(Αποθέτης, εκδ. Συνέχεια 1993 και εκδ. Γαβριηλίδης, 2η έκδοση, 2005)
ΑΚΟΥΣΤΕ τον Γιάννη Δάλλα (Πατήστε στο όνομα)
(Αποθέτης, εκδ. Συνέχεια 1993 και εκδ. Γαβριηλίδης, 2η έκδοση, 2005)
Ο ΧΡΟΝΟΣ
τα πένθιμα εμβόλια
Ξημέρωνε μ’ ένα φως που γλιστρούσε σαν κρέπι κι άφηνε
ξέσκεπες οροφές και πλατείες
κι ύστερα μ’ ένα στρας ουράνιου τόξου που άστραφτε σαν να
δρεπάνιζε ως πέρα τον ορίζοντα
αρχίζοντας απ’ τον αυχένα της απέναντι πλαγιάς –
Το φως έπεφτε τώρα κάθετα στην πολιτεία και χαράζοντας
από ψηλά το δέρμα της
ο χρόνος βυρσοδέψης το άφηνε να πέφτει αθόρυβα στα πόδια
μας σε ραβδωτές λωρίδες
Τότε καθένας έσκυβε και παίρνοντας πειθήνια τη ζέβρα του
τη φόραγε κατάσαρκα σαν ισοβίτης
Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ
Εγώ δεν φοβάμαι τ’ αστέρια
είπ’ ο Λουκάς
να έν’ αστέρι που τ’ αγκάλιασα
χωρίς να καώ
ώρες το κοίταζα μες στα μάτια
και δεν τυφλώθηκα
μου άνοιξε τότε τα φυλλοκάρδια
και μπαίνοντας
είδα πλατείες και γαλάζιες στοές
και στο βάθος τους
προτομές από σπάνιους λίθους
και κρύσταλλα
Που οι δικές μας σκέφτηκα Που
εκεί κάτω
από πρόστυχα μέταλλα αστέρι μου
και χαλκεία
τ’ αστέρι γέλασε με τη σκέψη μου
κι ύστερα
άναψε μια λυχνία πολλών μεγαβάτ
ή τι λέω
έγινε κομήτης και με προβόδησε
ως εδώ
εδώ που τόσοι φίλοι ακροβολισμένοι
συνέχιζαν
ακόμη συνέχιζαν τη χαμένη μάχη
πετροβολώντας
τα δικά τους αδέσποτα αστέρια
και εκείνα
σφυρίζαν γύρω τους σαν εξωγήινοι
ή αστρίτες
ΤΑ ΜΑΤΙΑ-ΜΑΣΤΙΓΙΑ
Ήρθα κοντά σας από υπόγειες σήραγγες
όχι από κει που μάταια περιμένατε
τηλεγραφόξυλα του νόστου δρόμοι του θηράματος
κι ύστερα από τα γνώριμα διόδια
στη σήμανση της πόλης
Δεν ήρθα απ’ τα παλιά ιδεοδρόμια
Μην τα γυρεύετε με προβολείς με λέιζερ
με ανιχνευτές και κυνηγόσκυλα τα μάτια μου
τα ‘στειλα με άλλη αποστολή και ταξιδεύουν
δεν είν’ αυτά τα δυό πουλιά μέσα στ’ αγιάζι
αυτοί οι φάροι στην ομίχλη δύο πλεύσεων
είναι μαστίγια και μέρα νύχτα σας γυμνώνουν
σας μαστιγώνουν ως τα μύχια του ονείρου σας
βουΐζουν πίσω απ’ τις δημόσιες συνελεύσεις
από την κλίνη ως τους τριγμούς της εξουσίας σας
σας μαστιγώνουν σας γυμνώνουν σας πληγώνουν
Δεν είναι φώτα και φτερά είναι μαστίγια
Κι εσείς παχύδερμα που δεν διαμαρτύρεσθε
μαζοχιστές και δεν τ’ ομολογείτε
Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΔΕΡΜΑΤΩΝ
Το σπίτι γέμισε τάπητες δέρματα απλωμένα στους
δρόμους για την υποδοχή κι άλλα υπέρθυρα αναρτη-
μένα στην πύλη σαν τρόπαια κι ύστερα κατά μήκος
