ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΗΣ ΜΑΛΕΝΑΣ
Malena tiene pena de bandoneón
Homero Manzi
Γλυκόνειρα μεστώσαν * νερά και συνιστώσες
μαγδαληνών χασμάτων * και ξέχωροι χοροί·
με ξόβεργες ορμήσαν * των τακουνιών οι τόσες
ντοπιολαλιές νʼ αρθρώσουν * σιωπή ευρύχωρη.
Το τάνγκο, de profundis * εκφώνημα μιάς μάζας
παθών παρεστιγμένων, * τονίζει ηδυπαθώς
τη βιάση που τυλίγει * σε μιά λωρίδα γάζας
τη λίγη στόχασή μας * να γίνεσαι παθός.
Με φεγγαρίσια νέον * μπαντονεόν διαβάζει
τα βήματα του ζεύγους * που ʼναι σπουργίτια απτά·
και σέρνουν οι σεντάδες * καθέτως το μαράζι
σε τρίγωνα ορθογώνια * και αενάως συναπτά.
Τα οχτάρια καρτεράνε * στη μέση μεινεσμένα·
κι αν έσβησε, όμως λάμπει * σπιθαμιαίος σπινθήρ·
στις βάρκες των ματιών μου * θα τραγουδά η Μαλένα
κρατώντας λαγουδέρα * hasta el día del morir…
ΤΑΝΓΚΟΣΟΝΕΤΤΟ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΑ ΔΕΒΒΩΡΑ ΜΙΡΑΔΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΒΕΓΙΑΝΕΔΑ
Λαιμό είχε σαν λειμώνα γαρυφάλλων·
να τον δαγκώσεις ήθελες, να δώσεις
στις φλέβες του θηλειές βρυγμών, και μάλλον
οσμώσεις μυστικές, που εντός σου ενόσεις,
να ενώσεις με κυλίνδρων εκκενώσεις
επάνω σʼ ένα κάλλος πάντα θάλλον:
με σύμπασες τις βρώσεις και τις πόσεις
που τρέφουν των ορμών το περιβάλλον.
Γυμνή στην κλίνη σαν μεγάλο ανθάκι
υμνεί, καλλύνει μιʼ απαλήν αιώρα
που εντείνει ή λύνει ερώτων γαϊτανάκι,
και γιαταγάνια απλώνει ηλεκτροφόρα.
Σʼ το λέει κι αλλούθε ο Λόρκα – στο στιχάκι:
Esta luz, este fuego que devora.
Η ΡΟΒΕΡΤΑ ΧΟΡΕΥΕΙ ΤΑΝΓΚΟ
ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΧΟΡΕΥΕΙ
Inmóvil en la luz, pero danzante
OCTAVIO PAZ
Σαν καθαρτήριο πυρ μες στο μυστήριο
ταξίδι των παλμών τού τάνγκο απλώνει η
Ροβέρτα το κορμί της, κι είνʼ αμόνι,
όπου σφυρηλατείται το ελιξήριο
τής μέσα μας χαράς με το δραστήριο
παιχνίδι των ποδιών που ανανεώνει
στιγμή με τη στιγμή ό,τι φαρμακώνει
των ματαιώσεων το δηλητήριο.
Και σαν σιγήσουν των ρυθμών τα σκεύη,
μαυρειδερό είναι φως πια· μα την κοιτάς
και ακίνητη θαρρείς αυτή χορεύει
ακόμα, σάρκινη και οστέινη σβούρα
που (με τα λόγια του Οκτάβιο Πας)
vuelve a ser agua y tierra oscura.
ΚΙ ΕΔΩ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΒΙΡΑ ΚΙΡΟΓΑ
ΠΟΥ ΧΟΡΕΥΕΙ ΤΑΝΓΚΟ
ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΩΓΗ ΕΝΟΣ ΓΑΛΛΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ
Les valeurs du quotidien silencieux
ROLAND BARTHES
Συγκρότηση μνημών τη σπρώχνει στο προσκήνιο·
την στήνουν εκβλαστήσεις του ασυνειδήτου,
και πλαστικά διαβήματα φωνής αρρήτου
για διάδημα τής φέρνουνε μιά στρώση μίνιο.
Τις ενορμητικές των φρένων καταιγίδες
τρενάρουν ψυχικές λαλιές και ταλαντεύσεις,
μιάς κι ενυπόστατο επιποθείς νʼ αγρεύσεις
διανόημα σε λιβιδινικές κοιτίδες.
Και μόλις έχει απορρυθμίσει τις σακάδες,
το fact (ως όλως ξένον) γίνεται factitious
σε σύγκρουση ή και συμπαιγνία με ολκούς σκυλίσιους
μες στων σβησμένων υλακών τις συμπληγάδες.
Των ενορμήσεων τα ουρακάν με φίνα
σαρώνουν πόδια την τροχιά της στην ορχήστρα
και μπουσουλάν οι κλονισμοί κροτώντας σείστρα
των αξιών που αρθρώνουν τη βουβή ρουτίνα.
