Αγάπη σημαίνει

Αγάπη σημαίνει
να φοράς τις παντόφλες σου
και να πληρώνεις όλους τους λογαριασμούς σου
όταν μετράς πεθαμένες τίγρεις δίπλα στο πεζοδρόμιο.
Αγάπη σημαίνει
να βλέπεις τηλεόραση
και νʼ αφήνεις μια πορδή
κάτω απʼ τα σκεπάσματα
την ώρα που κάποιος μακελεύει
δυο τελευταία παιδιά
μέσα στο μπουρδελοκούτι που
κινάει τα πρωινά σου σκατά.
Αγάπη σημαίνει
να παίρνεις πάντα τον ίδιο δρόμο
όταν το σπίτι σε καλεί
ακόμα κι αν μια ανένδοτη παρανομία
γαργαλάει τʼ αχαμνά σου
για ένα άσκοπο μεθύσι
στη γειτονιά που σου φυλάει μια
κάθιδρη στροφή.
Αγάπη σημαίνει
να κοιτάς τα ρούχα που σε πεζοδρομούν
και να μην μπορείς να διαλέξεις παντελόνι
ακόμη κι όταν όλα είναι ίδια
στο κυρ ελέησων της βαρετής γραφής.
Αγάπη σημαίνει
να διαβάζεις τις πρωινές
κυριακάτικες εφημερίδες
και τίποτα να μην συμβαίνει στον κόρφο σου
σαν πως πουλιέται ένα αρχίδι ποιητής
στο τσαλίμι ενός γραφιά
και στην επιταγή που σκουπίζει
τον κώλο του.
Αγάπη σημαίνει
να ξύνεις καλά το μολύβι
πριν πηδήξεις τα εναπομείναντα
γεράματά σου
κʼ ύστερα την ψυχή σου
κάτω από μια σπουδαία μετάφραση
πλιάτσικων κουβέντων
σʼ ένα γήπεδο στίχων ομοιοκατάληκτων.
Αγάπη σημαίνει
να στέκεσαι
θλιμμένος και μπλέ
πάνω σʼ ένα απλήρωτο καλοριφέρ
κι όταν αναρωτιέσαι τι στο διάολο
κάνεις εκεί
έρωτας να σημαίνει όλα τʼ άλλα.

Η ποίηση ψοφάει για πεθαμένους

Υπάρχουν εκείνοι που γράφουν για τους beat
και ύστερα ψοφάνε για ένα παιχνίδι αθανασίας.
Υπάρχουν κʼ οι άλλοι που στην καθαρεύουσα
φρονούν πως ξεπαστρεύουν ανισόρροπα λογάκια.
Κʼ υπάρχουν κι άλλοι τόσοι
που χαριεντίζονται σε υπολογιστές
κρατώντας φανερά ημερολόγια
μπας και κρυφακούσει
κάνας ανήμερος εκδότης με φουλάρια
την ξεκωλιά των θαυμαστικών τους.
Υπάρχουν κάμποσοι
και άλλοι τόσοι
που δουλειά δεν κάνουν
παρά μονάχα με το δεξί
στης ρουφιανιάς τη γνώση
στο ξεκατίνιασμα για τρεις στροφές
και μιας γαμημένης ομοιοκαταληξίας
επιμονής στον αφοπλιστικό το στίχο
μονάχα για μια τριχιά στον άλλον.
Υπάρχουν κι εκείνοι
που με αποσπούδαστη κοψιά
ξεραίνουν κόμματα,
χορεύουν το κώλο τους
απʼ το ένα εγώ στο άλλο,
αδειάζουν βιβλιοθήκες σάματις
να πρέπουν για το επίμονο καλό
και το προστατευτικό μιας τέχνης
που οι ίδιοι έστησαν
σε δύο μέτρα
και σε δύο σκατά.
Τούτο το ποίημα είναι χάλια
και το ξέρω
μα το γράφω
είκοσι λεπτά πριν τις τέσσερις.
Σαν προμετωπίδα σε γαμοβιβλίο δε ακούγεται;
Η καρέκλα είναι σκληρή
και το μπουκάλι τελειώνει
μιλώντας τόση ώρα για ένα πράγμα πεθαμένο
που το σκαρτεύουν όσοι δεν στοιχημάτισαν ποτέ.
Η ποίηση είναι ένα πολύ παρεξηγημένο πράγμα,
οι γραφιάδες της δεν έχουν καμία διαφορά
από εκείνα τα κακόμοιρα ζώα
που βλέπεις σʼ ένα κανάλι πριν βάλει την τσόντα του
δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα
γιορτάζοντας το τομάρι τους που γερνάει
και δεν θρονιάζεται σε καμία ήσυχη καυλοκατάνυξη.
Η ποίηση θέλει μουσικές
και ανθρώπους ξεγραμμένους
αλεπουδιάρηδων κλεφτών,
μιας μπάντας απʼ τη δύση
που ξέσκισε τα σμιθ εντ γουέσον
του Μορικόνε
γύρω από έναν προτελευταίο ύπνο του θανάτου
την ώρα που ματώνουν και πάλι τα γινάτια
και ίσως τότε κάτι και πάλι
ίσως και κάτι τότε
πάλι να γίνει.
Η ποίηση ψοφάει για πεθαμένους.