της σκάλας μια ανθρωποκεφαλή μπηγμένη στο τζάκι
δορά τίγρης για υποπόδια όλα τα παλιά αιλουροειδή
πατημένα φριχτά με τους τένοντες κρεμάμενους και
τα μάτια τους έξω γυαλιστερά κι υπεργήινα άλλα
κυνηγημένα κι αδέσποτα στους διαδρόμους και στις
εξόδους κι άλλα σε πλήρη παράλλαξη οι προβιές μαζί
με τις λεοντές παραμονεύοντας στις γωνίες και μια
μοναχική και συρόμενη προς τ’ άδυτα των αδύτων
σφαδάζουσα με τα μαστίγια επάνω στην κλίνη του
ερωτικού θυσιαστηρίου ενώ στην αίθουσα δεξιώσεων
ο οικοδεσπότης κι η οικοδέσποινα επίσημοι εκείνος
με γούνα κι εκείνη με αστρακάν και κάτω τομάρια
ακατέργαστα οι δούλοι βογγώντας στις αποθήκες
Τη μέρα που αναπαύονται τα όνειρα
αρχίζει η ενανθρώπιση των δερμάτων
ΜΑΡΣΥΑΣ
Ει μοι η δορά μη εις ασκόν τελευτήσει
Ώσπερ η του Μαρσύου.
Ευθύδημος, 285 D
Τον έσυρε στη μέση της σκηνής
κι άρχισε να τον γδέρνει
όχι ένας αλλά με τους βοηθούς του
στίφος δαιμόνων
τον χτύπησαν τον τσάκισαν τον έλιωσαν
με τους αυλούς και το λαρύγγι του
τον θεομπαίχτη
Κι απ’ το τομάρι του έκανε τη λύρα του
ο εκηβόλος
κι ύστερα
-θανατωμένοι μες στο φως με τους παιάνες του
τόσοι και τόσοι-
ύστερα ποιος τον είδε ποιος τον άκουσε
καινούργια μουσική καινούργια βέλη
ασκός επάνω στους ασκούς
σώμα στα σώματα
χαμένος πίσω απ’ τα ταμ-ταμ
και τα σαξόφωνα
ΔΙΔΥΜΟΙ ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ
Πάλι ανεβαίνει απ’ τα έγκατα
η άγραφη φωνή
η άγραφη χαίνουσα φωνή
ανεβαίνει
με ξεκουφαίνει
κι οι ψίθυροι γύρω της τρωκτικά
Κραυγές και ψίθυροι άναρθροι
πίσω απ’ το δέρμα μου πάλλοντας
πρώτα σαν σήματα αγέννητων
άναρθροι κι υποχθόνιοι
κι ύστερα δύο-δύο αντιμέτωποι
ορμώντας στην ιστορική επιφάνεια
δίδυμοι πυροβολισμοί
με σιγαστήρα
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΡΥΑΡΕΞ
Ήταν ωραία όλ’ αυτά, μια περιδιάβαση
Όταν ηλίου βασιλεύοντος δυνάμωνε η μάχη πέρα στο
καντόνι των Ρωμιών αυτός υπνοβατούσε ονειρευόμενος
μια βίζιτα στη βίλλα στα περίχωρα Πίσω του κάποι-
ος γύρισε τη στρόφιγγα και μέσα από τη μπαλκονό-
πορτα ρυάκισε το φως μακριά από τις ενοχλητικές
φωτοβολίδες Έξω στα θάμνα γυάλιζε αθόρυβα η πηγή
Ήταν σαν ένας μαύρος σκύλος που όρθωνε το τρίχωμα
του κι άφριζε γαυγίζοντας και πότε-πότε όταν
ξυπνούσε έδειχνε τα δόντια του με ξαφνικές αναλαμπές
στα σκοτεινά Τον φανταζόμουν πιο πολύ παρά τον
έψαχνα στη διαμαντένια πάχνη του νησιού Κι άκουγα
πίσω του τη γλώσσα του κυρίου του «Ήρεμα Ρύαξ!»
