Δ έ Κ Α Λ Ε Π Τ ά Μ ι ᾶ Σ Κ Υ Ρ Ι Α Κ ῆ Σ

 

Δέκα λεπτά μιᾶς Κυριακῆς
σάν μιά προκήρυξη φιλόδοξου θανάτου·
γδαρμένη -κοίτα- τήν ζωή μας
πού γέρνει καί γερνάει
μέ ὑπερήλικα νά μοιάζει προσμονή
πού πάνω ἀπ’ τήν ματαίωση
καρτερικά ἰσόβια θά σκύβει.

 
Δέκα λεπτά μιᾶς Κυριακῆς
ἐδῶ -μέ χρόνιο σημάδι ἀϋπνίας·
ὄχι, δέν πάψαμε ποτέ
ἀκόμα διακαῶς τά συντηροῦμε
τά χαμομήλια στίς λιπόσαρκες αὐλές
μ’ αὐτόν τόν πόνο πού ξυπνοῦν
τά παιδικά τραγούδια μας.

 
Δέκα λεπτά μιᾶς Κυριακῆς
μᾶς ἄλλαξαν θεό καί δέν τό βλέπεις·
μέ διαφημίσεις ὀμορφιᾶς
καί τόσες λύσεις εὐτυχίας
οἱ μέρες πιά στήν μοναξιά
σεντόνι μαῦρο καί διπλό
τῆς στρώνουν χάμω νά κοιμᾶται.

κι ἐσύ -ἡ θλίψη ἐργαζόμενης Δευτέρας·
γιατί λυπᾶσαι; Μή μοῦ λές
καί τῆς φωνῆς μας ἡ τρεμάμενη ἐρημιά
δέν ἔχει μπράτσο γιά νά πιάσει
-πέφτει σάν ἄγονη σιωπή
ξεσπάει πάνω στούς καθρέφτες.

 
Δέκα λεπτά μιᾶς Κυριακῆς
καί ὑστερόγραφο πώς φεύγεις·
ποιό πάθος μέσα μας παλιό
ἀπόψε ξαγρυπνᾶ καί μᾶς ἱδρώνει
κι αὐτός στό σῶμα ὁ πυρετός
ἀπό τά μάτια μας κυλᾶ
κι ἐπίμονα ἀρνεῖται νά κοπάσει.

 
Δέκα λεπτά μιᾶς Κυριακῆς
κι ὅσο σέ βρίσκω θά μέ χάνω·
γδαρμένη -κοίτα- τήν ζωή μας
πόσο δική μας τελικά;
Ἐδῶ -μέ χρόνιο σημάδι ἀϋπνίας
σάν κάποια πιθανότητα νά ἔρθεις
πού ἀγάπησε πιστά ἡ δυσκολία.

 
Δέκα λεπτά μιᾶς Κυριακῆς
καί στίς εἰδήσεις γεγονός ὁ θάνατός σου.

 

 

 

 

Ν Ε Κ Ρ ώ Σ Ι Μ Ο Σ Α Ν Α Κ Ο Λ Ο Υ Θ ί Α
 

Ἀσυνεπής ὁ θάνατος νά ἦταν…

Νά μή σέ μάζευε νωρίς ἀπ’ τίς ἀλάνες.

Τήν ὥρα ἐκείνη τήν στερνή νά μή σέ ἔπαιρνε

πού ζύγιζες στά ἐφηβικά τά χέρια σου

ἑνός παράλογου ἔρωτος τό καθαρό τό βάρος.

Νά μή σέ ἔβρισκε ἀσήμαντο, σκυφτό

ἀπό τούς κήπους τῶν λυγμῶν νά κόβεις παπαρούνες.

Ὄρθιος νά ἤσουν καί τυφλός

στήν ἔξοδο κινδύνου νά περίμενες

χωρίς θυμό, χωρίς γιατί μέ σαπισμένες τίς ἐλπίδες.

Ἀσυνεπής ὁ θάνατος καί τό μαζί νά μήν ἀργοῦσε…

Γι’ αὐτήν τήν ἄσπονδη τήν φρίκη

πού τό ποτέ ξανά ἀπ’ τά μαλλιά τό σέρνει

ἀνυποψίαστα μακάρι καί νά ζοῦσες.

Τήν πιό γεμάτη σου στιγμή νά μή σημάδευε

καί μ’ ἕνα ὥς ἐδῶ πικρά τήν ἀποτελείωνε.

Σάν ἀπόηχο ξερό νά μή σέ ἐγκατέλειπε

πάνω στό τραγούδι σου τό πιό ἀγαπημένο.

Ὄχι. Στήν ἀπόγνωση νά μήν χρειαζόταν

τόσο τρυφερά νά ἐντρυφήσεις.

Ἀσυνεπής ὁ θάνατος σάν καθυστερημένη ἄνοιξη νά ἦταν…

 

Στόν φόβο του νά μή λογοδοτοῦσες·

Ἀπό τό ὄνειρο παιδί νά μή σέ σχόλαζε

νά μή σέ ἔσερνε μεσάνυχτα στό τέλος.

Τέτοια ἀποσύνθεση συναισθηματική μέ μιᾶς νά σταματοῦσε.

