Θέλω να πάρω τη φυλή μου και να φύγω

Θέλω να πάρω τη φυλή μου και να φύγω
δε θέλω ούτε μερτικό απ’ το κοπάδι
μού ‘πες φτερά πως έχω κάποιο κρύο βράδυ
μα εγώ φτερά δεν έχω άμα δεν τ’ ανοίγω

Πάρε αγέρι στα ουράνια την πνοή μας
να κάμει όσα ονειρευτήκαμε ταξίδια
εδώ ο άρχοντας μοιράζει μπιχλιμπίδια
κι εμείς του δίνουμε στιγμές απ’ τη ζωή μας

Θέλω να πάρω τη φυλή μου και να φύγω
εδώ ο έρωτας πια δεν περνοδιαβαίνει
αφού τ’ αδέρφια μας γυρνούν σαν κολασμένοι
για να μαζέψουνε το βιος τους λίγο-λίγο

Πάνω στο στέμμα μου βρυχάται άγριος λιόντας
κι είναι του άγνωστου ο πιο μεγάλος τρόμος
το ξέρεις μάτια μου πως δεν υπάρχει δρόμος
αφού το δρόμο τον ανοίγεις περπατώντας

Η τίγρη

Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
π’ όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ,
τηνε μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει,
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό.

Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου
για κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω,
για να της τραγουδήσω τον πιο βαρύ καημό.

όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω,
για να την αγκαλιάσω
στον πιο τρελό χορό,
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της,
μου δίνει την προβιά της
για να τηνε φορώ.

Καμιά φορά απ’ το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι,
σχεδόν αγαπημένοι,
καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν την μπόρα,
σαν τη στερνή την ώρα
που θα επιτεθεί.

Ο ακροβάτης

Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτη που τραμπαλίζεται
για ιδέστε όλοι τον ξενομπάτη πως δε ζαλίζεται
Για ιδέστε τον ακροβάτη που κι όταν πέφτει γελά
και ποτέ δε κλαίει, ποτέ δε κλαίει

Για ιδέστε που χει το ερημοπούλι αίμα στο φτερό
πετά κι ας το βρε θανάτου βόλι, κόντρα στον καιρό
Με τον καιρό να ναι κόντρα, έχει τιμή σαν πετάς
να μένεις μόνος, να μένεις μόνος

Για ιδέστε όλοι δέστε και μένα άλλο δε ζητώ
που χω στους ώμους φτερά σπασμένα και ακροβατώ
Μύρισε κάτω η μέρα κι ακόμη εσύ να φανείς
μην κλαις πουλί μου, μην κλαις πουλί μου

Είχα μια αγάπη μια φορά

Είχα μια αγάπη μια φορά που’ μοιαζε λίγο
στη θλίψη μόνο με τη φτωχογειτονιά
εκεί που η σκέψη ακροπατεί σαν το φονιά
για να τη δει απ’ τη γωνιά
πώς να ξεφύγω.

Μοιάζουν οι δρόμοι μας σπαθιά που συναντιούνται
μέσα στη νύχτα και ραΐζουν τη σιωπή
αίμα στ’ αχείλι και στο βλέμμα αστραπή
πες μου ποιο στόμα να τα πει
και πώς ξεχνιούνται.

Τ’ όνειρο μικρή σαν χαθώ νωρίς
κάμε φυλαχτό για να το φορείς
ράψε δυο πουλιά με κλωστή χρυσή
το ‘να να ‘μαι εγώ, τ’ άλλο να ‘σαι εσύ.

Πέρασε κόσμε κι η παράσταση θ’ αρχίσει
και θα τα πούμε σαν δυο φίλοι γκαρδιακοί
που σμίξανε κάποια θλιμμένη Κυριακή
σε μια ταβέρνα ερημική
κι έχουν μεθύσει.

Άσπρο πουκάμισο θα βάλω απόψε πάλι
να πέσει απάνω του σαν ταύρος ο καιρός
δώσε μου μάνα την ευχή να βγω γερός
πόλεμος είναι και χορός
και παραζάλη.

Τ’ όνειρο μικρή σαν χαθώ νωρίς
κάμε φυλαχτό για να το φορείς
ράψε δυο πουλιά με κλωστή χρυσή
το ‘να να ‘μαι εγώ, τ’ άλλο να ‘σαι εσύ.