«Όλ ράιτ Ρέξ!» Κι ύστερα με θολά νερά κι ανάκατα
γαυγίσματα στ’ αντιπρανή του ύπνου να μπερδεύει την
ηχώ τους «Ρύα-Ρέξ!» και πάλι «Ρυαρέξ!» ως την
αυγή Απτόητος απ’ τις ρωμέικες ριπές φτασμένες
τώρα μ’ άλματα στα διπλανά τετράγωνα Με το ‘να χέρι
του κρατούσε μιαν ατέλειωτη αλυσίδα με μονόγραμμα
σκυλιού κι όταν δοκίμασε να τη μαζέψει δεν την πρό-
λαβε κι ένοιωσε να τον ζώνει ο κρύος καταρράχτης με
τα παγωμένα δόντια ολόγυρα του αφρίζοντας Τότε τον
είδα ν’ αλαργεύει από τη βίλλα των θαυμάτων και τον
γνώρισα Ήταν τω όντι ο γνωστός μας διπλωμάτης
κύριος Ρυαρέξ και καταπόδι πίσω του ο πιστός του
υπογραμματέας ίδια μούρη σαν μπουλντόκ που μετα-
κόμιζε από την πληκτική μας αποικία οριστικά εξα-
ντλημένος επιτέλους από τόση ονειροφαντασία
και έμπνευση
Βιογραφικό
Ο Γιάννης Δάλλας γεννήθηκε το 1924 στη Φιλιππιάδα Πρέβεζης. Ποιητής, νεοελληνιστής και μεταφραστής έργων της αρχαίας γραμματείας.
Σπούδασε κλασική φιλολογία στην Αθήνα. Υπηρέτησε στη μέση και στην ανώτατη εκπαίδευση (καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου).
Το 1999 του απονέμεται το κρατικό «Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου» του. Μετέχει στα πρώτα «Καβάφεια» της Αλεξάνδρειας, και προσκαλείται για διαλέξεις και παρουσίαση του έργου του σε Πανεπιστήμια της Αλλοδαπής, όπου λειτουργούν Τμήματα Μεταβυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών (Μιλάνο, Κατάνια, Βενετία, Στρασβούργο, Βουδαπέστη, Μόσχα, Τυφλίδα, κλπ.)
Η ποίησή του μεταφράστηκε αποσπασματικά σε ξένες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά, Ιταλικά, Αλβανικά) και πληρέστερα ετοιμάζονται για έκδοση προσεχώς οι δύο τελευταίες συλλογές του στα Ισπανικά από την Isabel Garcia Gálvez και εκτενής επιλογή του ποιητικού έργου του στα Ιταλικά από τον Massimo Cazzulo.
Ποιητικές συλλογές:
“Federico Garcia Lorca”. Αθήνα: Μαυρίδης, 1948.
“Εφτά πληγές”. Μαυρίδης, 1950.
“Απόπειρα Μυθολογίας”. Δαμιανάκης, 1952.
“Κυκλοδίωκτα”. Κακουλίδης, 1956
“Πόρτες εξόδου”. Γιάννενα: Ενδοχώρα, 1960.
“Εξαγορά”. Γιάννενα: Ενδοχώρα, 1965.
“Ανατομία”. Αθήνα: Κείμενα, 1971.
“Το τίμημα.” Αθήνα: Κείμενα, 1981.
“Ο ζωντανός χρόνος”. Αθήνα: Κείμενα, 1985.
“Δόκιμος σε συντεχνία”. Αθήνα: Στιγμή, 1986.