Ἕναν παραθαλάσσιο οὐρανό μόνο ν’ ἀτένιζες·

κι αὐτόν μέ βεβαιότητα ἄσε με

παράδεισο ἀμφίβολο νά σοῦ τόν πῶ

ἀφοῦ τά λυπημένα σου φτερά

τόπο δέν βρῆκαν ν’ ἁπλωθοῦν καί νά πετάξουν.

Ἀσυνεπής ὁ θάνατος νά ἦταν…

Χαράματα νά μή σέ φώναζε μέ ἀσθενοφόρου σειρῆνα

καί σκουριασμένο αἷμα στίς φλέβες·

σ’ αὐτήν τήν ἄτυχη σκηνή

τό ὄνομά σου τό μικρό νά τό ξεχνοῦσε

νά μήν τόν ἄκουγες, νά γύριζες τήν πλάτη.

Ξημερώματα στόν θεό νά μή σέ πήγαινε

πού εἶναι κλειστά καί δέν μιλοῦν τά παραμύθια

καί μ’ ἕνα φύσημα ἁπλό

ἀνοίγουνε διάπλατα οἱ κλειστοφοβικοί μας πόθοι.

Μέ σένα, τουλάχιστον, ὁ θάνατος

ἐπιεικής ἄς ἦταν…

Κι ἐσύ στό πλάι μου -ἐδῶ

τήν προσοχή μου, ὅπως παλιά, νά ἀπαιτοῦσες

 

Η Μ Π Λ Ο ύ Ζ Α

 

Ἄστεγη παραμένει ἀκόμα

ἐκείνη ἡ μπλούζα σου ἡ φαρδιά ἡ πολυφορεμένη

πού κάποτε ἐρωτικά στό κορμί σου κατοικοῦσε

ἀνίδεη γιά ὅρους, συμβόλαια καί ἐξώσεις

ἀπό τά πάθη σου πιό δυνατή

ἀπ’ τήν ἀγάπη σου πιό ξεθωριασμένη…

Ἀμήχανα τώρα σέ μιάν ἄκρη

σάν ἀπό τό τίποτα κρεμασμένη γερά

τόν ἰσχυρό ἐγωισμό σου νά μοῦ ἐπιβεβαιώνει

στέκεται καί μέ παρακολουθεῖ

ἀπό μπροστά της νά περνῶ, νά ἔρχομαι, νά φεύγω

καί νέα σου παλιά νά ἔχω μόνο νά τῆς δώσω…

Νά εἶσαι καλά ἤ μήπως

καινούργιο ρεῦμα ἐρωσφόρο σέ παρέσυρε στό διάβα του

καί σ’ ἕνα θαῦμα ἀλλοτινό σέ πάει νά σέ ἐκβάλει;

Νά εἶσαι καλά καί πῶς δικαιολογεῖς

τόση ἀσύσπαστη σιωπή ἐδῶ νά ἐπιβάλλεις;

Ἀλήθεια, πῶς γλίστρησε ἐκεῖνος ὁ καιρός

πού εὐτυχισμένα στόν ἱδρῶτα σου κολλοῦσε

σάν κάτι ἀπό τό δέρμα σου νά ἦταν

-κομμάτι ἀναπόσπαστο τῆς ὕπαρξής σου ὅλης…

Κάπως ἔτσι, φαντάζομαι, θά κλαῖνε

 

καί τά φτερά τῶν ἀγγέλων πού ζωγραφίζαμε παιδιά

πάνω στῆς προεγχειρητικῆς μας ἀγωγῆς τά τετράδια

χωρίς τόν πολυπόθητο οὐρανό τους.

Νά ἤξερες σέ πόση ἀτυχία

σάν ἄδικος κριτής τήν καταδίκασες

-μόνη κι ἀχρείαστη βαριά

χωρίς ἐκεῖνο τό παράξενα ἐφηβικό τό ἄρωμά σου

πού τότε γέμιζε σεντόνια, μαξιλάρια καί μνῆμες καί στιγμές

καί ἀβίαστα στά μέσα μου κυλοῦσε

σά νά ‘ταν στέγη προσευχῆς κι ἀγαπημένο χάδι

πού πιάνει τοῦ πόνου τήν φορά

κι ἀπό ἐσένα μακριά τήν προσανατολίζει…

Καί συγκρατοῦμαι μπροστά της καί ἀποφεύγω νά τήν κοιτῶ

γιατί δέν πρέπει πιά νά ὑποψιαστεῖ

πώς ἡ ἀπαστράπτουσα ἡ ἀπουσία σου

ἀδιανόητα ἐξακολουθεῖ τό βλέμμα νά θολώνει…

Πίστεψέ με –πολλές φορές τό σκέφτηκα

τήν δυσκολία της νά ἐπιδιορθώσω∙

μά ἔλα πού τόσο πολύ τήν λυπᾶμαι

ἔτσι μονοκόμματα πού τρέμουν οἱ ραφές της

κάθε φορά πού γιά μεταποίηση τῆς συζητῶ

καί τρέχει καταπάνω μου ἀτάκτως ἐρριμμένη

τήν σημασία σου νά προσπαθεῖ γιά νά τήν σώσει·

φαρδιά καί ἄστεγη –στό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς

ὅπως ἐμμένει ἀμετάπειστα νά εἶναι…

 

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011 – ὥρα 19.00…
Βιβλιοκαφέ ΕΝΑΣΤΡΟΝ, Παρουσίαση του βιβλίου