η μπετονιέρα ενοχλούσε το απόγευμα με θυμοφθόρες προσταγές κοινοτικοί εργάτες βλαστημούσαν την υγρασία της πόλης προσαρμόζοντας καλώδια στη φλέβα της
βιασμένης γης περπατούσα στο παραπέτασμα της ημέρας πίνοντας αρειμανίως χασίς ενώ το σώμα ηρεμούσε η σκέψη κολυμπούσε στο ασύνειδο σκάμμα με προορισμό τον πλανήτη σκάφανδρο ένας ανυψωτικός γερανός κατασκόπευε τη θέση του στρογγυλού τραπεζιού με κίνηση οβάλ στην επέκταση της καρέκλας ο τίγρης ακριβή
ατυχώς ο καιρός όρισε το πτερόεν ουράνιο κάλεσμα καθώς μες στο λαβύρινθο έπαιζαν παιδιόθεν με ένα άσχημο αγόρι που το ονόμασαν περιπαικτικά μινώταυρο
νοέμβριος
οδοιπορούσε την παλαιά πόλη με στιβαρό βηματισμό ενδεδυμένος άναρχα πειθαρχημένα ποιήματα ανάμεσα σπονδυλικής και εύζωνης ήταν στον τροχό που ʼχε πολεμήσει τον έρωτα και μαρτυρήσει την αγάπη στάθμευε στη μεθόριο ανάβοντας τσιγάρο ενώ ομάδες μιας έσχατης κατηγορίας ίδρωναν το απόγευμα τα δοκάρια των ευθύβολων στόχων κινούσε για τον καφενέ εύκαυλος αφηνιασμένος σεξουαλικός καθώς αλλεπάλληλες κλήσεις σʼ εκείνην παρέμεναν αναπάντητες
συμπεριφορές γυναικών
Dans Le Port dʼ Amsterdam, Jacques Brel
η ευαισθησία αγγίζει το πεδίο της συναισθηματικής βασάνου αντιμετωπίζουν προασπίζοντας φανατικά καταστάσεις ευχόμενες άπιστες να οδηγηθούν την αγιοσύνη της αμαρτίας όμως ο άνθρωπος είναι από τη φύση του σκοπός η σήψη εμφανίζεται ή εξαφανίζεται κατά τρόπο μυστικό η επάρατος σαφώς συγκινεί αλλά δε ριγεί τα ειλημμένα καθώς εκλιπαρούν το βιασμό περιμένουν να αναπνεύσουν τη σύλληψη της εσχάτης προδοσίας ενώ άμοιρες άμουσες κι άωρες διαπομπεύονται στην καρμανιόλα μιας τουρκεμένης ύπαρξης
μπορντέλο πολυτελείας ράθυμων συμποσιαστών
φασματικά ελαύνει τους αριθμούς γράμματα της λαλιάς που τον ξέβρασε στον πλανήτη εγκληματία τέτοιος χαλασμός από καταβολής είδους ούτε ο Κρόνος δε χώνεψε τα παιδιά του ένας ψυχασθενής υψώνει την ένταση της φωνής χτυπώντας τα δάχτυλα στην ξύλινη μπάρα προσγειωμένος κοντά ένας ωτακουστής αρχέτυπης εκφοράς σκαλίζει μία αλκοολική προφορικότητα όπως τα κόκαλα σε τάφους ομαδικούς ατάκτως ερριμμένα παρατηρώντας υπερκινητικούς και κόρες βάσανα μέσα στο ένοχο κενό θορυβημένων συνομιλιών λέοντες νερολέοντες πετρολέοντες πυρολέοντες πτερολέοντες στρατωνίστηκαν αυτεπάγγελτα κι εκπαιδεύτηκαν ορκισμένοι την ύπαρξη απότομα σφύρα η άγκυρα ακόντιο το καμάκι βέλος το τόξο μια κι η αγάπη μεταστάτησε κι ο έρωτας στάλιασε γενέθλιος ή ψευδοκράτορας στα λαϊκά μπορντέλα της παλαιάς πόλης με τις τσατσάδες στα σαλόνια παράγκες να φιλοξενούν τραβεστί κι αρώματα φτηνά νύχτας ακολασίας μόνο πιωμένος μπαίνει εδώ κι όταν αρχίζουν να κράζουν οι πατρόνες διώχνει τις πόρνες βγάζει το προφυλακτικό και χύνει εύκαυλος αυτοαυνανιζόμενος κι αγέρωχα μόνος
