ΕΔΩ: LIVE
(ηχογράφηση: Πέτρος Γκολίτσης)
1
Τούτο το ποίημα είναι γυμνό.
Δεν μπορεί να κρύψει, γιατί το κρυφό χρειάζεται ένδυμα.
Δεν αποκαλύπτει, γιατί το γυμνό δεν μπορεί να κρύψει.
Είναι εκτεθειμένο·
στην αμηχανία της ειλικρίνειας, στη χλεύη του δέοντος,
στη δυσπιστία των ειωθότων, στης εντροπίας το έθος.
Τούτο το ποίημα ομολογεί μόνο
στην πληρότητα του σώματος,
στο γυμνό και μόνο λόγο.
2
Μνήμη λέγε.
Πάντα λέγε το κόκκινο που πότιζε τη γκρίζα χλόη. Το μέτωπο που λάξευε το τοίχο. Τη σκεβρή παλάμη που σκούριαζε το σίδερο. Την αδειανή όραση. Τους ξεθεμελιωμένους φράχτες που δάγκωναν την κραυγή. Τη σακάτισσα πάνινη κούκλα που ψιθύριζε μυστικά στη μικρή Μαρία. Το μέλλον του χθες που γέμισε τους αγρούς σποδό.
Μνήμη λέγε.
Πάντα λέγε τα χάρτινα, τον ήλιο, το φεγγάρι, τʼ αστέρια. Χάρτινα όλα, αναίσθητα, απλώνονταν να στεγνώσουν απʼ το βάλτο στο σύρμα.
Η βροχή συντρέχει την υλακή των λύκων στα μέλανα δάση. Το ψύχος, την καθαρότητα του σπέρματος. Την αντισηψία των δαχτύλων. Το διηνεκές της επανάληψης, της φονικής μετάνοιας.
Μνήμη πάντα λέγε.
Πάντα λέγε για το φονικό σκοτάδι που κρύβει κάθε αυγή.
3
Με του αιμάτου χρώμα
Χουάν Μιρό εσύ,
των γενναίων ταύρων και των λουλουδένιων γαλαξιών, χούγιαξε και τους άλλους μπάσταρδους του άραβα,
Φεντερίκο και Σαλβαδόρ, Πάμπλο, Ντιέγκο και Φρανθίσκο
κι Αλμπένιθ και ντε Φάλλα.
Εσείς που ακονίσατε το μαχαίρι στο μετάλλι της σελήνης και μαχαιρώσατε τη νύχτα,
εσείς που λικνίσατε το βρέφος του θανάτου, στων σωθικών του γύφτου τη φωνή,
στραγγίστε μου στο στόμα το θείο σας παλιό κρασί
μʼ αιμάτου χρώμα,
νεκρό πʼ ακόμα πριν να γενεί,
για να σκιαχτεί ο μαύρος σαν μʼ αποθέσουνε στο χώμα,
να μʼ επιστρέψει πίσω στην αυγή.
4
Προς Ναυτιλλομένους
Αφήστε λοιπόν τις πένες εσείς που δεν διαβήκατε πέρα από τις λέξεις. Που αποστρέψατε το βλέμμα από τη λευκότη των θαλάμων και δεν κλείσατε με τα δάχτυλα, με στοχασμό, κάποια βλέφαρα. Που πατάτε απρόσεχτα το φεγγάρι στη λίγδα της ασφάλτου κοιτώντας στον ουρανό το είδωλό του. Που βλέπετε το γλάρο σαν πουλί λευκό κι όχι σαν πτήση. Που δεν ταξιδέψατε περνώντας έξω απʼ αποθήκες με μπαχάρια κι αγναντεύετε τα καράβια στον ορίζοντα χωρίς επιβάτες και φορτία. Που δεν λάβωσε το πνεμόνι σας μηχανόλαδο και νάφθα και δεν προσκυνήσατε τις άγιες των λιμανιών. Που δεν ακούσατε να σας διηγούνται ιστορίες οι εκτελεσμένοι και δεν προβλέψατε την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι.
Εσείς που δεν καταλάβατε ότι άντρας και γυναίκα όντας μέσα ο ένας στον άλλο είναι ο αριθμός Ένα που αρχίζει τη γεωμετρία του σύμπαντος.
Που δεν μάθατε ότι του λόγου το ψαχνό τρέχει αίμα αν το μαχαιρώσετε.
5
Οι Δολιοφθορείς
Περιπατούν σε αλέες σκιών υπό το κατεψυγμένο φως αρχαίας σελήνης. Ποιούν με υλικά κατεδαφίσεως, νοσταλγία, μελαγχολία και θλίψη. Κοσμούν δε τα αντίγραφα των κατεδαφισθέντων, με άνθη από χλωρίδα αλφαβήτου και λίθους από σταγόνες αγωνίας. Δεν ίππευσαν τον σίδηρο των αιθέρων αφού δεν αποδέχθηκαν το βάρος τους σαν απαγορευτικό αυτόνομης αιωρήσεως. Ως επί της γης υποκατάστατα των αγγέλων ή των δαιμόνων και με τεκμήρια την απογείωση των υδάτων ή των υψιπετών τις κορυφές που διεμβολίζουν το στερέωμα, εγκαλούνται ως δολιοφθορείς του αναπόφευκτου. Βέβαια σκόπιμα ή αφελώς μάλλον αγνοείται η διαβίωσή τους στο χείλος του χάους ή και η καταβύθισή τους συχνά σʼ αυτό, απʼ όπου η ποίηση πράττει τη θάλασσα να ίπταται και το στερέωμα να γειώνεται. Τέλος αποδέχονται την κατηγορία αν τούτο ευσταθεί, έστω και σαν εικασία. Άλλωστε ποιος ο λόγος ύπαρξης της ποίησης; Έτσι παραμένουν κρυπτικοί, κρυφοί κι αυτοεξόριστοι του δήμου.
6
Au clair de Lune
Ποια είσαι;
Κοίταξε τον καθρέφτη της θάλασσας, έβαψε το πρόσωπό της με σελήνη κaι είπε:
Είμαι η σκοτεινιά του δάσους κι οι ηλιαχτίδες που την λογχίζουν. Στα πόδια μου οι πηγές του αναβρύζουν και κεφαλή μου τʼ άστρα στων ελάτων τις κορφές. Η ευκαμψία στων ανέμων τη θωπεία είμαι. Της φτερούγας τʼ αλάφιασμα. Το λαφροπάτημα τʼ αγριμιού. Το χτυποκάρδι του θηράματος.
Πυρωμένο μάγμα γήινης γαστέρας αναδύω, που σκληρός μαύρος γρανίτης γίνεται. Πληγή στʼ ανέραστο.
Η θάλασσα που θρύπτει τη σκληρότητα του βράχου σας. Ο βυθός της που νανουρίζει τα ναυάγια των ταξιδιών σας.
Η απεραντοσύνη.
Η στεντόρεια κραυγή της γέννας. Ίδια και για του έρωτα το ύστατο με ορίζει.
Άσβεστη εστία κι από λιόδεντρο κλίνη.
7
Ομίχλη
Πες μου για τις εικόνες της ομίχλης.
Για κείνες όπως
όταν σου μιλάει δαρμένου σκυλιού βλέμμα θλίψης
ή όταν σε καθηλώνει σπασμένη φτερούγα από περιστέρι
ή πάλι ένα λουλούδι μαραμένο σʼ ολάνθιστο παρτέρι
το δημόσιο παγκάκι χωρίς των εραστών τις περιπτύξεις.
Κι αυτές
όταν σταματάει νʼ ακούγεται το πήγαινε – έλα
των βημάτων στο πάνω δώμα
ή εκείνου που περπατάει αβίαστα χωρίς ομπρέλα
κάτω από δυνατή βροχή στο άηχο χώμα
και τʼ αποτσίγαρου που πλέει σε ρείθρο με πίκρας στόμα.
Πες μου για την ακτή που εγκατέλειψαν οι λουόμενοι
απʼ τον ψυχρό αέρα,
για την άδεια αγκαλιά της παλιάς βαθουλωμένης πολυθρόνας,
την παραλυτική αδράνεια του μολυβιού στο λευκό της κόλλας
ή το φως στο απέναντι παράθυρο που δεν άναψε κι απόψε.
Μη μου πεις πως δεν βλέπεις από την πυκνή ομίχλη εικόνες.
Έργα της ίδιας είναι.
Ρέουν στο σώμα σου σαν ακατάπαυστης βροχής σταγόνες.
8
Ταγκό της σελήνης
Τους δρόμους του νότου διαβαίνω όπου άνεμος σκεπάζει με φύλλα υγρά, άψυχα σώματα πουλιών. Σε ξόβεργες ήχων βλέπω τη σελήνη μʼ ένα σύννεφο δεμένο στα μάτια της. Στη νεκρή πλατεία, σʼ εκείνο της οργής ταγκό, στις γειτονιές του νότου, που το μεγάλο ρολόι φοράει μαύρες κορδέλες στα μανίκια, όταν αυτές γυρίζουν σʼ ένα δίσκο φωνογράφου.
