ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΓΑΜΟ

Πήγα στο γάμο του
ποταμού και της θάλασσας
ο ιερέας ευχήθηκε όταν
μαλώνουν να ηρεμούν γρήγορα
κουμπάροι μπήκαν μια νεαρή
τρικυμία ένας καταρράκτης
το ιδρωμένο του γαμπρού
σκούπιζε μέτωπο
κι ήταν κόσμος πολύς
μαούνες και φορτηγίδες
που κουβαλούν απʼ τα βουνά
λικέρ και τʼ αποστάγματα
κι ήταν κόσμος πολύς
ήρθε και μια βιομηχανική
επανάσταση
χάρισε στον ποταμό
ένα τεράστιο φράγμα
στη θάλασσα ένα πετρελαιοφόρο
που ναυάγησε
Ήρθαν και οι πνιγμένοι
όσοι δεν ήξεραν κολύμπι
ναύτες που αγνοούνταν έτη
πολλά και ολόκληρα
ετούτοι πήραν δικαιωματικά
τις καλύτερες θέσεις στη
δεξίωση
Ήρθε και κάποιος Μωυσής
με την αδελφή του και το
καλάθι του
οι Εβραίοι που διέσχισαν την
Ερυθρά
και οι Έλληνες κατεξοχήν λαός
ναυτικός που ταξίδευαν κατʼ
εμπορίαν και κατά μάθησιν
και οι ανταγωνιστές τους
Φοίνικες που πούλαγαν
τα γυαλικά και την πορφύρα
και που χάθηκαν
και βέβαια οι λαοί της θάλασσας
όλοι όσοι είχαν κάποια
σχέση με το ζευγάρι και οι
άσχετοι
από το αλφάβητο ήρθε το
δέλτα κι όταν έπεσε η νύχτα
γέμισαν τον ουρανό οι Κινέζοι
άστρα βεγγαλικά
και πυροτεχνήματα
κι οι καλοί ποιητές που
ψάλλουν τα τρία στοιχεία του
κόσμου τον ουρανό τη γη
και τη θάλασσα
χάρισαν στίχους με μέτρο
κι ανομοιοκατάληκτους
ήρθαν κι οι εστιάτορες με τις
ποδιές τους και τα λαδολέμονα
και οι Άγγλοι με τους καμβάδες
τις θαλασσογραφίες τους
ο μεγάλος ζωγράφος
Τέρνερ έφτασε
κι ύστερα αφού έφυγαν όλοι
ανοίχτηκαν τα δώρα
δώρα που πήραν οι καλεσμένοι
στους δικούς τους γάμους και
άλλα πολλά ολοκαίνουρια

***

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Κολυμπούσα βαθιά στʼ
αμίλητα νερά και δίπλα μου
χελώνα γριά αλλά χωρίς
την προστυχιά των γέρων
έκαμνε χώρο για να
περάσω στην επόμενη ηλικία
χωρίς δυσκολία για να ξεχάσω
κι είχα σημάδια πάνω μου
από δόντια τις απογοητεύσεις
που είναι συνεχείς
απʼ τον καιρό που εμφανίστηκαν
οι πρώτοι όρθιοι άνθρωποι
καμωμένοι για να πολεμούν
για όσα κατέχει ο καθένας
και για όσα φαντάζεται
ο καθένας
παλεύουν μεταξύ τους κι οι
σκιές τους μέχρι που να
τρυγηθούν όλες οι ελιές και
το λάδι τους να τελειώσει αυτό
που ανάβει τις φωνακλάδικες
φωτιές και τις καύτρες
μέχρι που να χαλάσουν
τα τσακμάκια τους θα καίει
ο ένας το σπίτι του άλλου
τα άχυρα και τα ξύλα και
το όρθιο μπετόν
κι αν αυτό συμβεί δεν θα
τελειώσει ο θυμός τους
θα ταξιδέψουν σε άλλα μέρη
για να μεταδώσουν την
αρρώστια τους σε όποιον βρουν
θα ζέψουν τα ζώα τα μεγάλα
μέχρι και τα ζουζούνια θα
σελώσουν και την πεταλούδα
θα γδάρουν και τη μέλισσα
θʼ αρμέξουν και την
πασχαλίτσα θα σφάξουν
μήπως και βρουν την
παντέρημη ησυχία
μέχρι την κορυφή του κεφαλιού
της γης και μέχρι τις πατούσες
της και τη ζώνη που φορά
στη μέση της θα φτάσουν
μόνοι τους και με αρμάδες
με τις τουρμπίνες και με τα
κουπιά
γιατί οτιδήποτε υπάρχει
θα κατοικηθεί
γιατί οτιδήποτε αντιστέκεται
θα κατανικηθεί
κι ο φόβος θα πνέει για πάντα
είπε η χελώνα παντού και πάντα
αρκεί εμείς να βρισκόμαστε
πάντα τρέχοντας πάντα
λαχανιασμένοι
στην επόμενη στιγμή