δεκέμβριος
μήνες είχε την Κυριακή να βράσει νερό και να φτιάξει καφέ στο υγρό ενοικιασμένο διαμέρισμα μιας καθημαγμένης πολυκατοικίας πολιτείας συνήθως αλαφιασμένο τον εύρισκε η πρωινή καμπάνα να ντύνεται βιαστικά κι άπλυτο να καταβροχθίζει τους δρόμους μιας βρόμικης πόλης που αγαπούσε τα έγκατα και τις εκατόμβες της τον κυρίευε εκείνη η απελπισία εκείνη η θλίψη εκείνη η πίκρα εκείνη που από παιδί καταχώνιαζε στο ηφαίστειο των σπλάχνων ένιωθε την πέτρα πιο κοντά από ποτέ και μαρμάρωνε την παρουσία εκβίαζε τη γραφή ανερυθρίαστα καθώς οι άνθρωποι γύρω φάνταζαν ενοχλητικά ανίκανοι να αναπνεύσουν την ατέρμονη ζωή του θανάτου έχοντας αντικαταστήσει το αυθόρμητο αίμα με το έκτρωμα της ανήλιαγης διεκδίκησης ευκαιριακών και προγραμματισμένων αεροπορικών εισιτηρίων ξημερώθηκε τη Δευτέρα σʼ ένα φτηνό ξενοδοχείο η αγορασμένη φίλη δεν αγωνιούσε με τη χαρακωμένη όψη των φρενοβλαβών οδοκαθαριστών της πρώτης περισυλλογής σκυβάλων είχε ώρα εκμυστηρευτεί στον παροδικό εραστή την ηλεκτρική παγωμένη ανάσα της ερωμένης εωθινής εταίρας
ασώματη ρότα βρυχηθμού
πλάνης με χαρισμένο σημειωματάριο μπλοκ μες στο κενό της έμπνευσης μαγνητίζεται τέσσερα ζευγάρια παπουτσιών στην ίδια απόχρωση συναντούν το παραταγμένο βλέμμα τα κορδόνια μειδιάζουν σκοτεινιάζοντας αντίκρισε δυο φορές το κόκκινο αυτοκίνητο να βυθίζεται σισύφεια την ταραχή η σκρόφα μάγισσα με το τσουκάλι του καρατομημένου σώματος χλεύαζε την περιδίνηση μιας άψυχης ύπαρξης συγκεντρωνόταν ακίνητος το πλήθος διαμελίζοντας τις αισθήσεις στο μπαλαούρο ο χέρσος νεροχύτης αδιαφορούσε ενώ ο καθρέφτης χάραζε μαεστρικά την κίνηση της οδοντόβουρτσας η ατέρμονη μάζα της τρέλας ακροβατούσε στο σμίξιμο των φρυδιών η νηοπομπή έδεσε στους σάπιους ντόκους οι άγκυρες σφηνώθηκαν το θώρακα οι ανεμόσκαλες αμμοβόλησαν μαρμαρυγώντας τα άχρωμα ψαροπούλια στο λιμεναρχείο η αναστάτωση διευθετήθηκε αστραπιαία μόλις ο επιβάτης σκιά νομιμοποίησε την άφιξη και την εγκαθίδρυση της ποταπής κωμωδίας











Μπορεί κάποιος να με ενημερώσει τι έγινε με το Δίφωνο, έκλεισε ή δεν έκλεισε? Ευχαριστώ
Η κεντρική μου παρατήρηση για την συγκεκριμένη γραφή, ξεκινά με αυτά τα λόγια:
” Αύριο,μεθαύριο θα εξαχνωθεί περισσότερο μέσα στην φερόμενη ως έξαψη προσωπικών στιγμών,συγκεχυμένων παρατηρήσεων και επικαλύψεων των δρώμενων από μια γερή κρούστα υπερρεαλιστικών φαινομένων.