9
Φυσώντας ο νοτιάς στους έρημους δρόμους και στο φως των αιωρούμενων λαμπτήρων προκαλεί αθέλητες ομολογίες. Τα μάτια της τότε διαστέλλονται. Τεράστιοι καθρέφτες όπου την περιποίησή του μεριμνά τʼ αναπόφευκτο τέλος μιας μοναδικής ιστορίας, κοινής και επαναλαμβανόμενης, ιδιαίτερης κομψότητας στο μέγεθος ενός μικρού στιλέτου.
Ταγκό του στιλέτου
10
Jazz
Το σπίτι γέμισε ασφυκτικά. Κάθε κενό του χώρου του. Πλήθος αμέτρητο, σωρεία από μικρά ή μεγαλύτερα χαρτιά διαφόρων προελεύσεων. Από μπλοκ, εφημερίδες, ριζόχαρτα, πακέτα τσιγάρων, πίσω πλευρές επιστολών, χαρτιά λογαριασμών. Με σημειώσεις, σημάδια, σκίτσα, μολυβιές αυτόματες. Γραμμές, λέξεις, αριθμούς, ήχους, για το ακατάληκτο έργο.
Άρχισαν πλέον να ξεχύνονται από τα παράθυρα, τις πόρτες, την καμινάδα. Κιτρινισμένα, φθαρμένα, με τη μυρωδιά του έγκλειστου, με την αρχαιοπρέπεια του απόντος χρόνου, την οσμή καπνού και σπίρτου, τα χνάρια ιδρώτων ή παγωμένων δαχτύλων. Σκορπιούνται στους δρόμους ή ίπτανται αλλόφρονα. Χαλκοκίτρινα φύλλα παραλλαγών μιας τζαζ.
Ασυγκίνητος ο αιωνόβιος οδοκαθαριστής τα σαρώνει στα ρείθρα και με ανίερη συμπεριφορά τα στοιβάζει σε κάδους απορριμμάτων. Σημειώσεις, σκίτσα, ήχοι μιας ζωής. Για το έργο, το διαρκές, το κατʼ εικόνα, το καθʼ ομοίωση ατέλειωτο.








Μας τιμάει όλους η γειτονία με τον ποιητή Γιάννη Σκληβανιώτη.
Ευχαριστούμε.
η φωνή του Γιάννη Σκληβανιώτη, βαθιά θεατρική, υπογραμμίζει με μοναδικό τρόπο, κάθε λέξη, κάθε βήμα, σε αυτό το εξαίρετο ποιητικό ταγκό.
Εμείς είχαμε την τιμή και χαρά
να τον απολαύσουμε live στον Ιανό .
Η ηχογράφηση του κ. Γκολίτση
στο μέλλον , ιστορικό ντοκουμέντο !!
ΤΑΚΗΣ ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ
ΥΛΙΚΑ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΕΩΣ
(Ολόκληρη η εσοδεία 54 ετών)
…………………………………………………………………………………………………………………
Στον «κακό γερόλυκο» Νίκο Δήμου
με θερμότατες ευχαριστίες για τη λακωνική
απάντησή του στην παράκλησή μου για έναν πρόλογο:
«Δε μου άρεσαν τα επαινετικά σχόλια. Τα ποιήματά σου αρκούν – μόνα και ασυνόδευτα»
………………………………………………………………………………………………………………….
ΣΥΝΤΟΜΟ (ΟΥΤΩΣ Ή ΑΛΛΩΣ) ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Τάκης Μητσακάκης γεννήθηκε στα Χανιά από Σητειακό πατέρα και από μητέρα – το γένος Πετράκη – αγωνιστικής Κισσαμίτικης καταγωγής.
Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα, marketing στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες και διάφορα άλλα σε αρκετά σεμινάρια.
Αν και ανέκαθεν ανέντακτος αριστερός, υπηρέτησε την πατρίδα ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός και, μάλιστα τώρα, είναι…κοντζάμ ταξίαρχος εν εφεδρεία.
Εργάστηκε ως βοηθός-ζαχαροπλάστης, βοηθός-μπεταντζής, δημοσιογράφος, κειμενογράφος, δημοσιοσχεσίτης και σύμβουλος Επικοινωνίας & marketing, καθώς και ως διευθυντικό στέλεχος μεγάλων εταιριών (Κήρυξ Χανίων, Βήμα, Οικονομικός Ταχυδρόμος, εταιρίες διαφήμισης, διάφορες διεθνείς επιχειρήσεις καλλυντικών, Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχανίας Καλλυντικών).
Συντάκτης πολλών άρθρων και συγγραφέας ενός επαγγελματικού βιβλίου, υπήρξε και καθηγητής σε σχολές Επικοινωνίας του ΕΛΚΕΠΑ, της ΕΛΑΣ, σε μεταπτυχιακά σεμινάρια Άνεργων Κοσμητολόγων κ.λπ.
Γράφει (ή τουλάχιστον προσπαθεί) ποίηση από τα 17 του χρόνια. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1962 με την εκτός εμπορίου μικρή συλλογή «Μετάβαση». Ακολούθησαν οι «ιδίοις αναλώμασι» εκδόσεις των βιβλίων «Εκτός Εμπορίου», «Γονιμοποίηση» και «Ελληνική Ιστορία Νεοτέρων Χρόνων», καθώς και η κακότεχνα πολυτελής «Οι Θαλάσσιες Ανεμώνες, η Γοργόνα η Νεφέλη και ο Ιππόκαμπος» που (με διάφορα τεχνάσματα) πούλησε περίπου 4.500 αντίτυπα.
Ο τόμος αυτός περιέχει τα μέχρι τώρα άπαντά του, δηλαδή τις 5 «εκδοθείσες» ήδη, καθώς και τις 12 ανέκδοτες συλλογές ποιμάτων του.
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Αγαπητοί αναγνώστες, κριτές και φίλοι, παρακαλώ εστέ επιεικείς δηλονότι:
Τα εύγευστα φρούτα χρειάζονται ρίζες, κορμό, κλαδιά και φυλλωσιές και φυσικά καλλιέργεια, λίπασμα , κλάδεμα και χρόνο για να ωριμάσουν
Τα μαργαριτάρια χρειάζονται χιλιάδες όστρακα για να επιλέξουν σε
ποιο απ’ όλα θα δέσουν το δάκρυ τους σε πολύτιμη πέρλα.
Τα χαμομήλια, οι μαργαρίτες και οι παπαρούνες χρειάζονται μεγάλη ποσότητα άχαρου χόρτου για να ακουμπήσουν το αυθάδικο κεφάλι τους.
Και μη μου πείτε πως τα ποιήματα πρέπει να είναι συμπαγής χρυσός ή άργυρος ή έστω αμαλγάματα ή ακατέργαστα διαμάντια. Κι αυτά θέλουν καθαρτήρια επεξεργασία για να απελευθερώσουν όλη τη λάμψη τους.
Τα δικά μου «ποιήματα» δεν έχουν τέτοια πολυτέλεια. Είναι, άλλοτε ακατέργαστα ορυκτά αισθήματα που βιάζονται να εκραγούν και άλλοτε γεννήματα στοχασμού που βαριέμαι, ο τεμπέλης, να απαλλάξω από το αυτονόητο και την κοινοτυπία.
Δεν ξέρω καν αν τα «ποιήματά» μου είναι όντως ποιήματα. Ποτέ μου δε δήλωσα «ποιητής». Κ ε ι μ ε ν ο γ ρ ά φ ο ς είμαι και με την ευγενή αυτή βγάζω το ψωμί μου. Να και ένα σχετικό «ποίημα»:
ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ vs ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
Είπε ο μεγάλος:
Εγώ είμαι ποιητής. Γράφω ποιήματα.
Και μόνο αν μου περισσεύουν λέξεις, γράφω και για άλλα.
Είπε ο μικρός:
Εγώ είμαι κειμενογράφος. Γράφω για όλα τ’ άλλα.
Και μόνο αν μου περισσεύουν λέξεις, γράφω και «ποιήματα».
KΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ, ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ, ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ
(Κατά αυστηρώς αλφαβητική σειρά επωνύμων και όχι «επωνύμων»)
Ανώνυμος (Ταχδρόμος)
«Το νέο βιβλίο είναι πολύ όμορφο αισθητικά, με πολύ καλής ποιότητας χαρτί και – παρεμπιπτόντως – πολύ ωραία ποιήματα μέσα…Ο συγγραφέας του λέει ότι “θα βγει να το πουλάει έξω από τα θέατρα για να μπορέσει μα εισπράξει μέρος του κόστους”»
Χρήστος Αποστολίδης
«Φίλε Τάκη, είσαι Ταλεντάρα. Θα μου πεις βγαίνει μ’ αυτό. Δε βαριέσαι. Ό,τι βγαίνει κι ό,τι μπαίνει καλό είναι. Σε χαίρομαι που το ζεις το πράμα…»
Γρηγόρης Γεωργουδάκης
«Τελειώνοντας κανείς το διάβασμα της συλλογής αισθάνεται αυτό που χαρακτηρίζει την αληθινή ποίηση: μια καινούργια αίσθηση, μια καινούργια «γεύση» των πραγμάτων, μια μαγεία!»