ΤΑΝΓΚΟΣΟΝΕΤΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΡΑΣΟΝ
Μʼ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΓΚΟΝΓΚΟΡΑ,
ΧΡΥΣΟΥ ΗΓΕΜΟΝΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Βεγγαλικά σαρκώδη αντί για χείλη
και μέγγενες στοχαστικές στα μάτια
της Κορασόν, και παν καβάλα σε άτια
να βρουν φυλάκια ανάλογα στο δείλι.
Μιά στήλη φιλντισένια γιʼ αντιστύλι
ροπών με εικοσιτέσσερα καράτια
χρυσής χαράς τα ορχηστρικά κομμάτια
που σπάζει η Κορασόν για να μας στείλει.
Στο σπήλαιο που το ροδαλό βουίζει
ποτάμι, επείγεται ένας χειμαρρώδης
ρυθμός μπαντονεόν και υπερχειλίζει
en tierra, en humo, en polvo, en sombra, en nada:
το τίποτα αν διαλέξεις, η γαιώδης
καρδιά στο τάνγκο ξαναγρεύει ικμάδα.
ΕΝΑ ΤΑΝΓΚΟΣΟΝΕΤΤΟ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΝΗ ΚΟΝΣΟΥΕΛΟ ΡΙΝΚΟΝ,
ΜΟΥΣΑ ΕΥΦΑΝΤΑΣΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Στις χαύνες κόγχες της τσιμπάνε
πουλιά, που αντί φτερά ανεμίζουν
φωλιές, κι οι φύλακες νομίζουν
το βάθος των θαυμάτων θά ʼναι
σε λάκκους-θύλακους, και σπάνε
τα αιρετικά ρητά, ως σαλπίζουν
ατέρμονα ό,τι γαλβανίζουν
με αρμόνικες που φτερακάνε.
Κυλινδρικές μες στο καμίνι
μασάει φωτιές η Κονσουέλο
που ʼχει αναμμένο και καλλύνει
με ασετυλίνες το μπορντέλο
προβάροντας στου νου την κλίνη
το τυρκουάζ της Δάφνης βέλο.
ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΗΣ ΑΜΕΛΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΚΑΜΕΛΙΕΣ
Μηνίσκος ρόδων χαίνει στην αύρα της φιγούρας
και πτητική μιʼ αρμύρα στην πλώρη του ματιού·
νωπό πιό ʼκεί μαχαίρι σαν έντρομο δαιμόνιο
το κάλλος μουσηγέτης με γόβες ξιφουλκεί.
Τα δόντια της καμέλιες στυγνοί μελισσοκόμοι
τρυγάνε τʼ άσπρα θάμβη στοιχείων ανοιχτών
κι οι νύχτες αδηφάγες τσακίζονται στα βράχια
που χάσαν τις στροφές τους στου τάνγκο το Θαβώρ.
Καπνώδες το λιμάνι λυμαίνεται το μαύρο·
μη με λησμόνει κρώζει ο εύφλεκτος αητός·
την ύλη των ερώτων με της ανθύλης γκέμια
αλλόφρων τιθασσεύει ο τρυφερός σπασμός.
Τις στρόφιγκες φορτίζουν του πάθους πιρουέττες
κι αδειάζουν περιστέρια των πόθων σουβενίρ·
ηλιόλουστος ο κρίνος τα μύρα σοβατίζει
που σπέρνει η δόνια Αμέλια στʼ αμόνια των βιολιών.
Και μες στους ίσιους θόλους διαπρύσιος κήρυξ βγαίνει
ανωφερής ο σύσκιος της λάμας αδελφός
που λάμνει κι όλο λάμπει λες κι είναι πάλι νά ʼμπει
να σκιάξει το πηγάδι να πλημμυρίσει φως.
Μες στην κυψέλη θέλει το θάλλος νʼ αγορεύσει
με αργόρευστη φινέτσα μπαντονεόν παστέλ
να βάλει την Αμέλια στο μέλος του Πιασσόλα
να γίνει μιά και δύο γαρδέλι του Γαρδέλ.
ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΟΥ ΤΑΝΓΚΟ
Τις μέσες σπάζουν, λες ελαστικοί καθρέφτες,
και λάθρα γίνονται είδωλα θρυμματισμένα
στα χέρια των αντρών τους που ʼνʼ μικρά γεράκια
και ξεφυσάνε ορμές στο πάλκο του αλμασέν.
Τα πόδια τους κλωτσούν τους εκκρεμείς ανέμους
και τρίγωνα ορθογώνια υψώνονται με κρέμες
πυθαγορείου θεωρήματος, κι είνʼ σάρκες
δυνάμει αγγέλων υποτείνουσες παλμούς.
Δονούν τα οχτάρια του χορού σαν τα λοστάρια
που κρύβονται σε τσέρκια μέσα εν συμπτύξει
σαν μιά μιλόνγκα που πάει να χιμίξει πέρα,
πιο πέρα απʼ όσο ήδη πάνε τα αιλουροειδή.
Στο τέλος θα μονιάσει στα πλεκτά τους σκέλη
το φίδι που εναβρύνεται άγρυπνο στο τάνγκο
και στην αργή υγρασία φιλάργυρο θα βιώσει
πώς στίλβουν οι αύρες των αβρών τους θησαυρών.