Η πορεία αυτή υποχρεωτικά εχει σχέση με την υπερφορτωμένη ούτως ή άλλως εποχή ,που σαν πεδίο ορισμού της χρησιμοποιεί ένα ακαθόριστα υπερβολικό πλαίσιο κάνοντας τον άνθρωπο να επιθυμεί πιότερο έναν επανακαθορισμό των λειτουργικών του δομών, παρά μια ασαφής διευθέτηση σε κάτι ελκυστικό μεν αλλά και συνάμα άγνωστο και μακρύ..
Επιβαρύνεται λοιπόν έχω την γνώμη η ποίηση αυτού του είδους από έναν “υπερρεαλισμό εις το τετράγωνο” όπου ο ακέραιος αρχικός αριθμός που παίρνει την δύναμη στην πλάτη της και μεγαλώνει αφύσικα , είναι η ίδια η ζώσα πραγματικότητα..
Κάπως δηλαδή σαν έναν δρόμο διπλής κυκλοφορίας ας πούμε όπου στον έναν ανεβαίνει η ποίηση προς μια κατευθυνση γαργαλιστικά ακαθόριστη και στην άλλη επιστρέφει ο άνθρωπος ζητώντας τα πιο ορατά του σημεία..”
Ετσι λοιπόν θα ξεκινούσε η παρατηρησή μου για τα ποιήματα που μόλις διάβασα..Και θα μπορούσα να πω ακόμα και άλλα αν δεν “κλεινόμουν” στην τράπεζα της γοερής προφητείας…
ΤΗΝ ΘΕΡΜΗ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΜΟΥ…
ΕΔΩ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΠΛΑ ΜΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΓΡΑΦΗ…
ΕΔΩ ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΕ ΕΝΑ ΘΗΡΙΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΡΟΧΑΛΙΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΟΥ…
ΕΥΓΕ ΚΥΡΙΕ ΡΕΟΥΣΗ…
ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΟΝ ΚΡΟΤΟ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΣΑΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΣΠΑΡΑΛΙΑ ΣΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΑΣ…
Αυτό που θαυμάζω στα πονήματα του Κώστα Ρεούση είναι ο εσωτερικός ρυθμός της ποίησής του που επιτυγχάνεται χωρίς την παραμικρή χρήση στίξεως και το χαρακτηριστικό ύφος του που οδήγησε κάποιους να μιλήσουν για “Ρεουσισμό”. Κατά τα λοιπά προσυπογράφω τα σχόλια του κυρίου Μίχου και παραμένω φιλικά διακείμενος.
Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς στην Υ.Φ.Λ. εύχομαι καλό βράδυ σε όλους
Θα αντικαταστήσω και εγώ την υπερ-πραγματικότητα με την ζώσα-πραγματικότητα. Ο κ. Ρεούσης δεν ζει στην πρωτεύουσα της Κύπρου. Ούτε στην απο’δω αλλά ούτε και στην απ’εκεί μεριά της πράσινης γραμμής. Και βέβαια δεν ζει ούτε ένα βήμα έξω από τα τείχη της. Ο Κώστας συγκατοικεί με την Λευκωσία την γριά πόρνη, με τις ουλές και τις ρυτίδες της και τις βρώμικες της μασχάλες.