Κωστής Γιούργος (Play Boy)
«Ένας χειμαρρώδης ποιητικός λόγος, ένας ύμνος στη γυναίκα και σ’ όλα τα υψηλά κι ωραία που μπορεί να εμπνεύσει. Διατυπωμένος σε ύφος πολύ προσωπικό, θυσιάζει ευσυνείδητα στο πνεύμα μια κατεστημένης πλέον παράδοσης που θέλει τους Έλληνες υπηρέτες της ποίησης. Και είμαστε βέβαιοι πως δεν είναι λίγοι οι αναγνώστες που θα βρουν μια ψυχική συγγένεια με τον Τ. Μ., μέσα από το στίχο του»
Γιάννης Γκίκας
«Πού ήσουν τόσα χρόνια; Γιατί αυτή η μεγάλη σιωπή; Σ’ έχω πάντα στη θύμησή μου, για την απλότητα και την ευγένειά σου – προτερήματα που απαντιούνται και στους στίχους σου – προσθέτοντας και την πικρία της ωριμότητας»
Χρυσούλα Γουδενάκη
«Τελικά, είστε ποιητής. Με φωνή και συναίσθημα. Σαν κραυγή ακούγεται το “Στην επικράτεια του θεού Εμπορίου…έναντι ευτελούς ανταλλάγματος”. Το Curriculum Vitae επίσης ταλαντούχο. Για μένα (αν έγραφα) θα μου έφταναν μόνον αυτά…Απορώ και θαυμάζω το κουράγιο σας. Πώς τολμήσατε να γράψετε “κάποια σημασία πρέπει να ‘χει το να είσαι ποιητής”; Όσο το σκέφτομαι, τόσο και πιο μεγάλο μου φαίνεται»
«Μερικά ποιήματα είναι πολύ ωραία. Πιο πολύ μου άρεσαν τα “Σήμα ελήφθη.Οver”, “Ομολογία” (έχει μια τόσο αληθινή παραδοχή και σα να κρύβει κάτω από τις λέξεις ένα αίσθημα ακόμη πιο αληθινό που συγκινεί), “Σελίδα ημερολογίου 2/3/80”, “Κάθε αγγειοπλάστης, ένας μικρός θεός – Η πρόκληση του χάους γονιμοποιεί τους θεούς”»
Νίκος Δήμου
«Και βέβαια έχει σημασία να είσαι (ακόμα και το να θέλεις να είσαι) ποιητής. Και είναι μια πολύ ωραία έκπληξη ν’ ανακαλύπτει κανείς, κάτω από το τυπικό προσωπείο του Διευθυντού Marketing, έναν άνθρωπο. Γιατί τίποτα άλλο δεν είναι σήμερα πια ο ποιητής από ένας άνθρωπος γυμνός που έχει το θάρρος να κυκλοφορεί το φθαρτό και όχι πάντα όμορφο κορμί του στο δρόμο, ακάλυπτο… Και πέρα από την αξία του ενός ή του άλλου ποιήματος, είναι συναρπαστικό το αντίστροφο ξετύλιγμα…Όπου η ωριμότητα και η σύγκρουση (τραγική πια) με τα ντουβάρια, σου χαρίζει τους πιο ωραίους τόνους»
«Άφησε όλες τις ανεμώνες ν’ ανθίζουν. Τρυφερές, ρομαντικές, μεταφυσικές…»
«Η ίδια πάντα ευαισθησία και μοναξιά…»
(Και σ’ όλα τα βιβλία του με αφιερώσεις: «Στο φίλο ποιητή Τάκη Μητσακάκη»)
Βασίλης Καζαντζής-Intex (Εικόνες)
«Αληθινή έκπληξη το βιβλίο του κ. Τάκη Μητσακάκη!… Πέρα από την αδιαμφισβήτητη ποιητική του αξία, αποδεικνύει πως εμείς, που υπηρετούμε το πιο «Εγωφάγο» επάγγελμα, έχουμε την ανάγκη να μιλάμε, κάπου-κάπου και για τον εαυτό μας»
Δημήτρης Κακαβελάκης
«Ένας ακόμη από τους “δυνάμει” στην πυκνούμενη γραμμή της Ελπίδας, που
διακηρύσσει με μια πικρή όσο κι αποφασιστική φωνή την ποιητική του απόφαση ν’
αντισταθεί στον “άτεγκτο νόμο της αγοράς” και της εξουθένωσης. Είναι μια αλήθεια που
τόσο εύστοχα διατυπώνει ο Τ. Μ. με γνήσια φωνή αγωνίας»
«Συγχαρητήρια που είσαι πλημμυρισμένος από διαρκές ποιητικό όραμα. Τούτη τη φορά, πιο κατακτημένο, πιο βαθύ, πιο ποιητικό. Η συνεχής παρουσία της ουσίας της ζωής, του αιώνιου έρωτα, απελευθερώνει το Λόγο από το όποιο βάρος και τον εξακτινώνει, μέσα από μια άρτια τεχνική, στα ύψη της λυρικής δημιουργίας.»
Γ. Δ. Καψωμένος (Χανιώτικα Νέα)
«Αν πούμε ότι ο Π. Μητσακάκης διαθέτει όλες τις αισθητικές προϋποθέσεις για την άνετη προσανάβαση στα σκαλοπάτια της υπέρτατης καταξίωσης του έρωτα – γράφε της ζωής – θα κομίζαμε “γλαύκα εις Αθήνας”. Ναι, η ευαισθησία του Π. Μ. έχει τέτοια διεισδυτικότητα ώστε να μην αφήνει καμιά ίνα της ψυχής ασυγκλόνιστη»
Ι. Κουμής (Κήρυξ Χανίων)
«Το τελευταίο βιβλίο του είναι ένα πανόραμα των πνευματικών και ποιητικών του αναζητήσεων. Μέσα στους στίχους του παρακολουθούμε τη διεισδυτική σκέψη, τη φιλοσοφική ενατένιση, την υπαρξιακή αγωνία. Τα ποιήματά του είναι μια πλημμύρα φωτός, θριάμβου, κόλασης και αντινομίας, που άλλοτε φθάνουν στο αίσιο αισθητικό αποτέλεσμα κι άλλοτε παραμένουν κραυγές ανεπιτήδευτες, πάντοτε όμως ειλικρινείς»
Γιώργης Μανουσάκης
«Λεπτή κι ευαίσθητη η γραφή σας, συνδυάζει το ρεαλισμό με το λυρισμό. Όση ώρα διάβαζα τους στίχους σας, ένιωθα να με διαποτίζει το κλίμα τους, να γίνομαι τόσο εύθραυστος και συνάμα τόσο δυνατός, τόσο ανοιχτός σε μια μυστική επικοινωνία, που ίσως να ‘ταν κι ο αντίλαλος του δικού μου παραμιλητού»
«Η “Γονιμοποίηση” με συγκίνησε ξέχωρα. Τα ποιήματα – πιο ανεβασμένα κι από την πλευρά της τεχνικής, σε σύγκριση με τα παλιότερά σου – έχουν μέσα τους τη ζεστή ανθρώπινη παρουσία, μιλούν απροκάλυπτα, φανερώνουν μπροστά στα μάτια μας όλη τη μοναξιά και την οδύνη, τη λαχτάρα επικοινωνίας και το βαθύ ερωτικό αίσθημα ενός πολύ ευαίσθητου ανθρώπου, που κρατιέται μακριά από την “οργανωμένη” κοινωνία και ζωή, γιατί θέλει να προστατέψει την τόσο τρωτή ευαισθησία του και ό,τι ευγενικό κι ωραίο νιώθει μέσα του»
Γιάννης Μαρίνος (Οικονομικός Ταχυδρόμος)
«Δεν διεκδικώ δάφνες κριτικού της ποίησης, όμως οφείλω να ομολογήσω ότι το βιβλίο «Εκτός Εμπορίου» με συγκίνησε βαθύτατα. Παρόλο που ο συγγραφέας του, παλιός καλός συνεργάτης του Ο. Τ. Τάκης Μητσακάκης είναι σήμερα «κάποιος», τολμά να δηλώνει με εύστοχο και συναρπαστικό ποιητικό λόγο τη μοναξιά του, κάνοντας μας να νιώθουμε κι εμείς «λιγότερο μόνοι!»
