ΑΜΒΩΝ ΑΙΓΑΙΟΥ

Αναδύονται λόγοι Δευτέρας Παρουσίας από
κόκκινο και γκρίζο τραχείτη
Κόκκοι άλατος διεισδύοντας αρμό τον αρμό
Συστοιχίες παραθύρων και άλλες ιχνογραφίες
Όπως συλλαμβάνουμε αναστεναγμούς
Αυτή η λιτανεία αναρριχάται
μέχρι τα θεμέλια των προμαχώνων
Κι απέ η περιτοίχιση μιας νεφέλης
ως την έπαρση του ιστού
Όλα, από μελάνι οίνου σημειώνονται σε κυανόλευκο
Με τα περιθώρια να έχουν βαφτιστεί
στην αίσθηση του χάους
Ότι περνάει, ανεξάρτητα απ΄ το χάρισμα της μνήμης,
καθαρογράφεται με λιόφυλλα σε μόλυβδο εδώ
Κι΄ ύστερα οι ερημιές τους φτεροκοπούν,
ενώ αργοπλέουν
Ενταύθα με κάθε γιατί
ο τόπος γίνεται βαρύτερος
Μήθυμνα

 

ΓΗ ΝΩΔ

Και εξήλθεν ο Κάϊν από προσώπου
του Κυρίου, και κατώκησεν εν τη γη Νωδ,
προς ανατολάς της Εδέμ.
Γένεσις, κεφ. δ΄, 16

 

Όχι,
δεν υπάρχει σύρραξη
χωρίς νικητή
Αλλά συχνά παρεισδύουν ταχυδακτυλουργίες στην
ομίχλη των ηττημένων
Κάτι σαν παρηγοριά στο χάος της αδυναμίας
Αίφνης, υποτιμώντας τα κέρδη της νίκης,
επενδύεις στην ανακούφιση της ήττας
Σα να φορτώνεσαι κάτι απ΄ το βάρος του θριάμβου
Σα να ποτίζεις τη συντριβή σου στη
σκιά του αλλότριου
Όπως η κατσαρίδα σε μια βρώμικη κουζίνα
Πράγμα που δημιουργεί παραισθήσεις ισότητας
Μόνο για τους νεκρούς δεν υπάρχουν νικητές
Κι είναι το χρέος τους, που υφαρπάζεται
παραγραφόμενο

 

ΣΦΟΔΡΟΣ ΕΡΩΣ

 
Κάθε απώλεια αιμορραγεί επαγγελίες
Ριπίδια ανέμου καθώς ανάβουν τις φυλλωσιές
Κύματα, ενώ αναπλέουν την εποχή
Εξισώσεις καθώς πελαγοδρομούν στις
αφορμές τους
Συλλαβές από ψυχή
Να τις αλέθουμε στο στόμα

 

ΣΑΝ ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ

 
Τη νύχτα σηκώθηκε, πήρε σφυρί, διάλεξε λέξεις αιχμηρές
κι΄ άρχισε να καταδίδει
< < Να τελειώνουμε, να τελειώνουμε.>>, άκουγε κάτι
οπαδούς από πίσω να ουρλιάζουν
Και κάρφωνε, κι΄ έκοβε, ώσπου τ΄ ασπροσέντονα
γινήκανε πορφύρες
Το πρωί τον βρήκε τσακισμένο απ΄ τον πόνο,
άσπρο απ΄ την αιματοχυσία
Τόσα δάκτυλα χαμένα
Δίχως την αφή να προστρέχει στους λαβύρινθους,
σε σβήνουν τα παλιά και τα καινούργια
προσπερνάνε

 

ΘΥΛΑΚΑΣ ΗΠΕΙΡΩΝ

 
Μεσημέρι και κάποιες Αφρικές ξεπουλάνε στην πλατεία
Ανάμεσα στα χρώματα συνωθούνται μύριοι
Ένα κοινό εξ΄ Ευρώπης και Ασίας μπροστά στην
αγωνία των χορευτών
Η σκηνή, σαν ίχνη λαβύρινθου επί σινδόνης
Ως το ρουθούνι του Μετρό απλωμένη η ήπειρος
Και πλάι ηχούν τα χάλκινα μιας φανφάρας με ρυθμούς
βαλκανικής, κι΄ από Νέα Ορλεάνη, κι  από παραλιακή,
κι από κείνο κει το μπαρ του Δουβλίνου με τον
τρελό μπάρμαν εκ Θεσσαλονίκης· πρώην μαρκόνι
Μια νέα συνθήκη προσπαθεί εδώ με
ορθοστασία και προσμονή
Έχουν σταθεί ακόμα και οι κυκλωτικές κινήσεις των
καφενείων και η κίτρινη αρρώστια των ταξί
Στάθηκε περίεργος και ο ήλιος να δει την πλημμυρίδα· ότι,
αιμορραγεί ένας αιφνιδιασμός επί
του μετώπου της ζωής
Αθήνα. Πλατεία Βικτωρίας

 

 

ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ ΓΙΑ ΒΑΛΣ

στη Λεία Χατζοπούλου Καραβία

 
Το σπίτι βγήκε στο δρόμο να μας προϋπαντήσει
Εικόνες από ορθάνοιχτα πορτοπαράθυρα όπως αιωρείται η
μνήμη στη στέρεα χημεία της
Ή μήπως έτσι υποδύονται εδώ· χειρονομίες, και
λέξεις, και γέλια, και παραμύθια
Κι όταν οι ίσκιοι εγκαθίστανται στο φως, σ΄ ένα
τρίτο βήμα θα ξεγλιστρήσουμε
Φίλοι, σκυλιά, ιδέες, στροβιλιζόμαστε στην πλατεία
Όπου θα φανταστούμε σκηνικές παρουσίες από
τας νήσους του Φιλίππου έως την Αρκτική
Θάλασσες πάντως
Αι Αθήναι, ως ενδιάμεσος σταθμός, μόνο έτσι
μπορούν να συντρίψουν το Αυγουστιάτικο τσιμέντο
Ενώπιον παραστάσεων του κόσμου καθώς
ολισθαίνουν στις γραμμές του τραμ
Αγγίζουμε τα θαύματα ενός κοριτσιού όταν αυτό
προσποιείται τη γυναίκα
Αδιαφορώντας,
αν η κριτική των τραπεζοκαθισμάτων από γύρω
ζυγιάζει με δράμια ακινησίας

 

ΜΕΛΕΤΩΝΤΑΣ JAZZ
στον ποιητή Γιάννη Σκληβανιώτη

 
Απ΄ το μονόλογο του ποδηλάτη
πηγάζει μια γεωμετρία
Οφθαλμός έτοιμος ν΄ αντισταθεί στη
θλίψη του οδοστρώματος
Συνομιλούμε μ΄ ένα ταξίδι στα μύχια
Απ΄ τη ψυχή του Ελικώνα κι΄ ως την ανατολική
κορδιλιέρα του Αιγαίου
Πορεία βυθού, όπως αναδύεται στα λιόδενδρα η
φλυαρία ανέμων και κυμάτων
Ενίοτε με σιωπές, λόγω διεργασίας
Άλλοτε με ηφαίστεια, σαν αποκάλυψη
Μια μοιρασιά του μέλλοντος καθώς
η ελπίδα προσμένει την
αποκαθήλωση της
Πόσες πραγματικότητες σταυρώνουν το λόγο μας
Καρφιά απ΄ την επόμενη αλήθεια ενός
επερχόμενου ψέματος