Mόνο πιωμένος μπαίνει ο ποιητής στα λαϊκά μπορντέλα της παλιάς πόλης με τις τσατσάδες και τους τραβεστί και τότε ο υπερρεαλισμός του ο εύκαλος αφηνιάζει και γίνεται φουντωμένος όπως πρέπει εξάλλου να είναι…
Σε διάβαζα, φίλε, χτες κοντά στα μεσάνυχτα, την ώρα που ο Χούγκο Χελενράινερ, γερμανός πολίτης στην καταγωγή σίντι [ρομά], εθεάθη στην TV να διηγείται τα πάθη του από τους Nαζί στα 9 μόλις του χρόνια στο της παρανομίας Άουσβιτς: ίσως επειδή αυτός (δικαιούται πριν απ’ όλους μας και ) ελπίζει ότι θα προλάβει το αυγό του φιδιού, να μη σπάσει πάλι και πάλι… Σε διάβαζα ανήσυχος για το νέο αυγό του φιδιού, φοβισμένος και μαραζιάρης, φίλε. Σε διάβαζα, ίσως επειδή ελπίζω στην μορφή αντίστασης που προτείνεις (μα λειψή, μα μισή, μα χαμηλοβλεπούσα, μα παράφωνη -πάντως ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ!). Το βλέμμα διεισδυτικό, σε διέκρινε: και αναζητούσες συνανθρώπους… Ενώ συνομιλούσες ακροβατώντας με σκίτσα και φωτογραφίες και πορτρέτα και ποιήματα και σύμβολα του Μποντλέρ, του μικρού παλαιστίνιου, του Έκτορα Κακν., του Γ. Σκληβ. , τον όμορφο ιέρακα του Δημ. Μουζ. , τα ghinnăwa της Abu-Lughod, στη μπάρα του ΠΟΙΕΙΝ με εκατό λουλούδια να ανθίζουν, και τα σχόλια κάθε απόχρωσης, απόκλισης, συνεισφοράς, αποφοράς και συμφοράς-μας να συνωθούνται και ν’ αναρτούνται και να κοσμούνται αγωνίες κι αποδοχές και απορρίψεις. «Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ/ τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα/ που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο» [Κλείτος Κύρου, Απολογία]. Άξαφνα: Μήπως ο φίλος βρίσκεται στο μεταίχμιο; Κι αντί να πορεύεται στις στράτες της υπερ-πραγματικής αισθητικής, απλώς επαναφέρει τον ρομαντικό εγωισμό του «ηρωικού ατόμου»; Ύπαγε οπίσω μου Σατανά! Κι ωστόσο γεμάτη φαντασία και ενόραση η ποιητική σκευή σου! Προσοχή, φίλε, στις αποβάθρες: ιδού το «ασυμφυλίωτο κενό ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο». Θυμάμαι: «ο σουρρεαλιστής δεν ενδιαφέρεται για τη φύση της τσακμακόπετρας, αυτό που τον ενδιαφέρει είναι οι σπινθήρες» (από νωρίς ο Mr. C.W.E. ή Christopher Bigsby έφα). Ο σος «κρατήρ» συμπύκνωση ή πανοπτικόν της δικής σου ιστορίας για τον ρωμέικο πόνο; Μάλλον το ξέρεις: η μόνη συμφιλίωση που ταιριάζει σε σένα είναι η ανίχνευση της στωικότητας. Χαίρε!
Κώστα, το μυαλό μου μαθημένο αλλιώς δεν κατανοεί πάντα όσα λες. Όπως ακριβώς και τότε που συζητούσαμε στο κέντρο, στο καφενείο πίσω από το πολιτιστικό κέντρο. Όμως, όπως ακριβώς και τότε, η ψυχή μου νιώθει τον σπαραγμό της καρδιάς σου για τον αιώνα τούτο που δεν έχει έλεος. Η καρίνα σου πάλι μας ταξιδεύει σε θάλασσες που τις δέρνει η τρικυμία, όλους εμάς τους “ἁγέρωχα μόνους”, που διαπιστώσαμε ότι η αγάπη μεταστάτησε και πιθανόν να στέκει στη μεθόριο και να μας κοιτά αδιάφορη. Μας ταξιδεύει όμως και αυτό είναι που μετράει.