Claude Meyer
«J’ ai ete tres touche par l’ommage de votre livre…Si j’ai, d’apres vous, compris le labeur relativement rapidement, je pense qu’ il me prendra 25 ans pour gouter le tel que, sans doute, est contenu dans votre livre, apres l avoir traduit moi-même…Vous avez de l’avance sur moi: le miens ne seront aucun envie…et vous lisez le Francais»
Σ. Α. Μοτάκης
«Εμείς ανήκομε στη γενιά που πέρασε. Τα σύγχρονα δεν μας τραβούν. Το δικό σας πόνημα μου άρεσε πολύ. Δεν είναι παραδοσιακή ποίηση ούτε στη μορφή ούτε στο περιεχόμενο, όμως έχει ανθρωπιά και πολύ αίσθημα. Έχει πρόσωπο και χαρακτήρα – δεν απηχεί τη μάζα και την ψυχολογία της. Καλά την ονομάζετε εκτός εμπορίου…»
Πηνελόπη Ντουντουλάκη
«Οι “Θαλάσσιες Ανεμώνες” συνθέτουν την εικόνα, το γεγονός, τη ίδια στιγμή με την ποίηση. Τίποτα δεν είναι τυχαίο σ’ αυτή την εξαίσια ακριβολογία όπου υπάρχουν μύριες όσες αποχρώσεις μιας έκφρασης κι εσύ διαλέγεις την απόλυτα κατάλληλη. Θερμά συγχαρητήρια για την ομορφιά της ποίησης και για τη γνώση του Λόγου»
Πέννυ Οιχαλιώτου (Kosmopolitan)
«Ποίηση καρδιάς και στοχασμού, η δουλειά του Τ. Μ. και σαν τέτοια, είναι και
αξιοπρόσεκτη και αξιοσέβαστη. Τα ποιήματα συναγωνίζονται το ένα το άλλο σε ρεαλισμό, αμεσότητα, χιούμορ και φιλοσοφία»
Χρήστος Παπαγεωργίου (Διαβάζω)
«Τα ποιήματα του Τ. Μ. ενεργοποιούν δυνάμεις που είναι κρυμμένες βαθιά μέσα μας, με ευγένεια και ειλικρίνεια, στοιχεία που τα κάνουν βιώσιμα και ζωογόνα. Έχουν μια καλλίγραμμη και εξουθενωτική διαύγεια που τα κάνει καθημερινά και οικεία, σε σημείο που διαβάζονται απνευστί. Η συλλογή είναι πολύ ενδιαφέρουσα και γονιμοποιεί με τρόπο άμεσο και ρεαλιστικό το σπέρμα της ζωής»
Αλίκη Πινότση
«Τα μάζεψα όλα τούτα, όπως τα ταπεινά πανέμορφα κυκλάμινα που φυτρώνουν στα βράχια της Ύδρας μου, μετά τη βροχή. Ούτε που ξέρω γιατί στα γράφω όλα τούτα. Ίσως γιατί η φωνή σου με ζέστανε μέσα στην παγωνιά του θανάτου που πέρασε πλάι μου. Με τη δική σου φωνή μιλάει ο Θεός μέσα μου. Μπορεί; Ναι, μπορεί! Και πίστεψέ με, ο ήχος σου φτάνει πιο μακριά απ’ όσο φαντάζεσαι»
Ανδρέας Ριζόπουλος
«Το βιβλίο σου το θεώρησα σα διπλό δώρο, μια που το διάβασα – μονορούφι – στη γιορτή μου. Να που ο “τεχνοκράτης” κρατάει τις ευαισθησίες του. Ελπίζω ότι ο ποιητής δε θα “πεθάνει μέσα σου” και ότι η γόνιμη περίοδός σου θα συνεχιστεί.»
«Την ίδια μέρα που έλαβα το βιβλίο σου, το “ρούφηξα” κυριολεκτικά σε μερικές ώρες και, στη συνέχεια, το ξαναδιάβασα. Όπως έλεγε ένας φίλος αμερικανός συγγραφέας: “don’ t let the bastards run you down!”»
Διονύσης Σέρρας
«Τα βιβλία σας μου άρεσαν και μπορώ να πω ότι τα ξεχώρισα ανάμεσα σε διάφορα άλλα που έτυχε να διαβάσω τελευταία. Η γραμμή σας διαθέτει λυρισμό, ευαισθησία και φιλοσοφική σκέψη, χωρίς εγκεφαλισμούς. Το ερωτικό στοιχείο κυριαρχεί μ’ έναν τρόπο προσωπικό και γνήσιο»
Β. Γ. Χαρωνίτης (Χανιώτικα Νέα)
«Τελειώνοντας το διάβασμα, έχεις την αίσθηση πως ακούς μια ζεστή ανθρώπινη φωνή που σε καλεί να μην αποκάμεις, να μη σταματήσεις, μα να βοηθήσεις κι εσύ όσο μπορείς. Να μείνεις “Εκτός Εμπορίου”, ώσπου να φτάσουμε όλοι μαζί να κοιτάμε τον ήλιο κατάματα.
ΜΕΤΑΒΑΣΗ
Της Ελένης που τ’ αγάπησε
But the faith and the love and the hope are all in the waiting
T. S. Eliot, EAST COKER
ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α (ΑΣΤΥΦΙΛΙΑ)
Ξεκινήσαμε απ’ τα βουνά της αθωότητας
και, περνώντας τα κατσάβραχα της άγνοιας,
φτάσαμε στη γέφυρα του δισταγμού
που οδηγεί στην πόλη με τα εργοστάσια.
Στην αρχή μας κορόιδεψαν
για τις αρβύλες και τους τρόπους μας.
Κλάψαμε πικρά μα ορκιστήκαμε να περάσουμε.
Πήγαμε σε πορνεία.
Ντυθήκαμε τα ρούχα της γνώσης.
Μάθαμε να καπνίζουμε και να βρίζουμε.
Περάσαμε το ποτάμι και ήρθαμε στην πόλη.
Ήρθαμε στον πολιτισμό.
Η μνήμη έσβησε μες στη γροθιά μας.
Τα κατσάβραχα κρύφτηκαν στα σύννεφα.
Οι αρβύλες με τα σκληρά σαγόνια
έλιωναν στο βυθό της λίμνης.
Τις νύχτες βλέπαμε όνειρα καινούρια.
Τη λίμνη, τα νερά, το βούρκο.
Η μοντέρνα γραβάτα με τα πουάν
μας έσφιγγε πολύ το λαιμό.
Τελευταία, νιώθαμε αδιαθεσίες.
Το χέλι της μνήμης ξέφυγε απ’ τη γροθιά μας.
Τα φώτα του λιμανιού άναψαν και φάνηκε η λίμνη.
Το μελάνι του χταποδιού το ρούφηξε ο ήλιος.
Απ’ το γιαλό φάνηκαν τα κατσάβραχα του χωριού
κι οι αρβύλες που έλιωναν με σπασμένα σαγόνια.
Τα χταπόδια κι οι σουπιές τραβηχτήκαν πιο βαθιά.
Δεν το ‘θελαν το φως. Δεν το ‘θελαν.
Δε γυρίσαμε πίσω.
Πήραμε ασπιρίνη για τον πονοκέφαλό μας
κι ακολουθήσαμε το δρόμο των νικημένων.
Πότε-πότε, γυρνάμε το κεφάλι κι ατενίζουμε τα βουνά.
Ύστερα, σφίγγουμε πάλι τη γροθιά και βαδίζουμε σκυφτά.
Και προχωρούμε-προχωρούμε,
τραγουδώντας το εμβατήριο της φθοράς:
Εν-δυο, σπασμένες ψυχές!
Εν-δυο, σκουλήκια, σκουλήκια!
Εν-δυο, ποντίκια, ποντίκια!
ΕΦΗΜΕΡΑ
Κατέβηκε ο ήλιος στο μπουντρούμι
κι άπλωσε το χρυσαφί επίχρισμά του στα μέταλλα
που μούγκριζαν από τον πόνο της εγκατάλειψης
Κατέβηκε ο ήλιος στο μπουντρούμι
κι έλαμψε πάνω στις σκουριασμένες ψυχές
Και οι αράχνες έφυγαν Και οι σκορπιοί κρυφτήκαν
Κι οι αλυσίδες ησύχασαν.
Όμως πόσο άραγε διαρκεί το φως;
Ως τη δύση! Κι ύστερα καληνύχτα γέλιο!
Καλησπέρα αγωνία
Ως τη δύση!
ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ
Ο ποταμός σφυρίζει αδιάφορα το τραγούδι του χρόνου.
Βρισκόμαστε στη χώρα της αρμονίας.
Τι μουσική! Τι απόλαυση!
Ποιος είναι ο μαέστρος;
Θέλουμε να τον δούμε.
Ποιος είναι; Πού;
Πείτε του, τον ζητούν κάποιοι ξένοι
από τη χώρα των τυφλών.
Κάποιοι ξένοι
από τη χώρα της περιέργειας.
Πείτε του,
θέλουμε να τον δούμε,
εμείς οι άρρωστοι,
οι τυφλοί,
οι κακόγουστοι καλλιτέχνες,
οι γεμάτοι απορία,
οι γεμάτοι θαυμασμό για τη Γη Του.
ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ Κ.
Αρχίσαμε από το άλφα και φτάσαμε στο ωμέγα,
εξαιρώντας, φυσικά, τους εαυτούς μας.
Δεν αφήσαμε κανένα.
Όλους τους γδύσαμε, όλους τους μαστιγώσαμε,
κι όσο για τη ντροπή μας μπρος στη γύμνια τους,
είχε πνιγεί μέσα στη λύσσα μας.
Βέβαια, ξέραμε πως κι εκείνοι
το ίδιο θα ‘καναν σε μας, ταυτόχρονα.
Συγκεντρωμένοι στο σπίτι κάποιου από την παρέα,
θα ‘τρωγαν σοκολατάκια με τα βαμμένα νύχια τους
και θα μαστίγωναν από το άλφα ως το ωμέγα,
εξαιρώντας, φυσικά, τους εαυτούς τους.
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ
Η σκόνη του δρόμου, τα καυσαέρια
και οι ίσκιοι των πολυκατοικιών
κήδεψαν απόψε
την παιδική μου ευτυχία.
ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ
Ο καλπασμός του ονείρου μου συντρίφτηκε, πάλι απόψε,
στον όγδοο όροφο μιας πολυκατοικίας.
ΣΥΓΧΥΣΗ
Απόψε υπάρχει σύγχυση.
Στα μέλλοντα. Στα παρόντα. Σ’ εκείνα που πέρασαν.
