ΝΥΧΤΕΡΙΔΕΣ ,άνθρωποι με τεράστια μαύρα ρούχα
Σείουν χρυσοποίκιλτα πέη στα χέρια τους
Εξαπολύουν ένα βουητό ανάμεσα από κόκκινα σαρκώδη χείλη:
«άγιος, άγριος, αδηφάγος ,αδήριτος ,ασώματος, αόμματος …»
Ύστερα κάθονται σε κουνιστές πολυθρόνες ξύνουν τις χοντρές κοιλιές τους με μισόκλειστα μάτια
Το απευθυσμένο τους γεμάτο σκατά , χνουδωτοί ευνούχοι
Ετοιμάζουν το μπάνιο τους
Τρίβουν απαλά το βοδίσιο λαιμό τους
Ω, boves ηελίοιο βρήκατε φρικτό τέλος
Στα δόντια των νηπίων συντρόφων
ΣΦΙΣΙΝ ΑΤΑΣΘΑΛΙΟΙΣΙΝ ΩΛΟΝΤΟ…
Σιγά- σιγά οι άνθρωποι μετατράπηκαν σε Νυχτερίδες
315 χρόνια μετά το θάνατο εκείνου που ονομάστηκε Χριστός,
η πρώτη σύνοδος των Νυχτερίδων συζητούσε αν οι γυναίκες έχουν ψυχή!

Το αρωματισμένο νερό κυλάει απαλά ανάμεσα στα βουτυρένια οπίσθια του Episcopus .
Το επιδέξιο χέρι του Maseur διέρχεται πολλάκις εντός της ροδαλής οπής
Με ήσυχο φλοίσβο.

ΠΟΛΥΦΛΟΙΣΒΟΙΟ. Η θάλασσα πίσω απʼ τους λόφους έρχεται και φεύγει με μικρά βήματα
Κάτι ρόδινο αντιφεγγίζει στον ορίζοντα
Κάτι σαν δέρμα Ρωσίδας χορεύτριας
Chorus Nympharum ,ΝΙΦΑΔΕΣ, ΣΥΝΝΕΦΑ
Ω, πόδια τόσο αέρινα
Που ούτε καν αγγίζετε το πράσινο χορτάρι!

Πίσω από χοντρές ξύλινες πόρτες διδάσκουν:
« Ο άνθρωπος είναι έργο του θεού
γιʼ αυτό μη φοβάστε να πεθάνετε απʼ την πείνα
απλώς ξαναγυρνάτε σʼ εκείνον που σας έπλασε
άλλωστε, δεν πρέπει να τρώμε πολύ
σκεφτείτε: χοληστερίνη, τριγλυκερίδια,
θα απαλλαχθείτε απʼ όλα αυτά
και θα πάτε και στον παράδεισο.
Εκεί θα τρώτε οικολογικά, μηδέν φάρμακα
μηδέν λιπάσμασματα, γενικώς όλα μηδέν.
Νομίζω ότι είναι ένα λογικό πακέτο προσφοράς».
Έξω απʼτην πόρτα
κουλουριασμένος ένας μαύρος γάτος
ο Εωσφόρος αυτοπροσώπως ( αν έχει πρόσωπο).
« Τι θέλεις εδώ;» Ρωτάει ο Episcopus.
« Το μυαλό σου o altra cosa “ είπε ο γάτος,
Κι έφυγε χαμογελώντας.

Τραγουδώ πίσω από ένα δικτυωτό σύρμα
όχι κορυδαλλός του πρωινού
αλλά νυχτερινό αηδόνι
όπως εκείνο πιέζω το στήθος μου πάνω σʼ ένα συρμάτινο αγκάθι.

Κάποτε σʼ ένα κρεοπωλείο η κυρία Ντ είπε:
« Το κατεψυγμένο κρέας μου θυμίζει τον πεθαμένο άντρα μου.
Πάντα αγοράζω μοσχάρι.»
Boves ΗΕΛΙΟΙΟ, νήπιοι, ε ας χαθούν!