Αυτό το ποίημα είναι για σένα

Αυτό το ποίημα είναι για σένα
που τρελαίνεσαι πριν πέσεις στο κρεβάτι
και μουρμουράει η γυναίκα σου για τους απλήρωτους λογαριασμούς
και τρελαίνεται η μάνα σου για τις αδιόρθωτες συμπεριφορές σου
και σου μιλάνε οι φίλοι σου για τις ακάθαρτες σιωπές.
Αυτό το ποίημα είναι για ʽκείνους που μαύρισαν τα χέρια τους
και πίνουν ούζα στου καφενείου την πληρωμή,
που σταυρώνονται στους πάγκους για τρεις κι εξήντα
και τους γαμούν οι τράγοι της πολιτικής,
τα κωλόπαιδα με τις σιδερωμένες γραβάτες.
Αυτό το ποίημα είναι γιʼ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν
τους γραφιάδες των free press
ʽκείνους που λένʼ τι όμορφα είναι τα βράδια της πόλης
γιατί ποτέ δεν άνοιξαν φάκελο με λογαριασμό
γιατί η μάνα ξεσκάτιζε τα βρακιά τους απʼ τα ερασιτεχνικά μεθύσια
και ο πατέρας φρόντιζε τα πλυμένα τους αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τους μαλάκες ποιητές
που νόμιζαν πως τα λόγια είναι δυο ποτάμια.
Που δεν ρόζιασαν ποτέ τους τις παλάμες
και γίνανε το λουρί ενός ατάλαντου.
Για τα Παρίσια τους
και τις αγύμναστες κωλοτρυπίδες τους
για τους μπαμπάδες στρατηγούς τους
και τις γιαγιάδες νταβατζήδες τους
για τα ποτά των 10 ευρώ τους στα μπαρ της γελοιότητας
για το βυζί της μάνας τους που έγινε εικονοστάσι
και τα ημερωμένα μεσημεριάτικα πρωινά τους
που δεν υπήρχε ποτέ το ξυπνητήρι.
Αυτό το ποίημα είναι για
τους πενηντάρηδες οικοδόμους
που πίνουν ότι βρουν μπροστά τους
μονάχα για να σταματήσουν τα χρόνια
και τις γυναίκες τους που μετράν τις δεκάρες στα μπακάλικα της γειτονιάς
μην τυχόν και φάνε ξύλο το βράδυ.
Αυτό το ποίημα είναι για τους χαρτογιακάδες
που έπιασαν τον παπά απʼ τα αρχίδια
και τους παπάδες που έγιναν αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τούτη την πόλη
που δεν κατάλαβε ποτέ από που της ήρθε
και βολεύεται με τα ίδια σκατά
εδώ και κάποιες δεκαετίες
και θα βολεύεται για χρόνια ακόμη.
Καθώς οι σκύλες θα γαβγίζουν τα βράδια
οι μπεκρήδες θα μετράνε ατυχία
και τʼ αποτσίγαρα θα χορεύουν κλακέτες
πάνω στον ίδιο ρυθμό του θανάτου.

24/3/2010 Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ ΣΤΟ BAR37

Παρουσιάζει το νέο του βιβλίο,

“Ο διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο”

Εκδόσεις Ενδυμίων, 2009

BAR37, Εμμ. Μπενάκη 37, Εξάρχεια

από τις 20.00 και μετά, είσοδος ελεύθερη