Σ’ εκείνα που ήταν να ‘ρθουν και δεν ήρθαν ποτέ.
Σ’ εκείνα που θέλουμε να ‘ρθουν και δε θα ‘ρθουν ποτέ.
Απόψε υπάρχει σύγχυση.
Στη μνήμη μου. Στη σκέψη μου. Στα μάτια μου.
Στην ακοή. Στα αισθήματα. Στα όνειρα. Στον πόνο μου…
Ούτε ερώτηση. Ούτε άρνηση. Ούτε κατάφαση.
Μόνο σύγχυση.
Κάτι απ’ όλα. Κάτι έξω απ’ όλα.
Μόνο σύγχυση.
ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ
Αγαπητοί μου κύριοι,
αγαπημένοι συγγενείς και φίλοι,
δε θα ‘μουν συνεπής εάν σας έλεγα
«Μεθαύριο, θα ‘μαι σπίτι. Σας περιμένω για καφέ»
ή ακόμη, «Αύριο, θα έλθω στη γιορτή σας»
ή έστω, «Τώρα δα, σε λίγη ώρα»,
αφού, δεν ξέρω αν εγώ, που σας μιλάω τώρα,
είμαι στ’ αλήθεια εγώ,
ο ίδιος δηλαδή που ήμουν χθες, προχθές κι αντίπροχθες
κι αυτός που θα ‘μαι αύριο και μεθαύριο.
Αφού, με λίγα λόγια,
δεν έχω καν μια ένδειξη
ότι υπάρχω.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Ο χρόνος πάγωσε.
Ώρα μηδέν.
Τα Paroles του Prevert, στο πάτωμα,
τα γυμνά κορμιά μας, στο κρεβάτι,
ο καπνός του τσιγάρου συνθλίβεται στο βάρος της σιωπής
κι ο χρόνος, στάσιμος.
Ώρα μηδέν.
Τα χείλη μας πεινούν για έρωτα,
η καρδιά μας διψά γι’ αγάπη
και πίσω από τα προσωπεία μας,
ο στάσιμος χρόνος σαρκάζει
την αμηχανία μας.
ΣΕΛΙΔΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
Ζήσαμε και σήμερα,
όπως χθες και προχθές κι όλες τις άλλες μέρες,
ξεγελώντας τη θλίψη μας με μια πανάρχαια πλάνη.
Μπορέσαμε και σήμερα
να λησμονήσουμε την κούρασή μας
μ’ ένα φλογερό ενθουσιασμό,
βαρύ κι ογκώδη,
μα κούφιο από διάρκεια και σημασία.
Ζήσαμε έτσι πολλές μέρες.
Κι ίσως αύριο και μεθαύριο και πάντα,
παίζοντας κρυφτούλι μέσα στο φιδίσιο δέρμα μας.
Ζήσαμε πολλά χρόνια
και θα ζήσουμε ακόμη,
στο πείσμα της βροχής που τρώει τα στήθη μας,
στο πείσμα του ανέμου που δέρνει τα κεφάλια μας.
Στο πείσμα!
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
Μην ελπίζεις πως απόψε, το φεγγάρι θα βρέξει,
μικρό μου ποντικάκι, Ερμίνα.
Και χθες, έτσι μας γέλασε.
Και χθες, ο θαμπός φωτοστέφανός του
μας υποσχέθηκε βροχή
κι ούτε μια σταγόνα από φως
δεν έλαμψε στα στεγνά μέτωπά μας.
Σήμερα, ξέρουμε
πως το στεφάνι της σελήνης
δεν είναι, παρά μόνο η δίψα μας.
Σήμερα ξέρουμε, αλίμονο,
πως το φεγγάρι δε θα βρέξει πια
σταγόνες από τ’ ασημένιο αίμα του.
Θυμήσου τον αγαπημένο μας Σεμπάστιαν.
Τον καλό μας, πανέμορφο Σεμπάστιαν,
που είχε το ελάττωμα
να ‘ναι φιλήσυχος κι ωραίος,
να κάνει συλλογή από σπάνια φυτά
και να γράφει ένα ποίημα κάθε καλοκαίρι.
Πέρυσι, δεν μπόρεσε να γράψει, όπως ξέρεις.
Τον δολοφόνησαν οι άνθρωποι.
Οι άνθρωποι που, κάθε μέρα,
δολοφονούν κι από ένα ποιητή.
Θυμάσαι που τα βράδια κοιμόμασταν νωρίς,
μήπως και δούμε κάποιο όνειρο;
Κάπου-κάπου, ανεβαίναμε στη ράχη της νύχτας
και ψηλαφούσαμε το χνούδι της Μεγάλης Άρκτου.
Ύστερα, καθόμασταν και σχεδιάζαμε σ’ ένα χαρτί,
όλα όσα μας άρεσαν και δεν τα είχαμε.
Κάθε πρωί, πετροβολούσαμε θάλασσα κι ουρανό,
σα ν’ απευθύναμε βρισιές ή ικεσίες.
Και κάθε μεσημέρι,
εκθέταμε το σώμα μας στην εξουσία του ήλιου,
σε μια αυθάδικη ανταρσία αυτοκτονίας.
Ωστόσο, δεν παραπονιόμασταν.
Είχαμε τη χάρη να υποφέρουμε.
Μόνο που, τότε, τίποτα δεν ξέραμε
και, όταν με τους άλλους συναντιόμασταν,
την καρδιά μας – ένα κρίνο – τους προσφέραμε,
δεν το έπαιρναν κι απογοητευόμασταν.
Σ’ ένα βότσαλο του γιαλού,
γράφω, τώρα, τη νέα ιστορία μου.
Κάθε μέρα κι ένα νέο επεισόδιο
– επανάληψη της παλιάς μου πίκρας.
Κάθε μέρα και μια νέα γνώση
– γεύση της ίδιας, αναλλοίωτης μοναξιάς μου.
Πάνω στη γαλήνια ράχη του βότσαλου
χαράζω τώρα
την καθημερινή πορεία μου.
Κάποτε, το βότσαλό μου θα στο στείλω,
γριά, ρυτιδωμένη ανάμνηση,
να το κρεμάσεις φυλαχτό στο στήθος σου
ή να το θάψεις στα νερά του Σηκουάνα.
Στο στήθος σου θα γίνει τριαντάφυλλο,
κόκκινο, πύρινο, σαν αίμα και σα φλόγα,
με φύλλα που θα σ’ αγκαλιάζουν
κι αγκάθια που θα σε τρυπούν τις νύχτες.
Τότε, οι μυστικές χορδές σου θ’ αποζητούν τα δάχτυλά μου
και το κοχύλι των χειλιών σου
θα λαχταρά τα μυστικά που του ψιθύριζα.
Τότε, τα πλήκτρα των δαχτύλων σου θ’ αναθυμούνται τη θωπεία μου
και των ματιών σου το γαλάζιο
θα νοσταλγεί την παιδική μου έκπληξη.
Αν, πάλι, μες στα βρόμικα νερά του Σηκουάνα,
η πέτρα μου χαθεί,
το ρεύμα, γλείφοντας, θα τη διαλύσει,
στους πέντε ωκεανούς θα τη σκορπίσει.
Αλίμονο, ξέρω:
Στον ιστό της αράχνης σου,
σπαρταρά τώρα ένα νέο αστέρι,
Ερμίνα.
ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΖΑΠΠΕΙΟ
Φοβάμαι, καθώς η νύχτα με τυλίγει
σαν ένα σύννεφο πυκνού καπνού!
Ατέλειωτες σειρές σπίτια ακατοίκητα,
νεκρά, θαμμένα στη νυχτερινή σιωπή.
Μια νέα πολιτεία ορθώνεται απόψε εδώ.
Μια νέα πολιτεία, άψυχη, ντυμένη σ’ ένα φως σκληρό,
σαν από κάτασπρη, ατέλειωτη αστραπή.
Γυμνή, κεραυνοβολημένη, πέτρινη.
Πέτρινη πολιτεία, άψυχη,
σαν από μάρμαρο, άνεμο και φώς.
Φοβάμαι, όταν από παλιό, σβησμένο όνειρο,
μ’ αγγίζει η χνουδάτη αφή
μιας τρυφερής, χλωμής παλάμης.
Σα να γεννιέται μια ψυχή στη χούφτα μου,
το χάδι μιας χλωμής παλάμης,
που ξάφνου λιώνει μες στο φεγγαρίσιο φως
και χάνεται στην παγωμένη λίμνη,
πίσω απ’ τις κλειδωμένες πόρτες
των ακατοίκητων σπιτιών.
Εκεί μακριά, σ’ άλλο πλανήτη,
πώς να ‘ναι άραγε οι νύχτες του χειμώνα;
Είναι γλυκό το φεγγαρίσιο φως,
και μες στις λίμνες της σιωπής,
μπορείς να δεις το πρόσωπό σου,
ανάμεσα σε χαμογελαστά αστέρια;
Φοβάμαι, καθώς η νύχτα με τυλίγει
σαν ένα σύννεφο πυκνής σιωπής,
πως κι η δική σου πολιτεία
είναι το ίδιο πέτρινη, κεραυνοβολημένη,
ντυμένη σ’ ένα φως σκληρό,
σαν από κάτασπρη, ατέλειωτη αστραπή.
Πέτρινη πολιτεία, άψυχη,
σαν από μάρμαρο, άνεμο και φως.