“Ο ποιητής και το ποίημα”. Φλώρινα: Βιβλιοθήκη Πιτόσκα-Βάρνα, 1988.
“Ποιήματα 1948-1988”. Αθήνα: Νεφέλη, 1990.
“Αποθέτης”. Αθήνα: Συνέχεια, 1993.
“Στοιχεία ταυτότητας”. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 1999.
“Χρονοδείκτες”. Αθήνα: Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2004
“Γεννήτριες”. Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2004.











Βρίσκεται εδώ! Και μπορούμε να διαλεχθούμε μαζί της. Να παθιαστούμε και να απορρίψουμε, να ενστερνιστούμε και να συντονιστούμε. Αυτή η “μυστική τεθλασμένη των αντιστάσεων”, η Ποίηση! Γιάννης Δάλλας, γενναίο ανάστημα ποιητικό μέσα στις νοσηρές μεταπλάσεις του πολιτικού και πνευματικού τοπίου. Με την άδειά σας, δάσκαλε, να θυμήσω [εφ. Αυγή, 11.3.10] ένα ποίημα, πολύ σημαντικό κατά ατη γνώμη μου:
Για ποια Ελένη
Πήρα την εντολή και το μήνυμα να μιλήσω για την Ελένη
Για ποια Ελένη;
Της ηδονής και του κέρδους ή της ψυχής και των καθαρμών της;
Την αναπολώ τις ασέληνες νύχτες με τη ματιά μεσουράνια
προς τ’ αστέρι της Αφροδίτης
Άνοιξη ήταν που σάλπαρε με τα ιστία ανοιχτά σαν ιμάτια γύρω
από το κορμί της
Δέκα χρόνια πίσω απ’ τα τείχη κι εκεί έγκλειστη για αιώνες
Χανούμ της Ανατολής κι από κάτω
Mater dolorosa δεσπόζουσα πίσω απ’ τις ουρανίες των θόλων
του σκιερού Βυζαντίου
Με τ’ αρχικά της εγχάρακτα σ’ όλα τα στήθη των σταυροφόρων
Το ΕΛ του ΕΛέπτολις και το ΕΛ του ΕΛέους, το ΕΛ του ΕΛελεύ
και του ΕΛντοράντο
Απ’ τη Δέσποινα των θηρών ώς τις δεσποσύνες των πόλεων
τι ανατροπές εδώ κάτω!
Σαδομαζοχισμοί ολονύκτιοι σεληνιασμοί υπό το λυκόφως
Κι ολοταχώς προς τα πίσω
Στο μπιγκ-μπαγκ τ’ ανδρογύναιου… Εγώ κατασκότεινη ύλη
Κι εκείνη σκοτεινότερη ενέργεια να με διασχίζει το φως της
Απ’ τα καθημερινά δρομολόγια ώς την περιφορά μου στο σύμπαν
Πυρ απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα
γη και πρηστήρ χρησμοσύνη και κόρος, τα πάντα
το πυρ επελθόν
καταλήψεται
Εμένα μου αρέσουν οι εικόνες σας, κύριε Δάλλα. Είναι γεμάτες…γεμάτες! Θα ήταν σκόπιμο να σχολιάσω την αναγκαιότητά τους??
Οι εικόνες σας είναι ανα- ψυχή και η δική μου τις αφουγκράζεται με αγαλλίαση, στην ανάγκη της να απεικονεισθεί.
Κι η λίγη ( σε ποσότητα) λογιότητα… Μεταμοντέρνο, γιατί όχι, όψιμο, γιατί όχι, έχουμε συνηθίσει τελευταία, να τ’ αρπάζουμε όλα πρίν ωριμάσουν, ξινά, σκληρά, άκαιρα, κι όχι ακέραια, κι έτσι οι εικόνες σας, με χορταίνουν απρόσμενα.
Σχολιάζω με στίχους του Γιάννη Δάλλα:
Και πόσο οφελεί να προσωποποιούμε τις κακοδαιμονίες της Αριστεράς;
“Συντρίμια τα μονόξυλα στη γη της ουτοπίας”!