Ο κ. Episcopus προτείνει το παχύ χέρι του
Η κ. Ντ το φιλάει σκύβοντας
Δύο λευκοί λιπώδεις σάκκοι εμφανίζονται
Ο κ. Episcopus χαμογελάει μουρμουρίζοντας
Αυτό το μουρμουρητό μπορεί να σε συστήσει
Στην Κόλαση ή στον Παράδεισο

Ο κ.-όπουλος υπόσχεται από το βάθος της κοιλίας του
Περισσότερα σκατά για όλους
Από γενιά σε γενιά τα χρώματα των πεταλούδων λιγοστεύουν
Εξαιτίας της μόλυνσης του αέρα
Οι μάσκες αερίου γίνονται trendy
Μια πλαστική πάπια ξεχασμένη στον ήλιο ξεφουσκώνει
Όπως και το πέος του herr Episcopus
Σιδερένια πουλιά ξερνούν φλόγινες κραυγές
«Άρπυιες αποπατούν στον αέρα»
Οι εκδότες εμπορεύονται χαρτοπολτό με τίτλους
Λιπόσαρκα σταφιδιασμένα χείλη
Αγγίζουν σαλιαρίζοντας νεανικά στήθη
Όλα σκεπάζονται από μια μουγγή ομίχλη
Μικρές κλωστές φωτός ρέουν απʼ τʼ αστέρια
Άνθρωποι – Νυχτερίδες μινυρίζουν με μισόκλειστα
Ποντικίσια μάτια
Βρέχουν με ούρα μεταξωτά σεντόνια
Δηλητηριώδεις βάτραχοι κοάζουν σε σκοτεινό βάλτο
Πολύποδες γραφειόσαυροι αποφασίζουν για το κοινό Τους συμφέρον
Πρόσωπα πηγμένα από όγκους botox
Ιδρώτας, βρώμα και δυσωδία από σάπια κρέατα
« O, mein Hertz, τι ωραίο το καπελάκι σου
Από ανθρώπινο δέρμα»

Όλα σκεπάζονται από μια μουγγή ομίχλη

Μικρές κλωστές χρωμάτων
Κρέμονται στον αέρα
Botox
Καυτή πίσσα

Ο αέρας στο υπόγειο είναι πηγμένος και βρώμικος
Στους τοίχους ούρα από τους σωλήνες των αποχετεύσεων
Ένα μαύρο πλάσμα στροβιλίζεται
Στους ήχους μιας δαιμονισμένης μουσικής
Ο Κάλιμπαν
Η μοναδική του θεραπεία
Ένα τρυφερό άσπρο κορμί
Ευλόγησέ τον Her Episcopus
Δεν θα έλεγε όχι ακόμα και σε σένα
ʽʼτο κύριο με τα μαύρα μακριά ρούχα
Με βλέπει παράξενα ʽʼ.
ʽʼβρωμο-κάλιμπαν γρήγορα στο υπόγειο
Τόλμησες να ρίξεις
Τα μάτια σου πάνω μουʼʼ

LUX MUTUS
Μουγγή ομίχλη σκεπάζει τα πάντα
Μάτια σαν αναμμένα κάρβουνα λαμπυρίζουν στο σκοτάδι
Εξαθλιωμένες ʽʼσκύλεςʼʼ προβάλλουν
Τα ανύπαρκτα κάλλη τους ,
(πώς να φιλήσεις ένα κάρβουνο;)

