Με αμηχανία αντιμετωπίζω το έργο του Γιώργου Χειμωνά και από την αρχή έτσι το αντιμετώπισα. Ίσως γιατί ανέκαθεν γνώριζα την μεγάληʼ την πολύτιμη αξία του και έψαξα –ακόμα ψάχνω- μιαν άκρη, ή καλύτερα μια είσοδο για να εισχωρήσω, και από εκεί –από τον προθάλαμο- να ξεκινήσω την μεγάλη δοκιμασία, την καταβύθιση στα μύχια αυτής της «οριακής» πεζογραφίας.
Αλλά πριν προχωρήσω, θα ήθελα εδώ να κάνω μια παρένθεση- που νομίζω ότι συνδέεται με την θεματολογία και την κοσμογονία των κειμένων του Χειμωνά: Τι ακριβώς σημαίνει η εποχή μας και ποια η θέση αυτών των μεγάλων έργων των λογοτεχνών και των καλλιτεχνών γενικότερα σήμερα; Η οικονομική κρίση που βιώνουμε έρχεται ως φυσικό επακόλουθο μιας ευρύτερης κρίσης αξιών σε όλα τα επίπεδα, είναι μια κρίση βαθιά προσωποκεντρική αλλά και πολύ-πολιτισμική- μια κρίση πολιτισμού, έκπτωσης των πνευματικών και συναισθηματικών αξιών, με μια διάχυτη αποδοχή του τίτλου της παρακμής για την εποχή μας. Αλλά δεν θα έπρεπε κάποτε να φτάναμε εδώ έτσι κι αλλιώς; Δεν πρέπει τώρα που φτάσαμε αντί να πενθούμε, να κάνουμε ακριβώς το αντίθετο, να προσδοκάμε;
Ο Χειμωνάς προέβλεψε- είδε αυτό το τέλος του καιρού ίσως σαράντα χρόνια πριν. Πίστευε ότι η τέχνη και συγκεκριμένα η λογοτεχνία απέμεινε ως η μοναδική δραστηριότητα του ανθρώπου που εξακολουθεί και μπορεί να υπηρετεί το συναίσθημα, την ψυχή και εσχάτως τον Θεό-δηλαδή τον ίδιο τον άνθρωπο. Μέσα στις αφηγήσεις του αποτυπώνεται αυτή η -κατά τον ίδιο- λαϊκή δυστυχία της μεταπολεμικής Ελλάδας, με καταστάσεις που αγγίζουν το «όριο» και τον άνθρωπο σε συνεχή «κρίση». Όμως αυτή η δευτερολόγηση των συγκεκριμένων αλλά και αφηρημένων καταστάσεων πάνω στο χαρτί, έρχεται ταυτόχρονα με μια μεγάλη και καινοτόμα ρήξη στο μέχρι τότε γίγνεσθαι της νεοελληνικής πεζογραφίαςʼ μια βαθιά και ριζική τομή- μια διακοπή ανάμεσα στον παλιό και στον καινούργιο λόγο. Μια αιφνίδια –κατακόρυφη πράξη- που δεν έχει να κάνει μόνο με την μεταμόρφωση του ύφους και του τρόπου γραφής, αλλά έρχεται ως μια μεταβολή στα όργανα της αίσθησης, της σκέψης, του πνεύματος του ανθρώπου. Μια νέα λογοτεχνία θα τολμούσα να πω τεσσάρων διαστάσεων-που νοηματοδοτεί και αναπαριστά την ζωή και ταυτόχρονα χρησμοδοτεί το χάος, κατονομάζοντας και καθορίζοντας το Σώμαʼ το ανθρώπινο σώμα, ως ένα απτό, ψηλαφητό, υπαρκτό σημείο όπου εκεί διασταυρώνεται ο διανοητικός και γλωσσικός του μύθος! Μια γλώσσα λοιπόν, ξαφνική με μια νέα χρήση αυτού του οργάνου του ανοικονόμητου και διαρκώς μεταβαλλόμενου. Και μια τέτοια νέα συγκινησιακή γλώσσα με μια προφορική καταγωγή και μʼ έναν λόγο αβάσταχτα ανοίκειο όσο και οικείο απαιτεί κάποιες οδηγίες χρήσεως θα έλεγα- έναν οδηγό ανάγνωσης από ανθρώπους-μελετητές που πλέον έχουν «εξοικειωθεί» ή καλύτερα «εκγυμναστεί» να μπαινοβγαίνουν με μια σχετική ευκολία στο πεζογραφικό καλειδοσκόπιο του Χειμωνά.
Το βιβλίο του Γρηγόρη Πεντζίκη «Το τέλος του μύθου»-οι μικρές εξιστορήσεις του Γιώργου Χειμωνά είναι καταρχήν «αποκαλυπτικό»: Αποκαλυπτικό με την έννοια του ότι από-καλύπτει στον επίδοξο αναγνώστη (ίσως για πρώτη φορά) πτυχές της Χειμωνικής πεζογραφίας, που ως πρότινος ήταν αφώτιστες ή τουλάχιστον μερικώς ή και μονομερώς διατυπωμένες και δοσμένες στον αναγνώστη-αποδέκτη.