“Ας ξανασηκώσουμε άγκυρα
έστω ανάμεσα από ξέρες και ναρκοπέδια.
Έστω.”
“Στέφθηκα μάρτυς ποιητής σε χρόνια αλώσεων
-σε χρόνια νέων διωγμών και σταυροφοριών-
γύρισα κ’ είδα μια σκιά χωρίς περίγραμμα”…
Η ποίηση του Γ. Δάλλα τρυπάει τον αμφιβληστροειδή με την ένταση βόμβας νετρονίου. Σηκώνεις το κεφάλι κι έχει αλλάξει η μορφή των πραγμάτων.
Κι ας είναι “ακόμα αδιάβαστος”.
Πώς έτσι κατηγορηματικός;
Πού πήγε η μεγαθυμία του δασκάλου;
Έχω άλλη αίσθηση, εν πάση περιπτώσει.
Οι “χρονοδείκτες” επικαιροποίησαν το βλέμμα – και το έργο – του Δάλλα, κεντρίζοντας ποικίλες αναγνώσεις. Κάτι αντίστοιχο, πιστεύω, συνέβη με τη “μητριά πατρίδα” του Γκανά. Κι έχω κυρίως κατά νου τους εικοσάρηδες και τους εικοσιπεντάρηδες που πασχίζουν μέσα σ’ όλα να διανύσουν την απόσταση ανάμεσα στο μύθο και την αγριότητα που βιώνουν. Η ποίηση, αυτή η ποίηση, μπορεί να είναι αξιόπιστο όχημα.
…Kι o ίδιος ο κύριος Ρυαρέξ προφανώς και είναι ο Γ. Σεφέρης και ο καταπόδι πίσω του πιστός του
υπογραμματέας (ίδια μούρη σαν μπουλντόκ) ο Γ. Π. Σαββίδης.
Θα μου επιτρέψετε να μετατοπίσω και πάλι το κέντρο βάρους της συζήτησης.
Το ερώτημα που σε ότι με αφορά κυρίως εκκρεμεί (ευσταθεί, προφανώς, η επισήμανση του κυρίου Γκολίτση), είναι αν άξιζε τον κόπο ν’ αποτυπωθεί μ’ αυτόν τον τρόπο το φερόμενο φορτίο (αναφέρομαι ευνόητα στον “κύριο Ρυαρέξ”) – προτιμώ παρόλα αυτά να το προσπεράσω ως ανάρμοστο. (Στη βάση αυτή, κάθε άλλο ερώτημα επαγωγικά καταρρέει).
Στο τέλος της ημέρας, “ο κύριος Ρυαρέξ” είχε ξεχαστεί. Κράτησα όλα τ’ άλλα.
Εγώ δεν βλέπω “έναν αδύνατο διάλογο με κοινούς τόπους που έχουν καταρρεύσει.”
Αν ο Σεφέρης κράτησε τη ζωή του “ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα”, ο Δάλλας την κράτησε κερώνοντας αδιάλειπτα το νήμα που τη συγ-κράτησε.
…”Φυλάξου
μην κλείσει η μυστική ρωγμή της μνήμης
κι εσύ απομείνεις μόνος στις κερκίδες
με τη σπασμένη σάλπιγγά σου”
…”Ας ξανασηκώσουμε άγκυρα
έστω ανάμεσα από ξέρες και ναρκοπέδια.
Έστω.”
…”Πάλι ανεβαίνει απ’ τα έγκατα
η άγραφη φωνή
η άγραφη χαίνουσα φωνή
ανεβαίνει”
Θέλω να πω ότι ο ποιητής Γιάννης Δάλας
είναι παιδί του Δεκέμβρη.
Την καληνύχτα μου
Σε λίγες ώρες η κηδεία του Ε.Κακναβάτου στο νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου.
Αγερομάχος της κραυγής ο Έκτωρ Κακναβάτος.
