και είπεν τέλος ο Σπασμός εις αυτούς
εβαδίζομεν εκ νέου ατραπούς παραλλήλους, αυξάνεσθε και πληθύνεσθε,
και ούτως εγένετο εις το νυν και αεί»











ΑΦΥΠΝΙΣΗ
“….και βγάλαμε να διαβάσουμε τους Θησαυρούς μας : Γκιαούρ Ταρζαν , και Υπερανθρωπο και Μικρο Ήρωα (Δεν είχε βγει ακόμα ο Μπλεκ κι η Σούπερ – Κατερίνα )…”
Nosferatos
Μικρο παιδι σαν ημουνα και ηταν καλοκαιρι
παραθεριζαμε σε χαμουτζιδομερη
στης θειας μου το πανωσπιτο μεναμε επισκεπτες
αρμενηδες εμεις οι νοτιοι οικο-κλεπτες.
Ο ξαδελφος εσπουδαζε ετη πολλα
550 χιλομετρα ΒΒΑνατολικα
σ’ ενα μπαουλο ευρηκα παραλογοτεχνια
ΜΑΣΚΑ και ΜΥΣΤΗΡΙΟ και ενα δυο βιβλια
Τον Λεμυ Κοσιον γνωρισα και τις μοιραιες
συχνα ξανθες με μιζανπλι γκομενες ωραιες
Το ‘να βιβλιο ηταν η ωραια του περαν
ρομαντζο για κοριτσια τωρα στο υπερπεραν
Το δευτερο ηταν δυο best seller σε ενα
ζορικα θεματα μα ελκυστικα φαινονταν σε μενα
κελλι 2455 , μπροστα στην δικαιοσυνη
του Καρυλ Τσεσσμαν αιωνια του η μνημη.
ο θανατοποινιτης εγραφε για 12 χρονακια
4 διηγηματα αυτοβιογραφικα
τα 2 γυριστηκαν κινηματογραφικα.
Να μην τα πολυλεω ο καθυστερημενος
κατι σκιρτησε μεσα μου, το εσωρουχο ετεντωθη
οταν επροβληθηκαν της Ζ. Λασκαρη τα καλλη εθαμπωθην
στο τεντωμενο το πανι του υπαιθριου καφενειου
(ως τοτε δεν καταλαβαινα μεσα στην αμαθησια μου
το ενδιαφερον μου για στηθοσχισμες και γυναικειες γοβες
τα δακτυλα που προβαλλαν, τα μυτερα τακουνια που χαλαγαν το πατωμα με βερνικι διαρκειας)
Τοτε λοιπον στα ξαφνικα τα βασανα αρχινησαν
και οπως προβλεπω δυστυχως ποιουμε ωρε την νησσαν
ισχυριζομενοι οτι πανε αυτα περασαν
ο Ζιγκμουντ τα’ χε πει μα αυτοι λες τα ξεχασαν
ομως ισχυει ευτυχως και σ’ αυτους οπου γερασαν…..
ΥΓ ποιηματιδιον παλιμπαιδιζον, νεο-δημωδες
ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΔΥΟ ΑΣΤΕΡΩΝ-2
Ποιητρια δυο αστερων
συνεγραψε εις των Αφωτιστων
τεως Ελληνων μα τωρα Φιλελληνων,
πριν δεκαεπτα μηνακια,
γελανε τα κορακια
πετωντας κανοντας κυκλακια,
πανω απο την Πανεπιστημιου
την Κοραη ως την Σταδιου
για τις ακαδημαϊκες περγαμηνες
βρωμανε ουρια, πτωμαϊνη
ως που να βρουν …γαληνη
Το συγκεκριμένο βιβλίο μου το έκανε δώρο η κ. Μαρία Ιωάννου (Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας – Εκδόσεις Γαβριηλίδη) προτρέποντας με να το διαβάσω. Πράγματι, πανέμορφο δείγμα γραφής, μακριά από πατρίδες, χώρους, χρόνους, μνημόσυνα και παραπέμψεις, παρά μονάχα αγνού ουμανισμού, δημιουργίας κι άφεσης. Παραληρηματική γραφή μεταξύ του Γυμνού γεύματος (William S. Burroughs) και του Θαυμαστού καινούριο κόσμου (A. Huxley), με ποιητικότητα και μέτρο. Ο κ. Τανούδης μπαίνει σε βαθιά νερά (ύφους – γλώσσας – θεματολογίας) και φαίνετε να τα καταφέρνει περίφημα. Σας εύχομαι ολόψυχα καλή συνέχεια.