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ
Έχω χάσει το ύφος μου
– αν υποτεθεί ότι ποτέ είχα –
διαβάζοντας ποιήματα του 20ού αιώνα.
Όμως, απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο
– μια πρόκληση στον παγερό χειμώνα –
βλέπω ένα φυτό με βυσσινιά λουλούδια.
Κανένας ήχος δεν αγγίζει πια την απομόνωσή μου,
εκτός απ’ το τικ-τακ του ρολογιού στην εταζέρα,
και να που λέω επιτέλους την αλήθεια:
Το μόνο που θα ‘θελα τώρα,
είναι να κοιμηθώ.
Καθώς έξω καραδοκεί το χιόνι
κι ο άνεμος λυσσομανά στα σύρματα,
να κοιμηθώ μ’ αυτή την πλήρη γαλήνη που έχω
και να μην ξυπνήσω ποτέ.
ΜΕΤΑΒΑΣΗ Β
Πέρασα τα σύννεφα κι ήρθα, μετανάστης στη γη σου.
Άφησα τη μοναξιά μου κι ήρθα, να ζήσω στο κλίμα σου,
που κι αυτό – το ξέρω – είναι υγρό και γεμάτο πόνο.
Όμως, γιατί ν ‘αφήσουμε τη μούχλα να μας σαπίζει;
Γιατί δε βγαίνουμε στο φως;
Πες μου.
Βήμα-βήμα, θα φύγουμε για τη χώρα του ήλιου,
εκεί που οι αράχνες δεν τολμούν να ξεμυτίσουν.
Δάκρυ-δάκρυ θα σβήσουμε από τον πίνακα της ψυχής μας
τις ανόητες παλιές θεωρίες.
Πόνο-πόνο θα κερδίσουμε όλη τη χαμένη απόσταση
από την πρωτινή μας αθωότητα.
Έλα! Μαζί θα σκάψουμε στα νεκροταφεία, να βρούμε τη χαμένη μας πίστη.
Μαζί, θα κερδίσουμε τη βεβαιότητα που μας αρνήθηκε ο ουρανός.
ΓΑΛΗΝΗ
Απόψε, φέγγουνε του λιμανιού τα φώτα, σαν ένας γιορτινός γαλαξίας.
Η θάλασσα, βουβή, υποτάσσεται στο χείμαρρο του φεγγαρόφωτου
κι η ευλογία της χαράς απλώνεται πάνω στα κλειστά βλέφαρά μας.
Το φεγγάρι κυλάει απόψε στον κύκλο του χαμόγελου
και φέγγουνε του λιμανιού τα φώταγαλάζια, ήρεμα, σαν όνειρα.
Στον ουρανό, στη θάλασσα
και, επιτέλους, στην ψυχή γαλήνη!
ΟΠΤΑΣΙΑ
Στα κύματα του ονείρου μου πλέει η γόνδολα του φεγγαριού.
Στον κήπο με τις κερασιές, η παρουσία σου αιωρείται σαν ανοιξιάτικο ρόδο.
Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ξαγρυπνήσαμε, ανάσκελα στην αμμουδιά,
κάτω απ’ τα ορθάνοιχτα παράθυρα της πολιτείας τ’ ουρανού.
Με τις αισθήσεις ναρκωμένες απ’ το σουραύλι του πελάγους,
ανασάναμε βαθιά την ομορφιά του κόσμου.
Αγκαλιαστήκαμε, νύχτες πολλές, στην ίδια κλίνη,
μ’ άλλα κορμιά που φλέγονταν στον ίδιο έρωτα με μας.
Μ’ άλλες καρδιές μελωδικές, συνταιριασμένοι σ’ αρμονία,
ρουφήξαμε αχόρταγα την ομορφιά του κόσμου.
Ενωθήκαμε, σαν τα λουλούδια με το φως,
σαν τα δελφίνια με το μπλε, σαν τα πουλιά με το λευκό.
Γυμνοί, περίεργοι κι αθώοι, σαν πρωτόπλαστοι,
γευτήκαμε αδιάντροπατην ομορφιά του κόσμου.
Μοχθήσανε, να σπείρουμε σιτάρι στα χωράφια,
να κάνουμε παιδιά και σπίτια, να κάνουμε την τύρβη μουσική.
Παλεύοντας αδιάκοπα το ζόφο και το φόβο μας,
δώσαμε πέμπτη διάσταση στην ομορφιά του κόσμου.
ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ
Διελκυστίνδα που τεντώνεται μέσα στο “ναι” και στ’ “όχι”,
πώς μπορείς, άραγε, κι ισορροπείς αυτόν τον κόσμο μέσα σου;
Προχθές, λαλούσε ένα πουλί στον κήπο σου και το ‘διωξες
ενώ, το ξέρω, σ’ αρέσουν τα όμορφα τραγούδια.
Χθες, μπήκε απ’ το παράθυρό σου η αδιακρισία του φεγγαριού και το ‘κλεισες
ενώ, το ξέρω, λατρεύεις το περίσσιο φως.
Τι κακό, λοιπόν, συμβαίνει στον κόσμο;
Τι κακό συμβαίνει στην καρδιά σου;
Τώρα που κινδυνεύουμε – πριν είναι αργά – συμφιλιώσου πάλι με τον ήλιο,
πάρε το αγέρωχό σου στυλ
και κήρυξε τον πόλεμο στην ένοχη σιωπή και στο σκοτάδι.
ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ (Σε στυλ Καβάφη)
Σ’ αυτό το σκοτεινό Λαβύρινθο που μπήκες για να σωθείς και για να σώσεις,
μ’ ένα φριχτό Μινώταυρο τώρα μονάχος σου θ’ αγωνιστείς.
Κανείς Θησέας για βοήθεια κι ούτε καμιά Αριάδνη θα σου δώσει νήμα.
Τώρα, στον κόσμο είσαι ολομόναχος,
εσύ Θησέας κι Αριάδνη και Μινώταυρος,
κι όλα μονάχα μέσα σου
υπάρχουν τώρα.
ΠΑΡΑΚΜΗ
Φαντάσου το λαβωμένο τσακάλι
να σέρνει στο χιόνι την κόκκινη γραμμή της αγωνίας του.
Φαντάσου το πληγωμένο πουλί
να στιγματίζει τα σύννεφα με ματωμένες φτερούγες.
Φαντάσου το αγκιστρωμένο ψάρι
να μαστιγώνει τον ήλιο με την απελπισμένη τροχιά του.
Και κοίτα μετά
το φυματικό μας κόσμο
πώς φτύνει τη νύχτα,
λερώνοντας αδιάντροπα
τα πρόσωπα των αστεριών.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ
Είναι στιγμές που γίνεσαι
η αρχή και το τέλος του κόσμου!
Άλλοτε, είσαι μια μνήμη
που αρωματίζει τη σκέψη μου
κι άλλοτε, γίνεσαι μια
ζεστή φωλιά που με θερμαίνει.
Άλλοτε, είσαι τ’ αηδονάκι
που χαιρετά το λυκαυγές
κι άλλοτε, μια καυτή φωτιά
που πυρπολεί τα κρίματά μου.
Το καλοκαίρι, χρυσή βροχή
στο μαραμένο μέτωπο της γης
και το χειμώνα, λευκό χρυσάνθεμο
στον έρημο κήπο της μοναξιάς.
Μα είναι στιγμές που γίνεσαι
η αρχή και το τέλος
και πάλι η αρχή του κόσμου!
ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
Της Ελένης, του Νικόλα και της Πηνελόπης
Αλλοίμονο, είν’ υψηλή το βλέπω, / πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα: /
Κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι / ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος.
Κ. Π. Καβάφης, ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ
ΣΕΑΠ (Ηράκλειο 1963) (Στον ήδη τότε φίλο Βασίλη Βασιλικό για το εκπληκτικό «Αγγέλιασμά» του)
Τι κι αν σηκώσαν γύρω μας τείχη ψηλά,
τον ουρανό δε μπόρεσαν να μας τον αποκλείσουν.
Όμως, κι αν δεν κατάφεραν να μας στερήσουν τον ουρανό,
έχτισαν πάντως γύρω μας τείχη ψηλά.
«L UNIQUE ET SA PROPRIETE»
Πήρε μια κιμωλία και χώρισε τη γη σε δικαιώματα.
Διάλεξε τα δικά του – όσο μπορούσε πιο πολλά –
και τ’ απομόνωσε μ’ ένα μαντρότοιχο αυτάρκειας
απ’ όλα τ’ άλλα δικαιώματα του κόσμου.
Περιορισμένος έτσι στον έρημό του πύργο
με τη γυναίκα, τα παιδιά και τα υπάρχοντά του,
έζησε τη μακριά ζωή του φιλήσυχα κι ωραία!
Στο τέλος,
φόρεσε ένα ζευγάρι σκονισμένες φτερούγες
και ανελήφθη στους ουρανούς.
ΕΠΕΚΤΑΣΗ
Έχω εφτά δέρματα,
εφτά στρώματα λίπους πάνω στη σάρκα μου,
εφτά σάρκινους ιστούς, στο σκελετό μου.
Κι αν σκάψεις τα ερείπια της Τροίας, θα βρεις
εφτά πολιτείες, τη μια πάνω στην άλλη,
εφτά στέγες, τη μια πάνω στην άλλη,
να καλύπτουν το ίδιο εκείνο κομμάτι Αιολικής γης.