“Κανένα πέρασμα λοιπόν επέκεινα του ελαχίστου “, “διαδηλωτής με την άγραφη αφίσα του μέλλοντος αιώνος”, Έκτωρ Κακναβάτος.
“Είδες τ’ αγρίμια, κατεβαίνοντας απ’ τη μονιά και το κυνήγι σώα στην πηγή; Έτσι κι εμείς κατηφορώντας ένας-ένας, διψασμένοι κι άγνωστοι. Να γνωριστούμε και να πιούμε απ’ τα θολά νερά σου, Ποίηση.”
“Ο Κακναβάτος και ο Παπαδίτσας απ’ τα Σάββατα του Εμπειρίκου. Αυτός αγερομάχος της κραυγής και εκείνος σπρώχνοντας τις έννοιες στην εύφλεκτη αγκαλιά των λέξεων. Κι από άλλες μαγικές σπηλιές, χρισμένοι του Εγγονόπουλου, ο Νώντας και ο Μίλτος. Δυό πλώρες του φανταστικού και του παράλογου”.
Γιάννης Δάλλας, Χρονοδείκτες, εκδ. Γαβριηλίδης, 2004)
Έργο σπάνιας πυκνότητας και συνταρακτικού εκτοπίσματος, θα δικαιούνταν να είναι η βίβλος των νέων εξεγερμένων (κι ακόμα άστεγων κατά πως φαίνεται, ευτυχώς για όλους μας – αναφέρομαι προφανώς στους “χρονοδείκτες”).
Τους καληνυχτίζω με τον “Αίαντα”.
Όπως ο Αίας
Ανάμεσα σε πέτρες που δεν είδανε
τον ίσκιο τους ποτές
που δεν ακούσαν τη φωνή του
τόσο υψίσυχνη στα φωνηεντόληκτα, είπα:
Κλείστε τις ποριές, όχι άλλοι “σωτήρες”-
μεσολάβησαν τα Τρωικά. Ο λόγος μου
δίχως πια τα άμφιά του, γυμνός
όπως η πότνια βάτος
αναθρώσκοντας τα που του σφίγγανε το
υπογάστριο
“ιερά, εθνικά” και άλλα τέτοια χάχανα
χύθηκε κατεπάνω στο μαχαίρι του
όπως ο Αίας.
Έκτωρ Κακναβάτος
(Τα μαχαίρια της Κίρκης)
Ο Γιάννης Δάλλας είναι ένας ιδαλγός των ιδανικών στον καθαρμό της ποίησης. Φορεί κατάσαρκα τη ζέβρα των ιδεοδρομίων σαν ισοβίτης.
(ΗΠΕΙΡΟΣ) Μην είναι η Παμβώτιδα με τη Φροσύνη και τον Πασά ; Μην είναι όνειρα με αφροσύνη στην εμπασιά ;Μην ειν’ η Ολύτσικα με την Δωδώνη και το Μαντείο ; Νιάτα αλύγιστα ο έρως πληγώνει και λέει : Αντίο. Το Μιτσικέλι που ορθώνεται προμετωπίδα ; Λύκων αγέλη που αναστατώνεται σε καταιγίδα ; Το Ζάλογγο, το Σούλι, αίμα που ρέει. καβάλα στ’ άλογο μ’ ανεμοσούρι οι Μποτσαραίοι. Γεφύρια που αντιστέκονται σε πείσμα του χρόνου. Μύρια κορμιά που μαραίνονται στο σείσμα του πόνου. Είναι τα Γιάννενα, οι φοιτητές, τα Λιθαρίτσια. Είναι τα άρρενα καταχτητές. Ποθούν κορίτσια. Γη των Σελλών, της Ελλοπίας, γη των Ελλήνων. Στιγμών δροσερών της φωταψίας των πανσελήνων .Είναι η Ήπειρος μία φωνή σπαρακτική. Της μόνωσης ψίθυρος, μία ωδή σαρκαστική.