Των γερακιών οι κύκλοι

«Έλα» ακούω τη φωνή, να με προστάζει πάλι
και βγήκα από το όνειρο κι από την παραζάλη.

Ο κόσμος ξετινάχτηκε κι ήρθε στα σύγκαλά του
κι ο ήχος ο απόκοσμος με τράβηξε κοντά του.

Και βλέπω κύκλους γερακιών, «τι να ‘ναι το ψοφίμι;
Θέε μου μην είναι της καρδιάς τ’ ανήμερο τ’ αγρίμι»

Κοιτάζω γύρω, ερημιά, πια δεν ακούγεται άχνα,
και κάτω η Δρακοπροβιά και του Θεού τα σπλάχνα.

Η επιστροφή του ασώτου

Μέσα στο κέφι του γλεντιού και στου κρασιού τη ζάλη
ένας μικρός εμίλησε μ’ αποκοτιά μεγάλη:
“Ξένε, ό,τι είχες να μας πεις, όλα θαρρώ μας τα ‘πες,
γύρισες όταν έχασες, όνειρα και αγάπες”.

Πιότερο τον επίκρανε κι απ’ τη ντροπή του νόστου
που ο μικρός δε γνώρισε πως ήταν αδερφός του.
Σαν τέλειωσε η ξεφάντωση, πήγε στην καμαρά του
που ‘χανε βάψει οι τοίχοι της από τα όνειρά του.

Κι όπως εξετυλίγονταν τα όνειρα τα πρώτα,
ο αδερφός του χτύπησε της κάμαρας την πόρτα,
και το ‘πε πως από καιρό τον τυρρανά η σκέψη,
μ’ απόψε τ’ αποφάσισε άλαργο να μισέψει.

Επόνεσε όπως πονεί παλιά πληγή π’ ανοίγει
και του διπλοπαράγγελνε τι πρέπει ν’ αποφύγει.
“Εκεί στα ξένα που θα πας, μην πιεις νερό αδερφέ μου,
τση λησμονιάς και μαραθείς, ανθέ και καντιφέ μου.

Κάμε σαίτα την καρδιά να σκίσει τον αέρα,
να φτάσεις όπου έφτασα κι ακόμη παραπέρα.
Και το στερνό που θα σου πω πριν από τη φυγή σου,
πρόσεξε στο ταξίδι σου μη χάσεις την ψυχή σου”.

Μέσα στη νύχτα μείνανε για ώρα αγκαλιασμένοι
και νιώθαν πως μ’ αόρατο σκοινί ήτανε δεμένοι.
Κι όπως τον συναπόβγανε και μάκραινε η σκιά του,
έπεσε στο προσκέφαλο κι έκλαψ’ απ’ την καρδιά του.

Η κατάσταση των πραγμάτων

Κοίτα που θα τα πλερώσω πάλι όλα τα σπασμένα,
πού ‘σαι ρε Καραϊσκάκη, για να φας κανένα.

Τραβάτε καραγκιόζηδες να βγείτε στο μπερντέ,
ο γάιδαρος εψόφησε κι εσείς του λέτε ντε.

Όσοι με καταλαβαίνουν, λίγο μέσα μου σκλαβώνουν,
κι όσοι ροδανθούς με ραίνουν, πάντα με σταυρώνουν.

Εσύ που λίγο με μισείς και λίγο μ’ αγαπάς,
ποτέ σου δεν ξεκίνησες και πουθενά δεν πας.

Τον θεό τονε πουλούνε, μα εγώ δε θα πλερώσω,
κάποια μέρα τους εμπόρους θα τους μαστιγώσω.

Ζωή που μας περίμενες μ’ ορθάνοιχτη αγκαλιά,
σε φυλακές, ιδρύματα και πένθιμα σκολειά.

Ήττα μου, γλυκιά δασκάλα και σταυραϊτέ τση νιότης,
η αρρώστια του καιρού μας είναι η σοβαρότης.

Ένα κουνέλι κλέφτουμε και κάνουμε γιορτή,
κι εσείς κουνέλι γράφετε και τρώτε το χαρτί.

Θλίψη μου γλυκιά μου θλίψη, συντροφιά στην κάμαρά μου,
πως φοβούμαι μη σε χάσω, όπως τη χαρά μου.

Άμα ποθάνω ρίξτε με στα όρνια να με φαν,
να πάρουνε τα σπλάχνα μου, στα νέφη να τα παν.