Βέβαια ,η υπέροχη Λαίς
Πρόσφερε ακούραστα τις υπηρεσίες της
Ως τα εβδομήντα της χρόνια
Η ΠΟΙΚΟΙΛΟΘΡΟΝ ΑΦΡΟΔΙΤΑ την ευνόησε
Όμως η κυρία Ευγενία
Ήταν παντρεμένη επί σαράντα χρόνια
Με ένα μέθυσο τέρας
Γιʼ αυτό αναζητούσε λίγη τρυφερότητα
Στους νεαρούς ναύτες του λιμανιού
( δεν είναι σίγουρο ότι την εύρισκε πάντοτε)
Εκείνο το μήλο της ΨΑΠΦΑΣ
Ακόμα λάμπει ΆΚΡΩ ΕΠʼ ΥΣΔΩ
Ούτε η Λαίς, ούτε η κυρία Ευγενία το γεύτηκε.
Είναι το μήλο των πιστών εραστών…
«BASTA! Ποιος είσαι συ
Που κανοναρχείς τον έρωτα;
Έρωτας είνʼ αυτό που σπάει κόκαλα και ψυχές».
Οι «σκύλες» του δρόμου με βαμμένα πρόσωπα
Τις χρησιμοποιούν μόνο ως πεοδοχεία
Κι εκείνες, πολύ φυσικά
Έχουν κάνει τοπική αναισθησία
Κοιτούν το ρολόι τους, και σκέφτονται
Πως θα περάσουν άλλη μια νύχτα άυπνες
Αν και ανάσκελα…
Τα χέρια τους κι η ψυχή τους γεμάτα τρύπες
Όμως όχι δεν συμφωνώ με τον Κοϊντιλιανό
Η ποίηση που σέβεται τον εαυτό της
Δεν έχει σκοπό in commovendi miseratione
( να προκαλεί τον οίκτο)
Ας προκαλεί οργή, πάθος, απορία, χαρά αλλά όχι οίκτο!
Οδυσσέα, η ΝΕΚΥΙΑ βαδίζει μαζί μας στο δρόμο…
… Έξω απʼ το υπόγειο του Κάλιμπαν
Σωροί σκουπιδιών, ποντίκια και το κουφάρι ενός σκύλου
Που το μοιράζονται ήδη, σκουλήκια και κουκουβάγιες
—πολύ πιο πάνω—
ΑΙΕΤΟΙ ΤΑΝΥΣΙΠΤΕΡΟΙ, οιωνοί
Βέλη ακτίνων,
Χορδές μιας ουράνιας άρπας
Μικρά έντομα λάμπουν στο φως της Σελήνης.

« Μια μέρα θα γίνω στρατηγός» βόγγηξε ο Κάλιμπαν
Μέσα απʼ το υπόγειό του
« Και τότε όλα τα ροδαλά κορίτσια σας
Θα είναι στα πόδια μου, όπως τότε στη Βενετία»
Κανένας δεν ακούει το βογγητό των υπογείων
Δεν τους βλέπουν άρα δεν υπάρχουν
Μέσα στο σκοτάδι οι μαύροι γάτοι δεν φαίνονται
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν νύχια
Οι τίγρεις του τσίρκου κάποτε θα πηδήσουν
πάνω απʼ το κιγκλίδωμα
Γυαλίζουν τα μάτια τους σαν διαμάντια μες το σκοτάδι..
ΙΩ ΖΑΓΡΕΥ πλησιάζεις με τους πάνθηρές σου
Τα σείστρα ηχούν…

Ξεβουλώστε επιτέλους ταʼ αυτιά σας
Το σμήγμα ρέει σας δηλητηριώδες μέλι

Ο βιοχημικός πόλεμος ξέσπασε κιόλας
Μας μπουκώνουν με χημικές βόμβες
Τα μάγουλά μας είναι από πλαστικό
Το συκώτι μας από παραθείο
Η γλώσσα μας ένα σάρκινο κουρέλι που έχει ξεχάσει να γεύεται
Τα ποντικοαγελαδόσκυλα ακονίζουν τα δόντια τους

Μια παράξενη οσμή
Βγαίνει απʼ το υπόγειο του Κάλιμπαν
Είναι ένα γνήσιο μυρωδάτο κάρυ
ΚΑΚΆ ΦΆΡΜΑΚΑ ΈΔΩΚΕΝ Η ΚΙΡΚΗ
Οι ΝΗΠΙΟΙ καταπίνουν ότι τους δώσουν
Πεινασμένοι και ανόητοι (τι να κάνουν;)
Χορταίνουν με παχιά λόγια και δηλητήρια
Οδυσσέα
Μια μουγγή ομίχλη σκεπάζει τα πάντα
LUX MUTUS
Περιμένουμε κάτι να ξεπεταχτεί,
σαν ακρίδα.

Συνεχιζεται .
ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΡΙΤΣΙΝΩΤΗΣ
ΝΟΕΜΒΡΗΣ 2006. ΛΑΡΙΣΑ