Ο Πεντζίκης μέσω αυτού του σύντομου μετα-δοκιμίου καλεί τον αναγνώστη, του δίνει την δυνατότητα, να αποκτήσει κι ο ίδιος τη συνείδηση του δικού του, ξεχωριστού εαυτού, και να γίνει με τη σειρά του «μάρτυρας» στο έργο του Χειμωνά. Και χαρακτηρίζω το βιβλίο μετα-δοκίμιο, μιας και μέσα από την δομή, την μακροσκοπική και μικροσκοπική ματιά που διαπερνάει όλα τα στρώματα των εξιστορήσεων του Χειμωνά, αλλά και την διακειμενικότητά του θα μπορούσε να πει κανείς ότι έρχεται ως συνέχεια, -έρχεται μετά- των δοκιμιακών έργων του Χειμωνά. Ο Πεντζίκης χωρίζοντας το βιβλίο του σε δυο μέρη, ξετυλίγει το νήμα από την αρχή, ανα-κατασκευάζοντας τον Χειμωνικό μύθο, συστήνει μια εξωτερική κάθε φορά αφήγηση που στην κάθε μια ενσωματώνει τις μικρές εξιστορήσεις που ανταποκρίνονται στις εσωτερικές διηγήσεις – στα μικρά καθημερινά περιστατικά των αφηγήσεων του Χειμωνά που λειτουργούν πάντα ως βασικοί συντελεστές της πλοκής του. Ο Πεντζίκης αποπειράται- και καταφέρνει να αποσπάσει τις μικρές ιστορίες των λέξεων και των αφηγηματικών μονάδων από τον κορμό του Μεγάλου Μύθουʼ και να τις «φωτίσει» ξανά με μια νέα ανάγνωση. «Μεταφράζοντας» εξελικτικά το έργο του Χειμωνά, βγάζει στην επιφάνεια και αξιώνει διαφορετικούς όρους ανάγνωσης στην ιδιάζουσα αλλά και «κρίσιμη» αυτή πεζογραφία Ο ίδιος ο Χειμωνάς φαίνεται σαν να επιστρέφει με την μορφή ενός ήρωά του και να ζει τον μύθο του ανάμεσα στις 140 σελίδες του βιβλίου ξετυλίγοντας τον μίτο του πεζογραφικού του έργου με νέα εκφραστικά μέσα.
Ο Γιώργος Χειμωνάς υπήρξε ένας άνθρωπος-συγγραφέας καταστροφικός, γιατί προπάντων ήταν αυτό-καταστροφικός. Σʼ αυτή την καταστροφή λοιπόν, έγκειται ο γενεσιουργός παράγων της γραφής του. Η γραφή του ενέχει τον θάνατο- το «όριο»- το ανθρώπινο όριο και σηματοδοτεί «το τέλος του καιρού». Μέσω των εννέα ολιγοσέλιδων πεζογραφημάτων του αλλά και των δοκιμίων του για τον Λόγο, ο Χειμωνάς κηρύττει τον μετα-μύθο επιβάλλοντας στην ελληνική πεζογραφία τον νέο-Λόγοʼ με όρους ανάγνωσης που υπαγορεύονται από τα ίδια τα κείμενά του περιβάλλοντάς τα με έναν τραγικό ναρκισσισμό της γραφής και με μια αυτοαναφορικότητα θέτοντας ως βασική προϋπόθεση ότι ο λόγος του είναι πριν απʼ όλα «προφορικός» και ακουόμενος προφανώς με την έννοια του «κοινού»- λόγου, του λόγου που αφορά στο πλήθος, αλλά και εκείνου που εκφωνείται- που κοινο/ποιείται.
Το δοκίμιο του Πεντζίκη αναζητάει, ψάχνει, βρίσκει και «παραδίδει» στον επίδοξο αναγνώστη τους κοινούς τόπους- τους προεξάρχοντες τόπους της πεζογραφίας του Χειμωνά αναβιώνοντας ξανά τις μεταμορφώσεις των ηρώων του, την εσχατολογική τους δυσθυμία, την δύσαρθρη ομιλία τους, το επιδεικτικό τους πάθος να μετα-δώσουν την γλώσσα ακόμα κι αν το τίμημα είναι ο ίδιος τους ο θάνατος. Πόσο λοιπόν μπορεί η γλώσσα να αντέχει ακόμα;
Όσο πιο πολύ ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι υπερβαίνει το όριό του, κι όσο πιο επώδυνο είναι αυτό το πέρασμα, τόσο πιο βαθύς καθίσταται ο λόγος του και τόσο πιο «κοινός» τείνει να γίνεται. Οι εξιστορήσεις του Χειμωνά έρχονται από το γένος εκείνο της ποίησης από το οποίο κατάγεται και η Θεολογία της Αποκάλυψης του ανθρώπινου λόγουʼ και ο Πεντζίκης τον υπερασπίζεται- τον φωτίζει σπουδαία.
(Το παρόν κείμενο διαβάστηκε στις 27 Ιανουαρίου 2011 στο βιβλιοπωλείο Ιανός της Θεσσαλονίκης με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Γρηγόρη Πεντζίκη “ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ- Οι μικρές εξιστορήσεις του Γιώργου Χειμωνά” )











Ο Γιώργος Χειμωνάς, αν και αναγνωρισμένος ποιητής, άφησε πίσω του ένα σημαντικό κληροδότημα στη νεοελληνική ποίηση, η οποία δείχνει να φοβάται να διεισδύσει στη σκοτεινή γραφή του. Είναι που στο δίλημμα μεταξύ ελεύθερου και ομοιοκατάληκτου στίχου έρχεται να προστεθεί η γραφή του Χειμωνά ως μια τρίτη επιλογή, που νομίζω, πως θέλοντας και μη, θα αποτελέσει έναν φωτεινό δρόμο για τα ποιητικά μελλούμενα.
Στο πλαίσιο αυτό είναι πολύ ενδιαφέρουσα η απόπειρα του δοκιμίου αυτού, όσο και ο μονόλογος του σχολιαστή Γιώργου Αλισάνογλου “Το πιόνι” που ακολουθεί και ταυτόχρονα πειραματίζεται με τη γραφή του Χειμωνά.
Πεντζίκης… ο ανθρωπος ειναι μεγαλο μυαλο.νιωθω τυχερος που τον ειχα καθηγητη !