Αντί σχολίου
Στον φίλο μου Γιώργο Κεντρωτή
Κουκλίτσα του ζιγκολό
(Muňeca brava )
Florida 4/10/01
Κλέφτης φεύγει ο χρόνος κρυφά
μα αφήνει σημάδια στην όψη.
Άτι τρέχει η νιότη γοργά
προσπαθώντας να βρει την χαρά.
Κʼέρχεσαι συ ιέρια της νύκτας
Κουκλίτσα λάγνα της φύσης θαύμα.
Δίνεσαι συ , παιχνίδι ευκαιρίας.
Δίνεσαι συ, παιχνίδι απʼ τα φθηνά.
Είναι η ζωή σου πιοτό της λήθης
Είναι η ψυχή σου, μιά δόση λύπης
Εινʼτο κορμί σου αιτία φόνου
η υπαρξή σου στιγμή του χρόνου.
Και καθώς φεύγεις κουλκίτσα λάγνα
ήδη έχεις χάσει την άνοιξη σου.
Και όπως μας γνέφεις κουκλίτσα λάγνα
σου τρέχει κάποιο δάκρυ απʼ τʼακριβά
Νύκτας γιός ζιγκολό σε κρατά
δίχως οίκτο την αγάπη πουλάει
κι καρδιά σου με ψέμα μεθά
το συναίσθημα πρόωρα γερνά.
Και μένεις συ κομπόδεμα της πίκρας
κουκλίτσα λάγνα της φύσης θαύμα.
Γίνεσαι συ, ʽαγιασμα αμαρτίας.
Γίνεσαι συ, πρόσφορο σατανά.
Έχω διαβάσει Νερούδα μεταφρασμένο από τον κο Κεντρωτή και μερικές άλλες μεταφράσεις του. Μολονότι η δουλειά του κρίνεται αξιόλογη και προσεγμένη, δεν μπορώ να αγνοήσω ορισμένες καταφανείς γλωσσικές εξάρσεις. Ισπανικά δεν γνωρίζω, αλλά όπως και να έχει το “Lunar,solar,ardiente y frio,repentino Dormido en la garganta de las afortunadas…” να μεταφράζεται ως “Φεγγαρίσιος,ηλιοτραφής,περίκαυστος και μπουζιασμένος εγώ
αποκοιμιέμαι τον νήδυμο” μού φαίνεται υπερβολικό. Πολλώ δε μάλλον όταν φίλοι μου γνώστες της γλώσσας μού επιβεβαιώνουν ότι ο Νερούδα είναι πολύ πιο απλός και λιτός.
Το ίδιο, λοιπόν, ξεχειλωμένη μού φαίνεται και αυτή η απόπειρα.
Με εκτίμηση.
Καλοί μου φίλοι και φίλοι της ποίησης, σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον που δείχνετε στα “φτιαξίματά” μου. Και, βεβαίως, ευχαριστώ από καρδιάς το πάντοτε φιλόξενο και πάντοτε ανεκτικό ΠΟΙΕΙΝ.
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων τα κείμενα που δημοσιεύονται εδώ δεν είναι μεταφράσματα, αλλά πρωτότυπα. Το γράφω όχι επειδή έχει (για εμένα τουλάχιστον) κάποια διαφορά, αλλά για χάρη της ακριβείας. Και πάλι ευχαριστώ πολύ.
Αγαπητέ Ποιηματία, θα μπορούσα να κατανοήσω, χωρίς να συμφωνώ απαραίτητα, τις αντιρρήσεις σας για τις μεταφράσεις του Νερούδα, ως μία διαφορετική αντίληψη που έχει ο καθένας για τη μετάφραση. Ασφαλώς ο κ. Κεντρωτής έχει τη δική του, την προτείνει και την υπερασπίζεται.
Δεν θα συμφωνήσω με τον χαρακτηρισμό σας ξεχειλωμένη και πολύ περισσότερο “απόπειρα”.
Στο ξεχειλωμένη θα ταίριαζε το “ξέχειλη” από γλωσσικό πλούτο που μπορεί να προσφέρει μια ευφορία (εμένα τουλάχιστον μου την προσφέρει).
Όσο για το “απόπειρα” δε νομίζετε ότι ο κ. Κεντρωτής έχει περάσει εδώ και δεκαετίες το στάδιο που κανείς κάνει απόπειρες; Τουλάχιστον έχει καταθέσει ένα τεράστιο έργο σε όγκο, έρευνα και ποιότητα και φυσικά όχι ως ποιηματίας
Φίλε Αλέξανδρε,
Έχετε δίκιο, το “απόπειρα” ήταν μια άστοχη τοποθέτηση. Εκτιμώ το έργο του κου Κεντρωτή, χωρίς φυσικά να χρειάζεται κάτι τέτοιο, εφόσον απολαμβάνει την εκτίμηση των περισσοτέρων. Ωστόσο, και προφανώς, εμμένω στην άποψή μου, την οποίαν παραδέχομαι ότι θα μπορούσα να εκφράσω πιο λεπτά.
Φιλικά:)