Αν σκάψεις οπουδήποτε τη γη, θα βρεις
στρώματα πολλά, το ένα πάνω στ’ άλλο,
κύματα επεκτατικά, το ένα πάνω στ’ άλλο,
που ξεκινάνε από το φλεγόμενο πυρήνα της
για να συνταυτιστούνε, το ένα πάνω στ’ άλλο,
με το άπειρο.
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ
Λέω πως όλα με περικυκλώνουν κι ας έχω την εντύπωση πως φεύγω συνεχώς.
Ωστόσο, τα πράγματα είναι που μου δίνουν αυτή τη όμορφη γεύση γλυκόξινου μήλου. Τα γεγονότα είναι που μου δίνουν αυτή τη μαγική αίσθηση αέναης ροής.
Τα πράγματα και τα συμβάντα είναι που μου δίνουν αυτή την ηδονή της άσκοπης πορείας στο πουθενά.
ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ
Στο κάτω-κάτω, φοράμε μαύρα γυαλιά και κοιτάμε τον ήλιο κατάματα.
Από ανάγκη άραγε ή ματαιοδοξία το φίδι αλλάζει κάθε τόσο πουκάμισο;
Ευτυχώς που οι σφαίρες μου δε διαπερνούν την ασπίδα του λευκού χαρτιού.
Παρηγορούμαι να κεντώ στο στήθος σου με νύχια σα βελόνες την οδύνη.
Φεγγάρι: μόνη διέξοδος στον ουρανό. Απόψε έχει πανσέληνο. Θα φύγω.
Το πρόσωπό μου είναι σπασμένο πάνω στα συντρίμμια του καθρέφτη.
Σπάζω στα χέρια μου αυτή τη μικρή γυάλινη σφαίρα και μετά, τίποτα!
Τι πρόκληση για το χάος να τρυπά την καρδιά του ένα λουλούδι!
Η λίμνη έβαλε τα κλάματα και τότε μόνο ιρίδισε ο ήλιος στα δάκρυά της.
ΚΥΗΣΗ (Στον κύριο Γιάννη Μαρίνο, αναδρομικά)
Τώρα δεν είμαι παρά τα όνειρά μου.
Αύριο, ίσως, θα ‘μαι μια πίστη
και μεθαύριο, μια πραγματικότητα.
Όμως τώρα δεν είμαι παρά τα όνειρά μου.
Μια κύηση που περιμένει ήρεμα
την ώρα της οδύνης.
ΑΝΑΔΥΣΗ
Αερόστατα, αεροπλάνα, διαστημόπλοια!
Όλο και πιο ψηλά αναδυόμαστε
σ’ αυτήν τη δίχως επιφάνεια θάλασσα.
Ο ορίζοντας μεγάλωσε,
αγκάλιασε ολόκληρη τη γη.
Από ψηλά δεν φαίνονται, συγχέονται,
τα χρώματα, τα σχήματα, οι διαφορές.
Από ψηλά δεν φαίνονται – εξαφανίζονται τα σύνορα.
Στα μάτια της σελήνης
δεν είμαστε παρά αυτά τα θαυμαστά κατοικίδια της γης.
Αυτά τα εξαίσια αναδυόμενα όνειρα.
ΤΟ ΧΙΟΝΙ
Το χιόνι έλουσε τα μάτια μου με μια κατάλευκη γύμνια.
Έλα στο παραθύρι να δεις πόσο ομόρφυνε η μικρή μας πόλη!
Ακόμα κι η θλίψη φόρεσε σήμερα το γιορτινό μανδύα της.
ΜΙΚΡΗ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Στο Πράβι, η άνοιξη βροχή, αέρας και κρύο, τα λουλούδια έγερναν το κεφάλι πένθιμα, τα βατράχια στο ποτάμι κόαζαν ανόρεχτα, ακόμη και τ’ αηδόνια στους βάλτους σώπαιναν, ωστόσο, τα δέντρα είχαν φορέσει τις μεγάλες στολές τους και πίσω από τα σύννεφα – το διαισθανόσουν – έλαμπε ένας εξαίσιος ήλιος.
– Δεν ξέρω τι θέλω, μου λες.
– Λοιπόν, ας πάμε ένα περίπατο.
– Μα, έχει λάσπη ο κάμπος!
– Και το ποδήλατο τι το ‘χουμε;
(Είχε ξεφουσκωμένα λάστιχα, ένα παλιό φτηνό ποδήλατο, σκέτο σαράβαλο, τις μέρες που είχε ήλιο μας πήγαινε θαυμάσια, συνήθως τη γλυτώναμε με ελαφρούς μωλωπισμούς, τα πόδια σου – το ξέρω – είναι ακόμη γεμάτα μελανιές.)
Η άνοιξη ήταν βροχή, άσε το κρύο και τον αέρα, γλιστρούσε η βρεμένη γη, κι εμείς γυρεύαμε στους βάλτους χαρούμενα βατράχια κι αηδόνια, ο κάμπος ήταν απέραντος, κυνηγώντας την άνοιξη, μας ξέφυγε ο χρόνος, κι η νύχτα στους βάλτους είναι επικίνδυνη, μπορεί ν ‘ ανοίξει ξαφνικά ένα γλοιώδες σιχαμένο στόμα και να σε καταπιεί, στο τέλος μας κατάπιε ο φόβος, βλαστημήσαμε την ώρα που ξεκινήσαμε για ουτοπίες, γλιστρούσαμε συνέχεια και πέφταμε σ’ αγκάθια και τσουκνίδες, καταματωθήκαμε κι αρπάξαμε ένα γερό συνάχι.
Η καρδιά μας είναι τώρα τυλιγμένη σ’ επιδέσμους, ωστόσο έξω από το
παράθυρο τα δέντρα φορούν τις μεγάλες στολές τους, τα βατράχια κοάζουν, έστω κι ανόρεχτα, και τ’ αηδόνια, κρυμμένα στις λόχμες, δοκιμάζουν σιωπηλά τις συναυλίες που θα δώσουν λίαν προσεχώς.
Καθένας το διαισθάνεται, βλέπεις, πως πίσω από τα σύννεφα
χαμογελά ένας εξαίσιος ήλιος.
ΑΠΟΛΟΓΙΑ (Στην Καλή-Πόπη Καλογεράκη)
Εν όψει μιας δράσης επικείμενης, σιωπώ.
Φουσκώνει μέσα μου η αγανάκτηση, μη θαρρείς.
Η σιωπή μου κρύβει προετοιμασία.
Η αταραξία μου, απόφαση.
Συσπειρωμένος καιροφυλακτώ.
Μη θαρρείς!
ΑΝΑΜΟΝΗ
Άγριο, ατίθασο, ανυπότακτο
χλιμιντρίζει το άτι χωρίς καβαλάρη στη ράχη του.
Ποιος λοιπόν θα τ’ οδηγήσει
στην καταπράσινη πεδιάδα;
Ανάσκελα στον ήλιο,
ξαπλωμένη στα κύματα,
η γη μου προσμένει
τρυφερό εραστή για ν’ ανθίσει.
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
Μια ρωγμή στη σκληρή συνοχή της επιφάνειάς μας,
στο καθημερινό χαμόγελο, στο ντύσιμο, στο ύφος,
στην περιποιημένη πρόσοψη των εντυπώσεων που τόσο κομψά αρχιτεκτονούμε.
Μια μόνο ρωγμή από τσεκούρι καμωμένη ή από μαχαιριά ή από ωρίμανση απλή.
Μια οποιαδήποτε ρωγμή – μικρή ή μεγάλη – και ο ασκός που μας τυλίγει,
αναστρέφεται.
Πάει από μέσα το μαλλί, βγαίνει το σπλάχνο κι η καρδιά
κι ελεύθερο, μαζί μ’ αυτά, το περιστέρι,
το τρυφερό πουλί που χρόνια τώρα
μεγάλωνε κι ασφυκτιούσε εντός μας.
ΥΛΙΚΑ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΕ (Στη φίλη μου Χρυσούλα, αναδρομικά – αυτή ξέρει γιατί)
Ώριμος άνδρας πια – τριάντα τόσο ετών – κι ακόμη να μην ξέρω να μιλώ,
μα να ψελλίζω βραδύγλωσσα κι αδέξια,
ψάχνοντας σ’ υλικά κατεδαφίσεως, να βρω τις λέξεις μου, μια-μια,
και να τις καθαρίζω από τους σοβάδες,
για να οικοδομήσω τι;
Σπιτάκια εκτός σχεδίου, χωρίς στυλ – έτσι, σχεδόν στην τύχη κι ό,τι βγει –
μια και δε σπούδασα ποτέ μου αρχιτέκτονας.
Πού ‘ναι τα παιδικά μου χρόνια που και τότε, έψαχνα κι έβρισκα τις λέξεις μου, μια-μια – τούβλα φτιαγμένα από μένα, συμπαγή, χωρίς ψιμύθια, τρύπες και κάθε λογής λειάνσεις, διαστολές, παραφθορές –
κι έχτιζα πάλι τότε, παίζοντας, σπιτάκια εκτός σχεδίου, αυτοσχέδια,
μα τόσο ανάλαφρα, σωστά, λειτουργικά,
γνήσια σπίτια Αιγαιοπελαγίτικα!
