
(O Πλούτωνας μεταφέρει την Περσεφόνη στον άδη. Mπροστά από το άρμα, η θεά τού κάτω κόσμου Eκάτη, φωτίζει το βασίλειο των σκιών με τη δάδα της, ενώ πίσω ακολουθεί ο Eρμής. aπουλικός κρατήρας. 360-350 π.X. Λονδίνο, Bρετανικό Mουσείο.)
ΕΛΕΥΣΙΝΑ
Δύο φοίνικες
και μερικές λάμπες
που δε λάμπουν
αλλά απέναντι
ένα σιδερένιο πλοίο
και οι κουβέντες
που λάμπουν σιδερένιες
Πεσμένος κίονας
ξαπλωμένος στα χόρτα
είναι πολλές
οι άδειες ώρες
από επισκέπτες: ξαναβρίσκω
το ρίγος μου με στήνουν
όρθιο τα βλέμματα
οι φωνές και τα βήματα
μόνον οκτώ με τρεις
Η Μαρία έβαλε κραγιόν
“MexicanBraundyn”
Αλλά μετρώ το χρόνο
στα βήματα ενός περιστεριού
αφού κοινωνούμε την αμφίεση
κάτω από ήχους
που αγνόησαν το βλέμμα
Μυστήρια τελικά
είναι τα χέρια
κάποια χέρια αόρατα
ανύπαρκτα χέρια
«μην αγγίζετε»
κι όμως μʼ αγγίζουν
άσπρη κολώνα σπασμένη
ξαπλωμένη στο χώμα
όπως ραγίζει το κορμί
και σπάει το σώμα
στη μέση
απʼ τα μεγάλα βάρη
…..
Οι φοίνικες είναι κουφοί
σέρνουν τη νύχτα
στο ουρλιαχτό της Δήμητρας
πριν δει την Περσεφόνη
να πίνει τον κυκεώνα
βέβαια έχουμε πάντα
τις λερωμένες σκέψεις
και μια υπεκφυγή από το ακαθόριστο
όπως τρέμει ανάμεσα
στα λόγια και τα κύματα
ενός πόθου που δεν τόλμησε
να γίνει λέξη
Να γίνει χέρια
τα χέρια κοινωνούν
τα μυστήρια
η γυναίκα θέλει
το παϊδάκι θέλει
το κοτόπουλο θέλει
το θέλει ο γαύρος
κι η μαύρη η ελιά
το θέλει κι η Δήμητρα
Έβαλε πάλι τα κλάματα
για την κόρη της
που έγινε νύχτα
νύχτα χωρίς χέρια
με γεύσεις όμως στρωτές
όπως στρώνεις κρυφά
το σεντόνι σου μην σε δει
ο δεσμοφύλακας
Γιατί έχουμε πάντα
κάποιους φύλακες των αισθήσεων
κάποια έντομα που ιερουργούν
στο φως ενός ήλιου που σβήνει
και οι κινήσεις τους
θυμίζουν τη μύτη
κάποιων προσώπων
που σκέφτονται χωρίς να νοιώθουν
Μια κοπέλα σκύβει
το κεφάλι της
νʼ αποφύγει την κάνη
του πολυβόλου
και βάζει κραγιόν
μια άλλη κοπέλα
απορρίπτει μια κλίση
η Περσεφόνη είναι εκτός
δικτύου
ή έχει το τηλέφωνό της κλειστό
το ένα τρίτο του χρόνου
Ισιδώρου Αρβανίτου το ούζο
πλάγιασε στο συκώτι μας
κι ήταν αναμμένη η φύση
και οι λάμπες σβηστές
έφυγε η Περσεφόνη
πέρασε την Πύλη.
ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ
Όχι άλλο λίγο
και το μετά
είναι το λίγο του πριν
μα δες που υπάρχει
ένα μάρμαρο πάνω από τα λόγια μας
κι η μικρή θάλασσα
δίπλα στην ακτή
να λειτουργεί
όσα δεν καταφέραμε
στους ατμούς
των φωνών μας
Πριν χάσω την όραση
και γίνουν όλα
ακρογιαλιές και γυαλιά
έβλεπα κι εγώ
τις βάρκες τα σημαιάκια
τους γλάρους
τις όμορφες κοπέλες
να σέρνουν τον κώλο τους
από το καρεκλάδικο
στο κρεβάτι
το πιο επικίνδυνο μέρος
είναι εκεί που σε οδηγούν
τα γυναικεία πόδια
πολύχρωμα καραβάκια
«δεν μας παίρνετε, καλέ;»
κανείς δεν μέτρησε
τα κύματα της καρδιάς μου
λίγο πριν ήταν πιο πολλά
λίγο μετά στέρεψαν
Λίγο πριν ονειρεύτηκα μια γόπα
κι ότι ήμουν στην κατοχή
και τράβηξα δύο τζούρες
λίγο μετά έπεφτα στην αγκαλιά σου
Όμως ήμουν ένας φαντάρος
και υπολόγιζα τα σύννεφα
καθώς έπεφταν πάνω
στα βότσαλα στις αιχμές
μιας απροσδόκητης νιότης
κοίτα! Που όλα γίνονται
όπως σκέφτηκα
πως δεν θα γίνουν
Η σκοπιά είναι η στιγμή
που ζούμε τώρα
καθορισμένο ωράριο προγραμ-
ματισμένο πριν ήταν έξοδος
μετά θα γίνει ύπνος
απεταξάμην το πριν και το μετά
ο Σατανάς έχει παρελθόν
και μέλλον
εγώ διαθέτω μόνον
το τώρα τόρα μπόρα
τι κάνουμε τώρα;
Τώρα κρεμάστηκε επί των οδόντων
ο χαλβάς κι η σελήνη κρεμάστηκε
κι αυτή μετά
φεύγουμε με τα υπέροχα πόδια
των γυναικών που μας δάγκωσαν
κρεμόμαστε επί φύλλου αμνησίας
αστρικοί οι σταυροί μας
βυθισμένοι σε σατυρικούς τάφους
που μέμφονται το πριν και το μετά
Οπότε εμπιστεύομαι το αλφάβητο
για να συγκρίνω
την οπτασία και το ψέμα
Λίγο πριν το ψέμα
ήταν τα σκώμματα
λίγο μετά πάλι σκάμματα
αστείος νεκρός
εκλιπών και πανταχού παρών
θα επιστρέφω σʼ αυτό
που νομίζετε παρόν
να κλέβω στιγμές
χαμόγελα
να διηγούμαι αστεία
κι αν με ρωτήσετε κατά λάθος
από πού έρχομαι
«Ελευσίνιος» θα σας λέω
κι όποιος κατάλαβε
το πριν και το μετά
θα μου φιλά τα πόδια.
ΔΕΣ ΤΙΣ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΠΟΥ ΗΧΟΥΝ
Ήταν απόγευμα
και ξαφνικά
το παρελθόν μεταμφιέστηκε
σε λόγια
δίπλα ζητούν τα παιδιά
να καταλάβουν όσα θα ζήσουν
κι είναι το κέντημα της καμπάνας
να αρμόζει σε ένα δειλινό
με φίλους
Όπως συνέβαινε τα παλιά χρόνια
μνήμη αλήτισσα και λάγνα
μια καμπάνα μας φέρνει
στον κόσμο
νεογέννητες λεξούλες
είμαστε όλοι μας
λέξεις που ερωτεύονται
μεταξύ τους
συγκρούονται και ηχούν
σαν καμπάνες
Ο ορίζοντας είναι η αναστροφή
της καμπάνας που χτυπά
έτσι αρχίσαμε να πλέουμε με την Αργώ
ακούγοντας περισσότερο από τα γέλια
των παιδιών τον ήχο της σκουριασμένης
κούνιας στην πλατεία
πλατείες γεμάτος ο βυθός μας κάλεσε
να αναμετρηθούμε για τα χρωστούμενα
τους ανοιχτούς λογαριασμούς
Και βλέπω τις λέξεις
χαλί ενός απρόσμενου πόθου
καφετί ήταν το χρώμα της προσμονής
δηλαδή κάποια χρώματα
συναλλάσσονταν
γιατί μέσα στις φωνές
προβλέπονταν οι ίδιες έννοιες
παρόλο που…
σταματώ να εκστασιάζομαι
με το αυτονόητο
Ντιν-ντον
γεννιέται ένας γέρος
ντιν-νταν
πεθαίνει ένα μωρό
ντιν-ντον
καλό Πάσχα
ντιν-νταν
καλά γεράματα
Ανεστραμμένο ντιν-νταν
ντυμένο το τρυφερό χάος
των παιδιών
που μεγαλώνουν ολοένα
και σταματούν να κοιτούν
τις καμπάνες που ηχούν
και δεν ακούν
πια παρά τα ζάρια
στις πλατείες των βυθών
Μένει ωστόσο
μια μικρή στιγμή
κάτω από τα φώτα
απρόβλεπτων συναντήσεων
κι ίσως
ένα βήμα στην άμμο
προβλέψιμων στόχων
να δείχνει ακροδάχτυλο
του ανύποπτου
Μυστήριο μέγα
το στοίχημα
μέγα μυστήριο
οι καμπάνες στον κουλοχέρη.
Ο ΦΟΝΟΣ
Ο Άδης στην επιφάνεια
Φέρνει το θύμα
νεκρός κολυμβητής
που τον εκβράζουν
τα νερά
σε αφιλόξενα βράχια
Ωραίος νέος που φτερούγιζε
σαν κύκνος στη λίμνη
της Περσεφόνης
κατάλληλο θύμα
Για τον χρόνο
που δεν πρόλαβε
να γίνει πράξη
και παρέμεινε
στον βρυχηθμό
της υποψίας
Για την αγάπη
για τον πόλεμο;
γιατί κάθε αγάπη
είναι πόλεμος
κι ο πόλεμος αγάπη
………………………..
………………………..
(εξ αριστερών: Νίκος Βουτηρόπουλος, Σωτήρης Παστάκας, Δανάη)