Τώρα, γυρίζω πάλι στην αρχή – ψάχνοντας όμως σ’ υλικά κατεδαφίσεως –
να βρω τις λέξεις μου, μια-μια, για να μπορέσω να ξαναμιλήσω,
έστω ψελλίζοντας βραδύγλωσσα κι αδέξια,
μ’ απλά κι αληθινά σαν τα παιδιά.
Ήταν ανάγκη λοιπόν να μεγαλώσω;
ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ
Τα παιδικά μας όνειρα, καλόβολα πρόβατα που κάτω τους κρυμμένοι,
περνούσαμε έξω απ’ τη σπηλιά του φοβερού Πολύφημου.
Τώρα πια, μεγαλώσαμε.
Τα όνειρα μικρά, κι ο φόβος μας ογκώδης, δύσκολα κρύβεται σε αυταπάτες.
Τώρα, όλο και πιο σπάνια μπορούμε να αποδράσουμε από τη σκοτεινή σπηλιά της νύχτας
κι ακόμη σπανιότερα,
μπορούμε να ξεφύγουμε από τον άγριο Ποσειδώνα.
ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ (Μνήμη Charles Baudelaire)
Ωστόσο, κάποια σημασία πρέπει να ‘χει το να είσαι ποιητής.
Όχι, σώνει και καλά, ποιητής περιωπής
– αυτό κι αν έχει σημασία στον καιρό μας –
μα, έστω, ένας άσημος, φτωχός στιχοπλόκος
που δεν πάει δα γυρεύοντας για δόξα,
μια κι αυτή ανήκει στους ελάχιστους, τους προικισμένους,
μα που νιώθει, απλώς, την ανάγκη κάτι να πει, να μιλήσει!
Κάποια σημασία πρέπει να ‘χει το να είσαι,
το να θέλεις δηλαδή, έστω, να είσαι ποιητής.
Ιδιαίτερα στους χαλεπούς καιρούς μας
που οι τίμιες φωνές σπανίζουν επικίνδυνα
και η απόλυτη σιωπή καραδοκεί προ των θυρών.
Τελικά, αν μη τι άλλο, η φωνή σου,
– έστω απλοϊκή, ακατέργαστη κι αδέξια –
σαν ένα σήμα εγρήγορσης μέσα στη νύχτα,
δηλώνει το «παρών» της σε μια φωνή πιο πέρα κι αυτή σε άλλη,
κι η άλλη σ’ άλλη,
έτσι που – αν μη τι άλλο – οι αληθινοί ποιητές
νιώθουν, ενδεχομένως ,
λιγότερο μόνοι.
ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
Με ποιο δικαίωμα, κύρρριοι,
παραβιάσατε το άσυλό μου,
με δέσατε και με φιμώσατε
κι εκεί, μπροστά στα ίδια μου τα μάτια,
βιάσατε την αθωότητά μου;
Λοιπόν, σας ερωτώ:
Με ποιο δικαίωμα, κύρρριοι, με σύρατε μετά στο χειρουργείο
και μεταμοσχεύσατε
στη θέση των χεριών μου, πολυβόλα,
στη θέση των ποδιών μου, ερπύστριες,
στη θέση του μυαλού μου, ηλεκτρονικό εγκέφαλο,
και τέλος με μια διάπυρη σφραγίδα
χαράξατε στους ώμους μου τα διάσημα του στρατηγού;
Καλά λοιπόν, όμως ρε κύριοι, σας ερωτώ:
Αν από κάποια βλάβη στους λεπτούς μηχανισμούς μου
– πράγμα απίθανο βεβαίως – αλλά λέω, αν
στρέψω τα φοβερά μου όπλα εναντίον σας, εγώ θα φταίω;
ΠΕΝΤΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ
Κάποιος Κύριος Κ. Ζ.
Αγκάθια και λεπίδες
θωρακίζουν απλώς το ασπόνδυλο κορμί του.
Κάποιος Κύριος Κ.Τ.
Μεγάλα λόγια! Μεγάλες ιδέες!
Προπέτασμα καπνού μπροστά σε άδειες θέσεις μάχης.
Κάποιος Κύριος Α. R.
Ούτε κόκκινο, ούτε κίτρινο, ούτε μπλε. Ούτε καν μια σύνθεση χρωμάτων.
Όταν τον ρωτάς, δηλώνει άχρωμος. Κάτι δηλαδή σαν το νερό, σαν τον αέρα,
σαν το τίποτα.
Κάποιος Κύριος K. Π.
Η αδυναμία ούτε χαμογελά, ούτε κοιτά κατάματα.
Ανάλογα με την περίσταση,
κάνει απλώς αυτό που μπορεί:
Τρίζει τα δόντια στην αδυναμία που χαμηλώνει τα μάτια ή χαμηλώνει τα μάτια στη δύναμη που χαμογελά, κοιτώντας κατάματα και δύναμη κι αδυναμία.
Και ο κύριος T. Μ. (Στο Μιχάλη Παπαγιαννάκη, σήμερα, ημέρα της «γιορτής» του)
Κάθε πρωί του κλέβουνε τα τριαντάφυλλά του κι εκείνος δε μιλά.
Πίσω από τις διάφανες κουρτίνες του τους βλέπει και χαμογελά,
σίγουρος πως, το ίδιο βράδυ, οι τριανταφυλλιές του θα ‘ναι πάλι ολάνθιστες.
ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ (Στο φίλο Ανδρέα Ριζόπουλο, αναδρομικά)
Σ’ αυτή την επικράτεια του θεού-εμπορίου,
πουλάμε κάθε μέρα τη ζωή μας έναντι ευτελούς ανταλλάγματος.
Ελκυστικά εμπορεύματα,
προϊόντα σχεδιασμένα σύμφωνα με τα πορίσματα των ερευνών αγοράς,
μαζικώς παραγόμενα, συσκευασμένα αεροστεγώς
και, φυσικά, εγκεκριμένα από το Υπουργείο Υγιεινής,
αγαθά εκτεθειμένα στα ράφια των καταστημάτων,
ακριβότερα ή φθηνότερα – πωλούμενα πάντως έναντι ευτελούς ανταλλάγματος –
περιμένουμε τον πελάτη να μας αγοράσει,
να μας χρησιμοποιήσει
και να μας πετάξει, εντέλει,
στον κάλαθο απορριμμάτων.
Ε, λοιπόν, όχι!
Σήμερα αντιστέκομαι στον άτεγκτο νόμο της αγοράς.
Σήμερα δεν πουλιέμαι, δεν αγοράζομαι.
Ε ί μ α ι ε κ τ ό ς ε μ π ο ρ ί ο υ.
Αδιαφορώντας
για τις καταναλωτικές ανάγκες,
για την εμπορευματική μου αξία,
για τα ευτελή ανταλλάγματα,
χωρίς έγκριση του Υπουργείου,
χωρίς καμία ίσως χρησιμότητα,
αλλ’ αντιθέτως, ίσως επιβλαβής για την υγεία,
σήμερα είμαι όπως θέλω
Ε Γ Ω.
Χωρίς να σας κοστίσει τίποτα,
ε ν τ ε λ ώ ς. δ ω ρ ε ά ν,
μπορείτε να με πάρετε,
μπορείτε να με χρησιμοποιήσετε,
μπορείτε και να με πετάξετε
– αχρησιμοποίητο έστω –
στον κάλαθο απορριμμάτων.
ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ
Στο μεγάλο, αλλά όχι μοναδικό, έρωτα της ζωής μου Δροσίδα
Σκύψε να μπεις πάλι στη θήκη / λεπίδι της σιωπής μου, χίμαιρα.
Γιώργος Σεφέρης, ΣΤΡΟΦΗ
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Στα έσχατα όρια της μοναξιάς
ευτυχώς που υπήρχε κι αυτό το καταφύγιο!
Η ψευδαίσθηση που μας λυτρώνει από τη νοσταλγία
με μια φευγαλέα, έστω, αυτάρκεια Ναρκίσσου.
Το όραμα που μετριάζει κάπως την ανάγκη
της συμπαγούς κι αδιάσπαστης πράξης.
Η άηχη κραυγή που τέμνει μ’ ένα
Αγαπητέ μου κύριε Μίχο,
Κατ΄αρχάς, ευχαριστώ για τη φιλοξενία, που καταχράστηκα, ίσως με μεγάλη απρέπεια! Ζητώ συγγνώμη και δε θα το ξανακάνω, αν και έχω να σας προτείνω τη φιλοξενία των μεταφράσεών μου 597 ποιημάτων της Έμιλυ Ντίκινσον από τα Ελισαβετιανά Αγλικά και μιας επιλογής ποιημάτων του Ζακ Πρεβέρ, από τα πολύ πιο εύκολα Γαλλικά. Επιφυλάσσομαι να σας διαβάσω προσεκτικά και με πολύ σεβασμό, όπως αξίζει σ’ έναν καλό ποιητή. Δώστε μου μόνο λίγο χρόνο, γιατί είμαι γέρων και βιάζομαι να βρω χώρο για τη δουλεά μου…54 ετών.
Για να πεισθείτα γαι το… γνήσιον της υπογραφής, επισκεφθείτε παρακαλώ την ιστοσελίδα μου http://www.mitsakakis.gr
Πολύ φιλικά
Τάκης Μητσακάκης